Γράφει
ο Θανάσης Διαμαντόπουλος
Ουδέποτε το έχω αποκρύψει: Τον εκ Μεσσηνίας ορμώμενο πρώην πρωθυπουργό -ή, κατά κάποιους συντοπίτες του, απλώς ψευδομεσσήνιο, καθότι οψιγενώς οικειοποιηθέντα την εκ της πατρίδας του Πετρόμπεη καταγωγή- δεν τον συμπαθώ ιδιαίτερα. (Έστω και αν του πιστώνω πως προσέφερε στη χώρα την πιο διακριτική πρώτη Κυρία που είχε ποτέ αυτή).
Βέβαια,
η κρίση μου αυτή δεν αφορά την ευρύτερη προσωπικότητά του, αφού δεν είχα την
ευκαιρία να τον συναναστραφώ, ώστε να τον συμπαθήσω ή αντιπαθήσω σε ανθρώπινο
επίπεδο. Αλλά το πολιτικό στίγμα του, την πολιτική διαδρομή του, όσα σφράγισαν
τη δημόσια πορεία του. Γιατί;
Μπορεί βέβαια να σφάλω, είμαι ωστόσο πεπεισμένος πως ένας συμφιλιωτικός συμβιβασμός
με τον επί χρόνια ακατανόμαστο, εν πολλοίς εξαιτίας του «άκαμπτου Αντώνη», βόρειο γείτονά μας ήταν εξαιρετικά εθνωφελής. Και απεδείχθη τέτοιος. (Καταδεικνύοντας μάλιστα την αντιφατικότητα και την πολυπλοκότητα της Πολιτικής, αφού πρόκειται για μια, κατά την εκτίμησή μου πάντα, εθνική υπηρεσία, που προσέφερε στον τόπο ο -κατά τα άλλα περίπου παντελώς αποτυχημένος- μόνος πρωθυπουργός στον οποίο η συγκεκριμένη τολμηρή επιλογή ήταν πολιτικά δυνατή.) Με ποιον τρόπο επωφελής;
Μας
διασφάλισε -και ως οικονομική και ως γεωπολιτική ενδοχώρα, θυμίζω
πως με τον ένταξη του στο ΝΑΤΟ αποκτήσαμε και τον έλεγχο του εναέριου χώρου
του- τον ιδανικό βόρειο γείτονα, το ιδανικό «buffer state»: Χώρα μικρή, χωρίς
έξοδο στη θάλασσα παρά μόνο δι’ ημών, χωρίς στρατό, χωρίς εθνολογική
ομοιογένεια, της οποίας η αυτόνομη ενιαία κρατική υπόσταση θα κινδύνευε χωρίς
τη δάνεια μακεδονική ταυτότητα και την ένταξη σε δυτικούς οργανικούς θεσμούς.
Μια
χώρα η οποία διαφορετικά είτε θα περιέπιπτε πιθανότατα στη ρωσική ή τουρκική
σφαίρα επιρροής είτε θα διαμελιζόταν από γείτονες πολύ πιο επικίνδυνους και με
δυνητικά πάντα ενεργές βλέψεις προς Θεσσαλονίκη. Σπάνια, λοιπόν, περίπτωση όπου
το διεθνοδικαιικά λογικό -το δικαίωμα αυτοπροσδιορισμού ενός έθνους με βάση
τους εθνικούς μύθους του, έστω και μη υποστηριζόμενους από την ιστορία, όπως
άλλωστε συμβαίνει με τους περισσότερους εθνικούς μύθους των λαών- συμβάδισε με
το συμφέρον αμφοτέρων των μερών.
Παράλληλα,
μη ων στέλεχος της ΝΔ, δεν εστιάζω ιδιαίτερα στην προδοσία της παράταξης η
οποία τον ανέδειξε. Θυμάμαι πάντως τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη που μου έλεγε:
«Ένας πρωθυπουργός, για να ελέγχει την κυβέρνησή του, πρέπει να ελέγχει τα
υπουργεία Οικονομικών και Εξωτερικών, άρα επικεφαλής τους πρέπει να τοποθετεί
νέο, ετερόφωτο πολιτικό, που θα του το οφείλει και θα του είναι απόλυτα
πιστός». Στη συνέχεια επικεφαλής και των δύο τοποθέτησε διαδοχικά τον Σαμαρά…
Τούτων
δοθέντων, όμως, -και με την εκτίμηση πως στην υπηρεσία του πείσματος και των
προσωπικών στόχων του ο αενάως ανησυχών για τα εθνικά ζητήματα και παντού
εθνομειοδότες εντοπίζων πολιτικός δεν έχει φραγμούς στα μέσα που χρησιμοποιεί
ούτε αναστολές από τις συνέπειές τους, πρωτίστως τη συμβολή τους στην
ακυβερνησία της χώρας- οφείλω να αναγνωρίσω:
Ο
Σαμαράς είναι πολιτικός παίκτης: Ξέρει πού, πώς, πότε να κατευθύνει τα
πλήγματά του, σε ποια κοινωνική και ιδεολογική βάση να στηρίξει τα χτυπήματά
του, ποια φλέβα να χτυπήσει κάθε φορά για να μεγιστοποιήσει τις ζημιές στον
στόχο του.
Από
την άλλη πλευρά όμως…
Τη
σημαία του αντισυστημισμού ύψωσε και η -ευειδής, αλλά μόνο αυτό- ακραία έκφραση
του πολιτικού ερασιτεχνισμού και της θλιβερής ασχετοσύνης. Η γυναίκα η οποία,
αν είχε αυτογνωσία, θα αντιλαμβανόταν τον αυτοεξευτελισμό της σχεδόν σε κάθε
δημόσια παρέμβασή της.
(Η
πιο ακραία ίσως εκδήλωσή αυτού του αυτοεξευτελισμού: Όταν ρωτήθηκε για την
«επί του πεδίου» αντίδραση σε περίπτωση που οι Τούρκοι αποπειραθούν να
εμποδίσουν την πόντιση του καλωδίου, άρχισε κάτι να ψελλίζει, οπότε παρενέβη
από δίπλα της «συνεργάτης» της συνταγματάρχης που πάνω-κάτω είπε: «αφήστε θα
σας τα πω εγώ»). Ενώ με την τελευταία δήλωσή της, ότι μετεκλογικά οι εταιρείες
δημοσκοπήσεων θα λογοδοτήσουν, απέδειξε πως της είναι ευκολότερο κάποιος να
λειτουργήσει σαν εθνικός γελωτοποιός παρά σαν εθνικός σωτήρας.
Συμπερασματικά…
Εν
προκειμένω έχουμε δύο διακριτές εκφάνσεις του αντισυστημισμού: Η μία
είναι επικίνδυνη, η άλλη αστεία. Το ζήτημα είναι αν η μία μπορεί να
διεισδύσει μέσα στην άλλη, αφού και η γελοιότητα ενδέχεται να δυσχεράνει την
κυβερνησιμότητα της χώρας και το γινάτι μπορεί να φτάσει σε όρια αστειότητας…
Πηγή: Liberal.gr


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου