Γράφει
ο Νίκος Γ. Σακελλαρόπουλος
Υπάρχει ένας ιδιαίτερα βολικός τρόπος να ασκείς πολιτική: να περιμένεις να περάσουν τα χρόνια, να έχουν ληφθεί οι αποφάσεις, να έχουν κριθεί οι συνέπειες και, όταν πια δεν κινδυνεύεις να χρεωθείς τίποτα, να εμφανίζεσαι ως αυστηρός τιμητής των πάντων. Ακόμη κι αν είσαι ο άνθρωπος που άνοιξε τη «λεωφόρο της χρεοκοπίας»!
Αυτός
ο ρόλος φαίνεται να ταιριάζει όλο και περισσότερο στον Κώστα Καραμανλή.
Ο
πρώην πρωθυπουργός ανακάλυψε ξανά τον πατριωτισμό, τις εθνικές
εκκρεμότητες, τα λάθη της εξωτερικής πολιτικής και τους κινδύνους των διεθνών
συσχετισμών. Όλα αυτά είναι ασφαλώς σοβαρά ζητήματα. Το ερώτημα, όμως, δεν
είναι αν δικαιούται να μιλά. Φυσικά και δικαιούται. Το ερώτημα όμως, είναι
πολύ πιο ενοχλητικό: με ποια αξιοπιστία ζητά σήμερα λογαριασμό από τους
άλλους, όταν ο ίδιος έχει κυβερνήσει τη χώρα και έχει αφήσει πίσω του έναν δικό
του, βαρύ πολιτικό απολογισμό;
Διότι
η Ελλάδα δεν είναι πολιτικό εργαστήριο για πρώην πρωθυπουργούς που ανακαλύπτουν
εκ των υστέρων τις σωστές απαντήσεις. Ούτε η εξωτερική πολιτική είναι χώρος για
ανέξοδες διαπιστώσεις, όπου ο καθένας μπορεί να καταγγέλλει τα πάντα χωρίς να
εξηγεί τι θα έκανε ο ίδιος όταν είχε την εξουσία.
Πατριωτισμός κατόπιν εορτής
Ας
ξεκινήσουμε από το Μακεδονικό.
Ο Κώστας Καραμανλής δεν ήταν ένας απλός παρατηρητής της πολιτικής ζωής όταν
άνοιγε και έκλεινε αυτό το κεφάλαιο. Δεν ήταν κάποιος που παρακολουθούσε τις εξελίξεις από απόσταση, χωρίς θεσμικό βάρος, χωρίς πολιτική εμπειρία και χωρίς δυνατότητα παρέμβασης.Υπήρξε
πρωθυπουργός.
Γνώριζε το ζήτημα, γνώριζε τις διεθνείς ισορροπίες και γνώριζε πόσο δύσκολο
ήταν να βρεθεί μια λύση που θα εξασφάλιζε τα ελληνικά συμφέροντα.
Είναι
και κάτι ακόμη:
Όταν οι Τσίπρας -Κοτζιάς, έφεραν τη συμφωνία με τα Σκόπια, πού ήταν ο
Καραμανλής; Εκτός Ελλάδας; Γιατί δεν είπε κουβέντα τότε;
Και
τώρα, χρόνια μετά, οι εθνικές ευαισθησίες επιστρέφουν στο προσκήνιο με την
ασφάλεια της χρονικής απόστασης.
Μόνο
που ο πατριωτισμός δεν μετριέται με το πόσο αυστηρή είναι μια ομιλία οκτώ
χρόνια μετά. Μετριέται και με το τι έκανες όταν οι αποφάσεις βρίσκονταν μπροστά
σου, όταν υπήρχαν περιθώρια παρέμβασης και όταν η πολιτική σιωπή είχε επίσης
συνέπειες.
Είναι
εύκολο να εμφανίζεσαι δικαιωμένος από την εξέλιξη των γεγονότων. Δύσκολο
είναι να εξηγήσεις τι ακριβώς έκανες για να την επηρεάσεις.
Λιβύη: οι χαμένες ευκαιρίες δεν σβήνουν
με μια ομιλία
Το
ίδιο ερώτημα αφορά και τις ελληνολιβυκές σχέσεις.
Αν
υπήρχαν στο παρελθόν περιθώρια για μια καλύτερη διευθέτηση των θαλάσσιων
ζωνών, τότε οφείλουμε να εξετάσουμε ποιοι είχαν την ευθύνη, ποιες δυνατότητες
υπήρχαν και γιατί δεν αξιοποιήθηκαν. Δεν μπορεί, όμως, η συζήτηση να αρχίζει
και να τελειώνει στον … Μητσοτάκη, λες και η ελληνική διπλωματία ξεκίνησε να
λειτουργεί χθες.
Όταν
ένας πρώην πρωθυπουργός επανέρχεται σε τέτοια ζητήματα, η αυτονόητη ερώτηση
είναι μία: τι ακριβώς κατάφερε ο ίδιος όταν είχε στα χέρια του τα εργαλεία της
εξουσίας; Κι ειδικά σε καλύτερες συνθήκες και με τον Καντάφι εν ζωή και φίλα
προσκείμενο;
Γιατί
χάθηκε αυτή η ευκαιρία, επί Κώστα Καραμανλή; Αν δεν υπήρξε, γιατί
παρουσιάζεται σήμερα σαν να ήταν όλα απλά και αυτονόητα;
Η
πολιτική ευθύνη δεν λειτουργεί επιλεκτικά. Δεν μπορεί να βαραίνει μόνο όσους
κυβερνούν σήμερα και να εξαφανίζεται για όσους κυβέρνησαν χθες.
Αναθεώρηση του «ανήκομεν στη Δύση»;
Ακόμη
σοβαρότερο είναι το ζήτημα του διεθνούς προσανατολισμού της χώρας. Η Ελλάδα
ανήκει στη Δύση θεσμικά, πολιτικά και στρατηγικά, από τα χρόνια του
Κωνσταντίνου Καραμανλή. Αν δεν ανήκε θα ήταν μια τριτοκοσμική κατεστραμμένη
χώρα, φέουδο των εχθρών της. Χώρια που αν δεν ανήκε στη Δύση, θα είχε διαλυθεί
ως Οικονομία και κοινωνία, από τη χρεοκοπία που την οδήγησε αρχικά η κυβέρνηση
Κώστα Καραμανλή.
Επιπλέον,
είναι σαφές ότι οι συμμαχίες δεν καταργούν την εθνική αξιοπρέπεια ούτε
απαγορεύουν τη διεκδίκηση ανταλλαγμάτων.
Υπάρχει,
όμως, μια θεμελιώδης
διαφορά ανάμεσα στην αυτονομία μιας χώρας και στην καλλιέργεια της εντύπωσης
ότι μπορεί να πατά σε δύο βάρκες χωρίς συνέπειες, όπως εντέχνως υποστηρίζει ο
Κώστας Καραμανλής.
Η
Ελλάδα χρειάζεται συμμάχους, ισχυρές διεθνείς σχέσεις και διπλωματία που να
αποδίδει. Δεν χρειάζεται γεωπολιτικές ασκήσεις εντυπωσιασμού ούτε αμφίσημα
μηνύματα που επιτρέπουν στον καθένα να ερμηνεύει τις ελληνικές προθέσεις όπως
τον βολεύει.
Κι
εδώ ο Καραμανλής οφείλει να γίνει συγκεκριμένος.
Α. Ποια ακριβώς
στρατηγική προτείνει;
Β. Ποια συμμαχία
θέλει να ενισχύσει αντί της Δύσης; Του Πούτιν ή των Κινέζων;
Γ.
Ποιες δεσμεύσεις εισηγείται να αναθεωρήσουμε;
Δ.
Ποιο είναι το κόστος και ποιο το όφελος των επιλογών του;
Η
επίκληση μιας «πολυδιάστατης» εξωτερικής πολιτικής δεν αποτελεί από
μόνη της σχέδιο. Και αν πίσω από την έντεχνη κριτική προς τη Δύση υπονοείται
ότι η Ελλάδα πρέπει να αναζητήσει ένα διαφορετικό γεωπολιτικό στήριγμα στη
Μόσχα ή αλλού, τότε η συζήτηση πρέπει να γίνει ανοιχτά. Όχι με υπαινιγμούς, όχι
με μισόλογα και όχι με την πολυτέλεια να μένουν αναπάντητα τα βασικά ερωτήματα.
Η
Ρωσία δεν είναι ένας ουδέτερος παρατηρητής των ελληνικών συμφερόντων. Η
Κίνα δεν είναι υποκατάστατο όλων των στρατηγικών σχέσεων της χώρας. Και η
γεωγραφία, η συμμετοχή στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η ιδιότητα του μέλους του ΝΑΤΟ και
οι πραγματικές απειλές στην περιοχή δεν αλλάζουν επειδή κάποιος δυσανασχετεί με
τη Δύση.
Η
εξωτερική πολιτική δεν είναι διαγωνισμός δυσαρέσκειας απέναντι στους συμμάχους.
Είναι η τέχνη να εξασφαλίζεις περισσότερα για τη χώρα σου χωρίς να υπονομεύεις
τα στηρίγματά της. Το έκανε ο Καραμανλής με την αιφνιδιαστική κι επιπόλαιη (sic) πολιτική του στο Βουκουρέστι κι η Ελλάδα
το πλήρωσε.
Η σιωπή όταν το πολιτικό κόστος ήταν πραγματικό
Υπάρχει,
ωστόσο, μια βαθύτερη αντίφαση στην πολιτική παρουσία του πρώην
πρωθυπουργού: η απόσταση ανάμεσα στη σημερινή αυστηρότητα και στη στάση που
κρατούσε όταν η δημόσια τοποθέτησή του μπορούσε να έχει άμεσο πολιτικό κόστος.
Ο
Κώστας Καραμανλής δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως ένας πολιτικός
αναλυτής που δικαιούται να σχολιάζει εκ των υστέρων τα λάθη όλων των άλλων.
Είναι μέρος της πολιτικής ιστορίας που σήμερα αξιολογεί.
Η
περίοδος της διακυβέρνησής του συνδέθηκε με μια βαθιά δημοσιονομική κρίση, με τη
δραματική επιδείνωση των δημοσιονομικών μεγεθών και με μια πολιτική κληρονομιά
για την οποία η χώρα πλήρωσε βαρύ τίμημα. Οι αιτίες της ελληνικής κρίσης ήταν
σύνθετες και δεν μπορούν να αποδοθούν σε έναν άνθρωπο ή σε μία κυβέρνηση. Αυτό,
όμως, δεν απαλλάσσει κανέναν από την ανάγκη να απαντήσει για τις δικές του
επιλογές.
Αν
σήμερα ο πρώην πρωθυπουργός θέλει να μιλά για εθνική ευθύνη, ας μιλήσει και
για τη δική του. Αν θέλει να κρίνει τη στρατηγική των άλλων, ας εξηγήσει και τη
δική του στρατηγική όταν είχε την εξουσία. Αν ζητά από τους σημερινούς
κυβερνώντες να λογοδοτούν, ας μην αντιμετωπίζει τον δικό του πολιτικό
απολογισμό σαν μια ενοχλητική υποσημείωση.
Δεν
υπάρχει πατριωτισμός δύο ταχυτήτων. Ένας για τους κυβερνώντες, που οφείλουν
να δίνουν εξηγήσεις κάθε μέρα, και ένας για τους πρώην, που μπορούν να
επιστρέφουν όποτε το επιλέγουν, να μοιράζουν πιστοποιητικά εθνικής ευαισθησίας
και να αποχωρούν χωρίς να απαντούν σε τίποτα.
Τα πραγματικά ερωτήματα για τον Κ. Καραμανλή
Είναι
σαφές ότι η κριτική έχει μεγαλύτερη αξία όταν συνοδεύεται από συνέπεια,
συγκεκριμένες προτάσεις και αυτοκριτική. Διαφορετικά, κινδυνεύει να μετατραπεί
σε μια πολιτική παράσταση για ένα κοινό που θέλει να ακούσει όσα ήδη πιστεύει.
Ο
Καραμανλής πρέπει να απαντήσει σε απλά, αλλά ουσιαστικά ερωτήματα:
1.
Ποια είναι η συγκεκριμένη εναλλακτική του πρόταση για
την Τουρκία;
2.
Ποια συμφωνία θα επιδίωκε και με ποιους όρους;
3.
Πώς θα ενίσχυε
τη θέση της Ελλάδας στην Ευρώπη και στο ΝΑΤΟ;
4.
Πώς θα διασφάλιζε ότι η χώρα θα διεκδικεί περισσότερα
χωρίς να απομονώνεται;
5.
Και, κυρίως,
ποια λάθη αναγνωρίζει στη δική του διακυβέρνηση;
Αν
έχει απαντήσεις, ας
τις καταθέσει.
Αν,
αντίθετα, η πολιτική του παρέμβαση εξαντλείται στην καταγγελία των σημερινών
επιλογών, χωρίς να περιγράφει μια εφαρμόσιμη εναλλακτική και χωρίς να
αναμετριέται με το δικό του παρελθόν, τότε το πρόβλημα δεν είναι ότι μιλά.
Είναι ότι ζητά να κρίνει χωρίς να κρίνεται.
Γιατί
η πολιτική δεν είναι οικογενειακό κειμήλιο. Το όνομα Καραμανλής δεν αποτελεί
τίτλο ισόβιας ασυλίας ούτε υποκατάστατο πολιτικού απολογισμού. Η ιστορία δεν
παραχωρεί λευκή επιταγή σε κανέναν, όσο βαρύ κι αν είναι το επώνυμό του.
Και
στο τέλος, το ερώτημα
παραμένει αμείλικτο:
Όταν
κυβερνούσε ο Κώστας Καραμανλής, τι ακριβώς έκανε, εκτός από την κουμπαριά
με τον Ερντογάν, αλλά και την ακινησία στα Σκόπια και στη Λιβύη; Και τι ακριβώς
ζητά σήμερα;
Να
πούμε και
κάτι ακόμη; Ο πατριωτισμός που
εμφανίζεται όταν έχει περάσει η ώρα των αποφάσεων είναι βολικός. Δεν είναι,
όμως, αρκετός.
Η
Ελλάδα δεν έχει ανάγκη από πρώην πρωθυπουργούς που επιστρέφουν από χρόνια
χειμερία νάρκη, για να εξηγήσουν…ότι φταίνε οι επόμενοι. Πλην Τσίπρα.
Έχει
ανάγκη από πολιτικούς,
έστω κι απόμαχους, που αναλαμβάνουν την
ευθύνη των δικών τους επιλογών, υπερασπίζονται με καθαρό λόγο τα εθνικά
συμφέροντα και δεν μπερδεύουν τη στρατηγική με τους υπαινιγμούς. Οι δε παραλείψεις
κι η χρόνια σιωπή, όσο κι αν περνούν τα χρόνια, δεν εξαφανίζονται με μια ομιλία…

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου