Πέμπτη, 13 Ιουλίου 2017

Αντί χρημάτων...παραλογισμός


Από τη Θεσσαλονίκη 
γράφει
ο Μιχάλης Δεμερτζής



Α. Ο σοσιαλιστικός δρόμος

Η κυβέρνηση που ευτυχήσαμε να έχουμε εν τω μέσω της χειρότερης οικονομικής κρίσης μετά τη χρεοκοπία του ’32, είναι από εκείνες που, αναλαμβάνοντας τα ηνία από τις παραδοσιακές, «καπιταλιστικές» ελίτ, έχουν ως κεντρικό πυλώνα πολιτικής την αναδιανομή του πλούτου.
Έχουν υπάρξει κι άλλες τέτοιες σε διάφορες χώρες του πλανήτη και αυτοαποκαλούνται «σοσιαλιστικές».
 Ένας ακριβέστερος (αλλά δυστυχώς αδόκιμος) όρος θα ήταν «λεφτοδεντρικές» κι ένας
γενικότερος (πιο αποδεκτός από τη μία, όχι αποκλειστικός από την άλλη), «αυθεντικά λαϊκίστικες».
Αντιπροσωπεύοντας την επιθυμία του λαού, μία λαϊκίστικη κυβέρνηση, αφού έχει πάρει την εξουσία με τις ανάλογες υποσχέσεις, μοιράζει χρήματα στους ψηφοφόρους της. Στα αποτελέσματα της παραπάνω πρακτικής εντάσσονται η δημιουργία πιστών ακολούθων τού λαϊκιστή ηγέτη και η φθορά των απρόσωπων θεσμών, οπότε και προοδευτικά η κυβέρνηση κάνει το κράτος συγκεντρωτικό και δικό της.
Αυτή η πρακτική έχει βεβαίως ολέθριες συνέπειες, πρωταρχικώς για την οικονομία της χώρας, αφού δεν παράγονται και πολλά πέραν δημόσιου χρέος. Κι αν στη Βενεζουέλα του Τσάβες ή στην Ελλάδα του Ανδρέα πρόλαβαν τουλάχιστον να ζήσουν το όνειρο, στην Ελλάδα του Τσίπρα ζούμε έναν εφιάλτη.
Κι αυτό, γιατί πρέπει να είναι ο πρώτος ηγέτης που προσπαθεί να εφαρμόσει την εξαγγελμένη και κατά την ιδεολογία του αναδιανομή χωρίς να υπάρχουν χρήματα. Ακόμα και στην Αργεντινή πρόλαβαν να μοιράσουν κάποια (εξ ου και το «μακάρι να ήμασταν Αργεντινή») πριν χρεοκοπήσουν.
Χρησιμοποιώντας έξωθεν χρηματικές δόσεις που είναι υπολογισμένες να αρκούν ίσα ίσα για να αναπνέουμε (αν θέλουμε κάτι παραπάνω οφείλουμε να το πετύχουμε μόνοι μας), η συγκυβέρνηση προσπαθεί να χτίσει το δικό της κράτος, κρατώντας την οικονομία στα όριά της.
Για να είμαστε ακριβέστεροι, δεν την κρατά κάπου, την βυθίζει περισσότερο. Έχει δηλαδή πετύχει το εξής ακατόρθωτο: Ενώ η ΕΕ έχει καταστήσει σαφές ότι δεν πρόκειται να αφήσει την Ελλάδα να χρεοκοπήσει, η εμπιστοσύνη απομακρύνεται περισσότερο από την ελληνική οικονομία.
Είναι χαρακτηριστικό πως, σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία, μετά από μια μικρή αύξηση των καταθέσεων αμέσως μετά το κλείσιμο της αξιολόγησης που έφτασε τα 600 εκατ. ευρώ, ακολούθησε, όπως παρατηρήθηκε την προηγούμενη εβδομάδα, μια μείωση της τάξης του 1 δισ. ευρώ!
Προφανώς επειδή, όχι απλά εκρέουν χρήματα που ψάχνουν για επενδύσεις στο εξωτερικό, αλλά, όταν η ύφεση παραμένει, με ή χωρίς ευρωπαϊκή στήριξη, τα νοικοκυριά συνεχίζουν να «τρώνε από τα έτοιμα».

Β. Πριν από τους θεσμούς, καταρρέουν τα προσχήματα

Η επιμονή στο λάθος οικονομικό μοντέλο σε συνδυασμό με την άρνηση των κυβερνώντων για παράδοση της εξουσίας, διαχέει τον παραλογισμό και στις υπόλοιπες πτυχές της πολιτικής. Με τα δημόσια ταμεία άδεια, η «προγραμματισμένη» σταδιακή φθορά των κοινοβουλευτικών θεσμών δίνει τη θέση της στην απότομη σύγκρουση μαζί τους.
Με άλλα λόγια, προσπαθώντας να τετραγωνίσει τον κύκλο, η συγκυβέρνηση συγκρούεται με οτιδήποτε εγγυάται ότι η Ελλάδα μπορεί να υπάρξει ως κανονικό κράτος πέραν των όποιων περιπτωσιακών σφαλμάτων.
Συνεπώς, δεν μπορεί κανείς να περιμένει ρεαλιστικά ότι η ένταση ανάμεσα σε εκείνη και την Δικαιοσύνη θα καταλαγιάσει. Το αντίθετο θα συμβεί και ο καθένας θα συνεχίσει με τα «όπλα» του. Αντισυνταγματικά νομοσχέδια από τη μία, συνταγματικές, για κάποιους «αντικυβερνητικές», αποφάσεις από την άλλη.
Εδώ, μέχρι και το… ταπεινό Ινστιτούτο Εκπαιδευτικής Πολιτικής αποτελεί «θεσμικό εμπόδιο». Ειπώθηκε κάτι στον «αέρα» από τον αρμόδιο υπουργό για κατάργηση των Πανελλαδικών Εξετάσεων, το ΙΕΠ είπε το αυτονόητο- εισαγωγή σε ΑΕΙ χωρίς εξετάσεις δεν γίνεται-  και ο υπουργός επανέρχεται, ξανά καταργώντας αυτές με τα λόγια.
Δεν γινόταν απλά να μην πει τίποτα και, αν ήθελε να τις καταργήσει, να κατήρτιζε ένα οποιοδήποτε εναλλακτικό σχέδιο προς παρουσίαση. Έπρεπε μόνο να υπενθυμίσει στο λαό ότι οι θεσμοί σταματούν εκεί που αρχίζει το κυβερνητικό αφήγημα.
Σε μια τέτοια καθημερινότητα, οι συνομιλίες κορυφαίου υπουργού με ισοβίτη ή ο διορισμός  της τέως επικεφαλής της Δικαιοσύνης στο πρωθυπουργικό γραφείο δεν ξεχωρίζουν περισσότερο από όσο ξεχωρίζει η άνοδος δύο βαθμών Κελσίου μέσα σε καλοκαιριάτικο καύσωνα.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου