Κυριακή 12 Ιουλίου 2026

Τάσος Νεράντζης: Ο πολιτικός που πίστεψε πως η πατρίδα είναι ευθύνη


 

Γράφει ο Νίκος Γ. Σακελλαρόπουλος

 Όποιος περπατά στον Πειραιά και πει το όνομα του Τάσου Νεράντζη, θα βρει αμέσως δεκάδες, εκατοντάδες, ακόμη και χιλιάδες συνομιλητές και θιασώτες του πολιτικού λόγου και της πολιτικής του ευπρέπειας.

Πέρασαν πέντε χρόνια από τη φυγή του για τους ουρανούς κι ακόμη μνημονεύεται με νοσταλγία. Όχι και πολύ σύνηθες αυτό για πολιτικό.

Η αλήθεια είναι ότι υπάρχουν άνθρωποι που περνούν από την πολιτική αφήνοντας πίσω τους αξιώματα. Και υπάρχουν εκείνοι που αφήνουν αποτύπωμα χαρακτήρα. Ο Τάσος Νεράντζης ανήκε αναμφίβολα στη δεύτερη κατηγορία.

Η είδηση της απώλειάς του, τον Ιούλιο του 2021, δεν σήμανε μόνο το τέλος μιας μακράς πολιτικής διαδρομής. Σήμανε το κλείσιμο ενός κύκλου ανθρώπων που έβλεπαν την πολιτική όχι ως επάγγελμα, αλλά ως αποστολή. Ανθρώπων που μεγάλωσαν με τη βαθιά πεποίθηση ότι η Ελλάδα δεν οικοδομείται με συνθήματα, αλλά με θεσμούς, συνέπεια και προσωπική ευθύνη.

Γέννημα της Νίκαιας, παιδί μιας λαϊκής γειτονιάς του Πειραιά, ο Τάσος Νεράντζης

κουβάλησε σε όλη του τη ζωή εκείνη την αυθεντική αμεσότητα των ανθρώπων που δεν ξέχασαν ποτέ από πού ξεκίνησαν. Σπούδασε Νομική, άσκησε τη δικηγορία, διακρίθηκε ακόμη και στον αθλητισμό ως πρωταθλητής επιτραπέζιας αντισφαίρισης σε νεαρή ηλικία. Όμως η μεγάλη του αγάπη ήταν η δημόσια ζωή.  Ήταν από τα ιδρυτικά στελέχη της Νέας Δημοκρατίας. Δεν προσχώρησε σε ένα έτοιμο πολιτικό οικοδόμημα, συμμετείχε στη δημιουργία του. Για εκείνον, η παράταξη δεν ήταν ένας εκλογικός μηχανισμός. Ήταν η πολιτική έκφραση μιας ιδεολογίας που συνέδεε την ελευθερία με την ευθύνη, την πίστη στους δημοκρατικούς θεσμούς με την εθνική αυτοπεποίθηση και τον πατριωτισμό με τη μετριοπάθεια.

Εκλέχθηκε για πρώτη φορά βουλευτής το 1974, στη μεγάλη μεταπολιτευτική στιγμή της χώρας. Από τότε και για δεκαετίες οι πολίτες της Β' Πειραιώς ανανέωναν την εμπιστοσύνη τους στο πρόσωπό του. Δεν υπήρξε πολιτικός των εντυπώσεων. Δεν επεδίωξε ποτέ τον εύκολο θόρυβο. Προτιμούσε την επιχειρηματολογία από την κραυγή και τον διάλογο από τη σύγκρουση για τη σύγκρουση.

Ως υφυπουργός, ως Γενικός Γραμματέας της Βουλής, ως Αντιπρόεδρος του Ελληνικού Κοινοβουλίου και ως πρόεδρος της Επιτροπής Θεσμών και Διαφάνειας υπηρέτησε έναν χώρο που πίστευε βαθιά: τους θεσμούς. Για τον Νεράντζη, η Δημοκρατία δεν ήταν μια αφηρημένη έννοια. Ήταν μια καθημερινή άσκηση ευθύνης, σεβασμού στους κανόνες και προσήλωσης στη συνταγματική τάξη.

Όσοι συνεργάστηκαν μαζί του μιλούσαν για έναν άνθρωπο με σπάνια εργατικότητα. Από εκείνους που διάβαζαν κάθε φάκελο, που προετοιμάζονταν σχολαστικά πριν από κάθε συνεδρίαση, που θεωρούσαν ότι ο σεβασμός προς τους πολίτες αρχίζει από τον σεβασμό προς τη δουλειά τους. Δεν αναζητούσε τον προσωπικό μύθο. Προτιμούσε να υπηρετεί αθόρυβα.

Η ιδεολογική του πυξίδα ήταν σταθερή. Πίστευε σε μια Ελλάδα βαθιά ευρωπαϊκή αλλά και βαθιά συνειδητοποιημένη ως προς την ιστορία και την ταυτότητά της. Θεωρούσε ότι η ελευθερία δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς νόμο, ούτε η ανάπτυξη χωρίς ισχυρούς θεσμούς. Έβλεπε την πολιτική ως χώρο σύνθεσης και όχι ως πεδίο προσωπικής προβολής. Αυτή η φιλοσοφία τον συνόδευσε σε όλη τη δημόσια διαδρομή του.

Ίσως η μεγαλύτερη αρετή του να ήταν η πίστη του στη διάρκεια. Σε μια εποχή που η πολιτική μετριέται συχνά με τον θόρυβο της στιγμής, εκείνος επέλεξε να επενδύσει στον χρόνο. Να χτίζει σχέσεις εμπιστοσύνης, να παραμένει συνεπής στις αρχές του και να μην αλλάζει πορεία ανάλογα με τους πολιτικούς ανέμους.

Ο Τάσος Νεράντζης ανήκε σε μια γενιά που αντιμετώπιζε τη Βουλή ως ιερό χώρο της Δημοκρατίας. Η ιδιότητα του Αντιπροέδρου δεν ήταν για εκείνον τίτλος προβολής. Ήταν καθήκον απέναντι στο Κοινοβούλιο και στο Σύνταγμα.

Σήμερα, χρόνια μετά την απουσία του, η φυσική του παρουσία λείπει. Παραμένει όμως ζωντανή η εικόνα ενός πολιτικού που δεν εγκατέλειψε ποτέ τις αρχές του. Ενός ανθρώπου που πίστευε ότι η αξιοπρέπεια προηγείται της δημοφιλίας, ότι η προσφορά αξίζει περισσότερο από τη δημοσιότητα και ότι η πατρίδα απαιτεί περισσότερη ευθύνη παρά λόγια.

Η ιστορία θα συνεχίσει να κρίνει τις πολιτικές επιλογές όλων των προσώπων της δημόσιας ζωής. Όμως για τον Τάσο Νεράντζη δύσκολα μπορεί να αμφισβητήσει κανείς κάτι βαθύτερο: ότι υπηρέτησε με πίστη, συνέπεια και αίσθημα καθήκοντος την παράταξή του, το Κοινοβούλιο και την Ελλάδα.

Και ίσως αυτό να είναι τελικά η ουσία μιας πολιτικής διαδρομής: να φεύγει ο άνθρωπος, αλλά να μένει η αίσθηση πως υπήρξε ένας από εκείνους που αντιμετώπισαν την πολιτική ως λειτούργημα και όχι ως μέσο προσωπικής δικαίωσης.

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου