Σάββατο, 15 Απριλίου 2017

Μεταξύ μας με καφέ και με τσιγάρο (Νο 120)


Το εβδομαδιαίο χρονογράφημα του grpost,
δια χειρός Πέμης Γκανά


Στέφανον εξ ακανθών και… καραμέλες….

Να θέλεις να αγιάσεις, μαντάμ, και να μην μπορείς.
Άφησα, που λέτε, τα παιδιά μου στην φίλη Αθηνά- πήρε η Αθηνούλα μαζεμένες δυο βαλεριάνες με τρόπο καθόλου διακριτικό, έκανε και το σταυρό της, πως να τα βγάλει πέρα με τους Ταλιμπάν μου και την κόρη της- εγώ πάλι πήρα, απλά, μόνο το Εγκόλπιο της Μεγάλης Εβδομάδας, και τράβηξα τον
ανήφορο να πάω να εκκλησιαστώ, Μεγάλη Πέμπτη και ώρα έξι απογευματινή.
Μισή και πλέον ώρα πριν την έναρξη της λειτουργίας. 
Κάθισα ήσυχη στην κάθισμά μου, και περίμενα...
Όλα καλά μέχρι εδώ θα μου πείτε, και θα συμφωνήσω μαζί σας.
Ήρθε, όμως φουριόζα, δεκαπέντε λεπτά μετά, ο τυφώνας κυρία Ευθαλία.
Η γνωστή μαντάμ Ευθαλί, της γειτονιάς μας.
Μαζί με τις φίλες της.
Ίσαμε καμιά εικοσαριά.
Χαμός έγινε.
-Σήκω, μου λέει, κάθεσαι στην θέση μου! Εδώ κάθομαι εγώ.
-Να σηκωθώ κυρία Ευθαλία μας, αλλά δεν είναι σωστό! Τόσες κενές θέσεις έχει παρά δίπλα.
-Εσύ να πας να κάτσεις εκεί, που βγάζεις και γλώσσα, έρχεσαι μια φορά τον χρόνο και θες και θέση. Αλιβάνιστη, ε αλιβάνιστη...
Εξεμάνη η κυρία Ευθαλία.
Σηκώνομαι που λέτε, ντροπιασμένη, γιατί άρχισαν τα κρυφογελάκια και τα κρυφοσκουντήγματα μεταξύ των θείων, και πιστέψτε με δεν θέλει κανείς να πέσει στο στόμα τους.
Πήγα -σαν μικρότερη που ήμουν αλλά και χάριν της μέρας-  δυο σειρές παραπέρα.
-Πιασμένη, μου λέει, μια αγριεμένη κοπέλα με μακριές φούστες. Και βάζει το άι φον της στην καρέκλα δίπλα της.
Τέλος πάντων βρήκα ένα ριμαδοκάθισμα και στρογγυλοκάθισα.
Ήρθε τότε και μια μαμά με την κόρη της -πάνω από τέσσερα δεν ήταν το παιδί- που είχε σπαράξει στο κλάμα γιατί ήθελε το ταλαίπωρο, να γυρίσει στο σπίτι για να δει το Μπόμπ, τον σφουγγαράκη. Στο Νικελόντεον. Το ποταπό.
Καμία σημασία δεν έδινε στα παρακάλια του παιδιού η μητέρα.
Και ουδόλως νοιαζόταν, πρώτιστος, για το παιδί, και δευτερευόντως για εμάς τους υπόλοιπους!  
Κάθισε και μια κυρία δίπλα μου, που έβγαλε κι ένα σακουλάκι καραμέλες.
Ευγενέστατη μου πρόσφερε μια!
Εξεπλάγην, μα την αλήθεια.
«Θα έχει υπογλυκαιμία» σκέφτηκα και αρνήθηκα.
Χτύπησε η καμπάνα βγήκε και ο ιερέας και άρχισε η λειτουργία.
«Δόξα τω Θεώ» σκέφτηκα.
Ή άρχισε η λειτουργία, όμως, ή όχι, ένα και το αυτό.
Κανείς δεν πτοήθηκε.
Μια οχλαγωγία, ένα κακό. Μια θεία μιλούσε ακόμη στο κινητό δίνοντας τις «συντεταγμένες» του ναού σε μια φίλη που είχε κάνει λάθος και πήγε σε παρακείμενη ενορία.
Μια άλλη τσακώθηκε, με ένα κύριο που έκανε το λάθος να καθίσει δίπλα της.
-Φύγε από δω, Χριστιανέ μου, σ΄ των αντρώνε να πας!
-Μα κάθονται γυναίκες και εκεί!
-Άμε στο καλό, άνθρωπε μου, και μη με κολάζεις. Μέρα που είναι!
Έφυγε ο κύριος, κουνώντας το κεφάλι του:
-Θες και εκκλησία, τρομάρα σου.
-Βρε δεν μας παρατάς, όρεξη έχεις, κοίτα κυρία Ευθαλία, ο αντίχριστος, με τάραξε!
-Σσστ!
Τι «σουτ» όμως, ο κακός χαμός γινόταν.
Τα παιδάκια τρέχανε στο ναό, λες και βρίσκονταν σε παιδότοπο και οι μητέρες, νεαρότατες οι περισσότερες, απερίσπαστες στα θρησκευτικά καθήκοντα της ημέρας, επιδίδονταν σε συνεχείς γονυκλισίες, αφήνοντας τα παιδιά τους ελεύθερα να αλωνίζουν.
Η κυρία δίπλα μου έτρωγε ασταμάτητα καραμέλες, και προσπαθούσε να βρει την σωστή σελίδα στο Εγκόλπιο.
Χράτσα -χρούτσα, χράτσα- χρούτσα, όλη την ώρα.
-Με βοηθάς; μου λέει κάποια στιγμή, σκουντώντας με.
-Να σας βοηθήσω!
-Δεν σε έχω ξαναδεί στην εκκλησία. Δεν έρχεσαι;
-Δύσκολα, αλλά στα σίγουρα έρχομαι κάθε Μ. Πέμπτη.
-Α! Χάνεις (!).
....
Το κοριτσάκι δυνάμωσε το κλάμα λέγοντας πως δεν μπορεί να αναπνεύσει, προφανώς από το λιβάνι, και η μητέρα του το έδωσε τρεις σειρές μπροστά. Στην δική της μητέρα!
Για να μην σας τα πολυλογώ, σκέφτηκα πολλάκις να φύγω και άλλες τόσες σταμάτησα.
Βλέπετε, δεν μπορώ Μ. Πέμπτη να μείνω στο σπίτι μου την ώρα που ο Ιησούς κρεμάτε επί ξύλου...
Και όταν το πήρα απόφαση, σας διαβεβαιώνω, πως δεν άκουγα τίποτα παρά μόνο την φωνή των ιερέων. Όλα σώπασαν, γαλήνη και ηρεμία με περιέβαλε. Έμεινα εκστασιασμένη να παρακολουθώ το Θείο Δράμα.
Τα φώτα έσβησαν και ο Ιησούς, ταπεινός, ξανασταυρώθηκε μπρος τα μάτια μας.
Σπαραγμός, δάκτυλα μπλεγμένα, μάτια δακρυσμένα:
«Σήμερον κρεμάται επί ξύλου,
ο εν ύδασι την γην κρεμάσας.
Στέφανον εξ ακανθών περιτίθεται,
ο των αγγέλων βασιλεύς.
Ψευδή πορφύραν περιβάλλεται
ο περιβάλλων τον ουρανόν εν νεφέλαις.
Ράπισμα κατεδέξατο,
ο εν Ιορδάνη ελευθερώσας τον Αδάμ.
Ήλοις προσηλώθη,
ο Νυμφίος της Εκκλησίας.
Λόγχη εκεντήθη, ο Υιός της Παρθένου.
Προσκυνούμεν σου τα Πάθη, Χριστέ.

Και εγώ κατάλαβα, επιτέλους, πως καθόλου δεν παίζει ρόλο η φασαρία και η οχλαγωγία την στιγμή που είσαι μπρος το Θείο.
Μόνος.

Έφυγα λίγο μετά, δακρυσμένη, μα ήρεμη.
Αγκάλιασα και την κυρία Ευθαλία και φιλιώσαμε ευχόμενες «Καλή Ανάσταση».
Γεμάτη συναισθήματα αγάπης γύρισα πίσω, δεν μπορώ βέβαια να πω το ίδιο και για την φίλη Αθηνά καθώς είχε φρικάρει με τα παιδιά.
Συζητήσαμε με τους μικρούς ώρα πολύ για το πραγματικό νόημα της ημέρας και το κήρυγμα της αγάπης του Θεανθρώπου.
Αγκαλιαστήκαμε όλοι και τους υποσχέθηκα πως του χρόνου, θα τους πάρω μαζί μου.

Σας φιλώ φίλοι μου καλοί και αγαπημένοι και σας ασπάζομαι.
Εύχομαι να βρει ο καθένας μας το φως και η λύτρωση που αποζητά...

ΥΓ1. Θερμή παράκληση, εάν μπορούμε ας μην κάνουμε φασαρία στην εκκλησία.
Ενοχλούνται περίεργοι τύποι, να, κάποιοι σαν εμένα...
ΥΓ2. κ. Σακελλαρόπουλε τι έμαθα; Γίνατε λέει βίγκαν; Και την Κυριακή του Πάσχα θα φάτε, λέει, μόνο σαλατούλα! Τιμωρία γυμναστριούλας γαρ, λόγω του ότι τη Μεγάλη Τετάρτη καταβροχθίσατε μισό κατσίκι;
Καλά λένε πως όλα εδώ πληρώνονται….





Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου