Γράφει
ο Νίκος Γ. Σακελλαρόπουλος
Υπάρχουν δημοσιογράφοι που καταγράφουν την εποχή τους και άλλοι που μοιάζουν να την κυνηγούν μέχρι να την προλάβουν. Ο Δημήτρης Λυμπερόπουλος ανήκε αναμφισβήτητα στη δεύτερη κατηγορία. Έζησε σχεδόν έναν αιώνα, αλλά το πραγματικό του κεφάλαιο δεν ήταν τα χρόνια, ήταν οι άνθρωποι που συνάντησε, τα ταξίδια που έκανε, οι πόρτες που άνοιξε και οι ιστορίες που κατάφερε να φέρει στην Ελλάδα από έναν κόσμο ο οποίος, τότε, έμοιαζε απείρως μακρινός και… δύσβατος.
Αθλητική Ηχώ - Μορίς Σεβαλιέ
Γεννημένος
στην Οιχαλία Μεσσηνίας το 1925, ξεκίνησε τη δημοσιογραφική του διαδρομή
το 1949 από το αθλητικό ρεπορτάζ της εφημερίδας «Εμπρός». Είχε προηγηθεί η
«Αθλητική Ηχώ», όπου, εκτός από κείμενα, έκανε και σκίτσα. Η αθλητικογραφία
υπήρξε, όπως ο ίδιος έλεγε, ο βασικός του δάσκαλος: τον υποχρέωνε να κάνει
έρευνα, να παίρνει συνεντεύξεις, να περιγράφει, να σχολιάζει και, κυρίως, να
βρίσκεται εκεί όπου συνέβαινε το γεγονός. Αυτό το «να βρίσκεται εκεί» έμελλε να
γίνει ολόκληρη η δημοσιογραφική του φιλοσοφία.
Ήδη το 1951, στην Αλεξάνδρεια, σκιτσάρει και παίρνει συνέντευξη από τον Μορίς Σεβαλιέ. Δεν είναι ακόμη ο διάσημος ρεπόρτερ που θα γίνει αργότερα, αλλά έχει ήδη καταλάβει κάτι που θα τον ακολουθήσει σε όλη του τη ζωή: η μεγάλη δημοσιογραφία
βρίσκεται στην προσωπική επαφή, στο ταξίδι, στην επιμονή, στην απρόβλεπτη συνάντηση.Και ύστερα ήρθε ο Ωνάσης.
Το
1959, η είδηση της σχέσης του Αριστοτέλη Ωνάση με τη Μαρία
Κάλλας είχε προκαλέσει διεθνή φρενίτιδα. Στη Γλυφάδα είχαν συγκεντρωθεί
δημοσιογράφοι, φωτογράφοι και κινηματογραφιστές από ολόκληρο τον κόσμο,
πολιορκώντας τη θαλαμηγό «Χριστίνα». Ανάμεσά τους βρισκόταν ο Λυμπερόπουλος.
Μόνο που εκείνος δεν σκόπευε να περιμένει σαν ένας ακόμη φωτορεπόρτερ στην
ακτή.
Τρεις
νύχτες έμεινε ξάγρυπνος στην ακτή. Οι άλλοι έφευγαν για ύπνο ή για τα πέριξ νυχτερινά
κέντρα κι εκείνος παρέμενε εκεί, περιμένοντας. Κάποια στιγμή πληροφορήθηκε
ότι ο Ωνάσης και η Κάλλας τον παρακολουθούσαν με τα κιάλια και πίστευαν ότι
σύντομα θα εγκατέλειπε την προσπάθεια. Εκείνος, αντί να φύγει, έμεινε. Όπως θα
γράψει αργότερα ο ίδιος, ο «ρεπόρτερ-κυνηγός» πρέπει να επιμένει και να
υπομένει ώσπου να καταβάλει το «θήραμά» του.
Η
σκηνή που ακολούθησε μοιάζει βγαλμένη από κινηματογραφικό σενάριο. Ο
Ωνάσης εμφανίστηκε μέσα στη νύχτα με μια βενζινάκατο. Ο Λυμπερόπουλος πετάχτηκε
όρθιος, ο φωτορεπόρτερ Ιορδάνης Καπασακάλης άρχισε να φωτογραφίζει. Τον είδε ο
Ωνάσης, τον αγριοκοίταξε και τον ρώτησε: «Ρε μαλάκα, βρυκόλακας είσαι;»….
Λίγο
μετά, ακολούθησε μια ακόμη πιο απρόβλεπτη συνάντηση, στο Silver House της
Γλυφάδας, όπου ο δημοσιογράφος εντόπισε το ζευγάρι να χορεύει. Ο Ωνάσης
εξοργίστηκε, τον αποκάλεσε «ψυχοβγάλτη» και τον έλουσε με ότι μπινελίκι ήξερε…
Κι
όμως, την επόμενη ημέρα ο ίδιος άνθρωπος που τον είχε βρίσει, τον κάλεσε στη
«Χριστίνα». Η αποκλειστική συνέντευξη είχε κερδηθεί.
«Έλα
Λυμπερόπουλε να φιλιώσουμε», θυμόταν ο ίδιος ότι του είπε ο Ωνάσης,
απλώνοντας το χέρι του. Και κάπως έτσι, από έναν καβγά ανάμεσα σε έναν κροίσο
και έναν επίμονο ρεπόρτερ γεννήθηκε μία από τις πιο χαρακτηριστικές
δημοσιογραφικές σχέσεις της εποχής.
Ο θαυμασμός του για εκείνη την εποχή
Ο
Λυμπερόπουλος δεν έκρυψε ποτέ τον θαυμασμό του για εκείνη την εποχή και για
τους ανθρώπους της. Στην προσωπική του ιστοσελίδα έγραψε αργότερα: «Γνώρισα
διασημότητες, που μόνο ως ρεπόρτερ θα μπορούσα να πλησιάσω». Και ανάμεσα στα
ονόματα που ανέφερε ήταν -πλην του Ωνάση- η Κάλλας, ο Μάνος Χατζιδάκις, η
Μελίνα Μερκούρη και ο Τέλης Σαβάλας — κάποιοι από τους οποίους έγιναν στενοί φίλοι
του.
Δεν
ήταν απλώς ένας δημοσιογράφος που γνώρισε διάσημους. Ήταν ένας ρεπόρτερ
που θεωρούσε τη δημοσιογραφία το διαβατήριο για να φτάσει σε ανθρώπους στους
οποίους διαφορετικά δεν θα είχε πρόσβαση.
Κι
ο κόσμος στον οποίο μπήκε δεν περιοριζόταν στην Αθήνα.
Μεγάλα ταξίδια
Το
1960 ταξίδεψε στη Νάπολη, χωρίς την
αρχική έγκριση της εφημερίδας του, για να καλύψει τις επτά ολυμπιακές
ιστιοδρομίες του διαδόχου Κωνσταντίνου. Η επιμονή του δικαιώθηκε όταν το
«Έθνος» εξέδωσε παράρτημα μετά την τελευταία ιστιοδρομία.
Το
1962 βρέθηκε στη Cinecittà ως ο μοναδικός Έλληνας ανάμεσα στους ελάχιστους
ξένους δημοσιογράφους που προσκλήθηκαν στα γυρίσματα της «Κλεοπάτρας» με την
Ελίζαμπεθ Τέιλορ. Μου έλεγε, πολλά χρόνια μετά, ότι είχε σαγηνευθεί με τα μάτια
της!
Το 1966 βρέθηκε στη Νέα Υόρκη, όπου τον είχε καλέσει ο Σπύρος Σκούρας. Αντί όμως να ακολουθήσει την πορεία προς το Χόλιγουντ, προτίμησε να μείνει κοντά στον Μάνο Χατζιδάκι και τη Μελίνα Μερκούρη, που εκείνη την εποχή συμμετείχαν στο «Ίλια Ντάρλινγκ». Έμεινε στη Νέα Υόρκη έως το 1968, γνωρίζοντας, όπως έγραψε ο ίδιος, «γίγαντες».
Ούτε
ο ίδιος ήξερε πόσες δημοσιογραφικές αποστολές έκανε. Στις ΗΠΑ, πήρε χειρόγραφη
αφιέρωση από τον «βασιλιά» Έλβις Πρίσλεϊ, ενώ είχε «κλέψει» στιγμές ζωής πολλών αστέρων
παγκοσμίως. Από τον Τζιμ Λόντο μέχρι τον Φέρεντς Πούσκας, πριν
αυτός έρθει στην Ελλάδα και στον Παναθηναϊκό. Είχε συνομιλήσει με τον πολιτικό
και στρατιωτικό Νικόλαο Πλαστήρα, «το θρυλικό Μαύρο καβαλάρη, που φτωχός
γεννήθηκε, φτωχός και πέθανε», αποτύπωσε στο χαρτί τα μυστικά ζωής της Ζωζώς
Νταλμάς, ερωμένης του Κεμάλ Ατατούρκ και θρυλικής φιγούρας στα
πακέτα τσιγάρων «Σαντέ». Κατέγραψε την πορεία του Σταύρου Νιάρχου, σε
ένα από τα 15 βιβλία του, υπό τον υπότιτλο «Μεγαλοφυής, άπληστος, μανιακός», έγραψε για τους «Χρυσούς Έλληνες» και, εν
γένει, για τους Έλληνες «Υπέροχοι, απίθανοι και τρελοί». Συνάντησε τον Πελέ λίγο
πριν το Μουντιάλ της Βραζιλίας, ενώ έκανε παρέα συνομιλώντας δημοσιογραφικά (;;)
με τη Σοράγια, την αποκαλούμενη «θλιμμένη αυτοκράτειρα της Περσίας»…
Τηλεόραση
Η
τηλεόραση ήταν η φυσική συνέχεια αυτού του τρόπου ζωής. Ο Λυμπερόπουλος
δεν αντιμετώπισε την τηλεοπτική κάμερα ως ένα ακόμη μέσο δημοσιότητας. Την
έκανε εργαλείο έρευνας. Στην εκπομπή «Αθώος ή ένοχος» έφερε πρόσωπα και
υποθέσεις μπροστά σε ένα κοινό που μπορούσε πλέον να παρακολουθεί όχι μόνο την
είδηση αλλά και την αντιπαράθεση. Στον «Ελεύθερο Ρεπόρτερ» επέστρεψε σε
ιστορίες και ανθρώπους που είχε γνωρίσει προσωπικά.
Στο
αρχείο του για τη Μαρία Κάλλας, για παράδειγμα, παρουσιάζει συνεντεύξεις
και μαρτυρίες ανθρώπων από τον κύκλο της, ενώ μιλά και για τις δικές του
τηλεοπτικές συναντήσεις με τον Τζιοβάνι Μενεγκίνι και τον πατέρα της
Κάλλας.
Για
την Κάλλας, άλλωστε,
δεν ήταν ένας απλός παρατηρητής. Είχε συγκεντρώσει μαρτυρίες, ηχογραφήσεις και
προσωπικές αναμνήσεις και αντιμετώπιζε την ιστορία της όχι ως κοσμικό
κουτσομπολιό, αλλά ως ένα ανθρώπινο δράμα. Η δική του ματιά ενδιαφερόταν για τη
γυναίκα πίσω από τη ντίβα, για την καριέρα αλλά και την προσωπική πίκρα, για το
ταλέντο αλλά και την ελληνικότητά της.
Ο αυτοσαρκασμός
Ίσως
γι’ αυτό ο ίδιος προτιμούσε να αυτοσαρκάζεται. Στον επίσημο ιστότοπό του
περιέγραφε τη δημοσιογραφική του ζωή με μια εικόνα που ταίριαζε απόλυτα στον
χαρακτήρα του: «κωπήλατησε» σε ήρεμες θάλασσες με γοργόνες και δελφίνια, αλλά
και σε επικίνδυνα περάσματα με πιράνχας και σε αγριεμένους ωκεανούς με
καρχαρίες.
Κι ύστερα ερχόταν η αυτοκριτική, πάντα με χιούμορ: «Λένε ότι η δημοσιογραφία είναι υπέροχο επάγγελμα, αρκεί να την εγκαταλείψεις έγκαιρα. Εγώ την διοχέτευσα στα βιβλία μου. Τώρα και στο διαδίκτυο».
Δεν
την εγκατέλειψε, βέβαια, πραγματικά. Την μετέφερε από τις εφημερίδες στα
βιβλία, από την τηλεόραση στο προσωπικό του αρχείο και, στα τελευταία χρόνια,
στο διαδίκτυο. Εκεί συνέχισε να ανασύρει πρόσωπα, φωτογραφίες, ντοκουμέντα και
αναμνήσεις ενός ολόκληρου 20ού αιώνα.
Ο
Δημήτρης Λυμπερόπουλος έφυγε το 2019, σε ηλικία 94 ετών. Η ΕΣΗΕΑ τον
αποχαιρέτησε ως έναν δημοσιογράφο με μακρά και ιδιαίτερη διαδρομή, που άφησε
έντονο αποτύπωμα στον κλάδο.
Όμως
ίσως η πιο ακριβής νεκρολογία να είναι αυτή που έγραψε ο ίδιος για τον
εαυτό του. Δεν ισχυρίστηκε ότι άλλαξε τον κόσμο. Αντιθέτως, με εκείνον τον
αυτοσαρκασμό που τον χαρακτήριζε, έγραψε πως ως νέος δημοσιογράφος νόμιζε ότι
θα αλλάξει τον κόσμο, «αλλά δεν άλλαξα ούτε τον εαυτό μου».
Και
όμως, χωρίς να αλλάξει τον κόσμο, κατάφερε κάτι άλλο: τον έκανε να φανεί
πιο κοντινός στους Έλληνες.
Έφερε
στην ελληνική δημοσιογραφία τον αέρα των υπερωκεάνιων ταξιδιών, των χλιδάτων μεγάλων
ξενοδοχείων, των κινηματογραφικών στούντιο, των θαλαμηγών και των διεθνών
προσωπικοτήτων. Κυνηγούσε τον Ωνάση, συνομιλούσε με την Κάλλας, συναντούσε τον
Χατζιδάκι και τη Μελίνα, ταξίδευε στη Νέα Υόρκη και στη Cinecittà και επέστρεφε
με ιστορίες. Ίσως και για να ταΐσει τα αγαπημένα του άλογα στον ιππόδρομο…
Ήταν,
τελικά, ένας από τους τελευταίους εκπροσώπους μιας δημοσιογραφίας στην
οποία η αποκλειστικότητα δεν κερδιζόταν με ένα τηλεφώνημα ή ένα μήνυμα.
Κερδιζόταν με αναμονή, θάρρος, γνωριμίες, ένστικτο, ταξίδι και — πάνω απ’ όλα —
επιμονή.
Ίσως
γι’ αυτό η δική του τελευταία αυτοεικόνα να παραμένει τόσο χαρακτηριστική. Ένας
άνθρωπος που έζησε ανάμεσα στους «χρυσούς Έλληνες» και στις μεγάλες
προσωπικότητες του 20ού αιώνα, που κράτησε ζωντανό το αρχείο του και που, μέχρι
το τέλος, παρέμεινε ερωτευμένος με το επάγγελμα που του άνοιξε όλες αυτές τις
πόρτες.
Ο
Δημήτρης Λυμπερόπουλος δεν ήταν απλώς ο ρεπόρτερ που κατάφερε να ανέβει στη
«Χριστίνα». Ήταν ο ρεπόρτερ που κατάλαβε νωρίς πως, για να πεις μια μεγάλη
ιστορία, πρέπει πρώτα να βρεθείς εκεί όπου γράφεται…




Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου