Γράφει
ο Νίκος Γ. Σακελλαρόπουλος
Πάντα
δυσκολευόμουν να καταλάβω το γιατί, μα από παιδί, κάθε φορά που έβλεπα
τη Μάρω Κοντού, έρχονταν αυθόρμητα στο μυαλό και στα χείλη, οι στίχοι του
Νιόνιου...
«Θεία
Μάρω, καλέ θεία Μάρω, αύριο,
φύλαξε
και για μας λίγο χαλβά.
Θεία
Μάρω, στην ποδιά σου αύριο,
θα
γείρουμε σαν ορφανά παιδιά»…
Η
ίδια μελωδία, οι ίδιοι στίχοι ξεπρόβαλλαν στο νου, όταν χθες το πρωί
έγινε γνωστή η είδηση, ότι η Μάρω Κοντού δεν είναι πια εδώ. Έφυγε, ένα μήνα
μετά τα γενέθλιά της, με 92 συμπληρωμένα χρόνια σε μια ζωή σαν παραμύθι.
Κι
όμως, αυτό το κορίτσι,
είχε την ατυχία να μη γνωρίσει ποτέ τον πατέρα της. Οι παλιοί Πειραιώτες έλεγαν
ότι ήταν σπουδαίος άνθρωπος, έμπορος. Μα διέθετε τεράστιες ευαισθησίες πέριξ
του πολιτισμού, αφού έγραφε ποιήματα, στίχους, σενάρια, ζωγράφιζε… Μέχρι
που τον κτύπησε η φυματίωση. Έφυγε όταν η κόρη του ήταν μόλις δυο ετών.
Η
μικρή Μάρω, γεννήθηκε στο Κουκάκι, σχεδόν μεσοτοιχία με τα σπίτια της
Μούσχουρη και του Πλωρίτη. Κι ακολούθησε τους δρόμους με τις ευαισθησίες του
πατέρα της.
Ξέρετε κάτι; Λένε, ότι οι σημαντικοί άνθρωποι -ανεξαρτήτως επαγγέλματος- δεν









