Παρασκευή, 21 Ιουλίου 2017

ΕΥΑερα: «Στο παλιό ‘λεωφορείο’, ο καθείς κι ένα φορτίο...»



Γράφει
η Εύα Τσαροπούλου


Κάθε που καλοκαιριάζει, έρχεται στην επιφάνεια ο «μοναχικός» εαυτός μου.

Όχι πως είμαι μοναχική στ’ αλήθεια, μάλλον ήσυχη με λες. Απλώς, όταν πηγαίνω στη θάλασσα, δεν έχω ανάγκη από περιττά παρλαρίσματα, ούτε από άλλους θορύβους, διότι αποτελούν τόσο μεγάλο μέρος της καθημερινότητάς μου, που το μόνο που θέλω, είναι να τρέξω όσο πιο μακριά τους γίνεται, σε κάθε δυνατή ευκαιρία.

Φαίνεται πως γερνάω επικίνδυνα, διότι περνάω καλά μοναχή μου, με τα βιβλία μου αγκαλιά στην
ξαπλώστρα, με το νερό να με νανουρίζει και με τον ήλιο να με ζεσταίνει. Αυτό είναι «διακοπές» για μένα, οπότε, δεν με πειράζει καθόλου, αν οι φίλοι μου λείπουν ή δεν είναι διαθέσιμοι να πάμε κάπου πολύβουα μαζί.

Σαν κάτι γριές, ξεχασμένες απ’ τον προηγούμενο αιώνα, τα Σαββατοκύριακα παίρνω το τουριστικό λεωφορείο της γειτονιάς μου -εξίσου γερασμένο με τη διάθεσή μου- και δεν ρωτάω καν πού θα πάμε, αρκεί να είναι η θάλασσα δίπλα, να χώσω μέσα το κεφάλι μου.

Για κάποιους αυτό ακούγεται μίζερο ή καταθλιπτικό· εγώ απλώς το βρίσκω εύκολο, γρήγορο, βολικό και μια χαρά λύση, αφού δεν οδηγώ, απ’ την πόρτα μου με παίρνουν, στην πόρτα μου με γυρνούν και δεν ταλαιπωρούμαι καθόλου· όφου, άλλο σημάδι πως γερνάω!

Γερασμένη μεν, ανήσυχο πνεύμα δε, οπότε, όπως κάθε πράγμα που μου συμβαίνει, έτσι και η βόλτα με το τουριστικό λεωφορείο, αποτελεί καλή ευκαιρία για παρατήρηση. Παρατήρηση των άλλων, που είναι κάτι περίπου σαν το προσωπικό μου «κουτσομπολιό».

Αρχής γενομένης απ’ την «καλοπροαίρετα ενοχλητική» γειτόνισσα που, όποτε με πετύχει, θα έρθει να κάτσει δίπλα μου και θα εξαντλήσει την υπομονή μου, λέγοντάς μου όλα τα νέα της πολυκατοικίας μας! Το σπίτι μου σπάνια με βλέπει, η γειτονιά ακόμα σπανιότερα με ακούει, γενικώς περνάω απαρατήρητη κι αυτό αποτελεί επιλογή μου! Ωστόσο, η τόσο προσεκτικά διατηρημένη, ολοχρονίς, ισορροπία μου καταστρέφεται μέσα σε ένα μόνο απόγευμα απ’ την αγαπημένη Σούλα, η οποία, παντρεμένη εκατομμύρια χρόνια με έναν άνθρωπο που της τον φόρτωσε ο πατέρας της και με τον οποίον σπάνια μιλάει, έχει στρέψει το «ενδιαφέρον» της στις κλειδαρότρυπες των άλλων.

«Η τάδε, στο δεύτερο, ακόμα δεν χήρεψε (τι είναι 17 χρόνια που έχουν περάσει!), έβαλε το γκόμενο στο σπίτι της! Αλλά δεν το έχει πει στις κόρες της, που είναι παντρεμένες και ζούνε αλλού και έχει να γίνει του Κουτρούλη, όταν θα το μάθουν! Αμ, η άλλη; Του ισογείου; Αυτή η καπάτσα ντε, η χωρισμένη τόσα χρόνια, με παιδιά και εγγόνια, τον καπάρωσε τον κυρ-Ηλία, αυτόν μωρέ, με το ηλεκτρολογείο στον από κάτω δρόμο! Δεν την ξες; Αυτή την Καλαματιανή καλέ, μα τίποτα δεν καταλαβαίνεις πια; Κανέναν δεν ξέρεις; 
Κι εσύ; Για να έχουμε καλό ρώτημα, πότε θα βρεις κι εσύ ένα καλό παιδί να ξαναφτιάξεις τη ζωή σου, κυρία μου, τώρα που μεγάλωσε η κόρη σου; Εδώ, άλλες κι άλλες, γριές, τον έχουν βρει τον άνθρωπό τους, εσύ μια χαρά κοπέλα, τίποτα;»

Φυσικά, ούτε λόγος για να προλάβω να μιλήσω εγώ, που περιορίζομαι απλώς να της γνέφω το κεφάλι, κάνοντας ότι καταλαβαίνω. Μια φορά που τόλμησα να ψελλίσω, «μα πού να προλάβω να βρω εγώ κάποιον, αφού τους έχουν καπαρώσει όλους οι διάφορες της πολυκατοικίας, όπως λες», με κοίταξε με βλέμμα που σκότωνε και δεν δοκίμασα να το ξανακάνω ποτέ! Ορκίστηκα μόνο σιωπηρά, πως αν τον βρω αυτόν τον άνθρωπο, το σίγουρο είναι πως θα τον κρατήσω εκτός της πολυκατοικίας μου, για να έχουμε και το κεφάλι μας ήσυχο!

Η αγαπημένη Σούλα, αν και μοναδική στο είδος της, δεν είναι το μόνο άξιο προς παρατήρηση άτομο μέσα στο τουριστικό λεωφορείο της γειτονιάς μας. Βλέπεις, αυτοί που πηγαίνουν συνέχεια, χρόνια τώρα με αυτό, γνωρίζονται αναμεταξύ τους κι έχουν ήδη περάσει από πολλά κύματα τις σχέσεις τους, αφού έχουν ταξιδέψει σε πολλά μέρη και για μεγάλα χρονικά διαστήματα. Δεν είναι «περαστικοί» σαν κι εμένα, «μπανιαριστές της Κυριακής».

Έτσι, υπάρχουν οι κλασικές γεροντοκόρες αδελφές, που αρέσκονται να ταξιδεύουν σε όλο τον κόσμο, αφού δεν θέλησαν ποτέ (κατά δήλωσή τους, την οποία είχαν την καλοσύνη να μοιραστούν μαζί μας) να παντρευτούν και να βάλουν κανέναν «κιαρατά» στο κεφάλι τους. Έχουν η μία την άλλη και μερικές συμπαθείς γατούλες και μια χαρά περνάνε στα ταξίδια τους στον κόσμο. Ευγενικές, καλοστεκούμενες και πολύ ζωντανές, είναι αυτές που θα ζητήσουν απ’ τον οδηγό μας, «τον Γιωργάκη» -με αυτή την απαρεξήγητη οικειότητα που μπορούν να έχουν οι μεγάλες κυρίες προς τους νέους κι ωραίους άντρες, αν το έκανα εγώ, ακόμα θα με κουβέντιαζε η Σούλα!- να μας βάλει κάτι πιο «αλέγκρο», βρε παιδί μου, στο δρόμο της επιστροφής, προκειμένου να μερακλώσουν, να τραγουδήσουν και πολλές φορές να χορέψουν όρθιες μπροστά στο κάθισμά τους.

Δεν λείπει η οικογένεια των «ξένων»: Μουσουλμάνοι μάλλον, ο πατέρας, η μητέρα κι ένα τσούρμο κορίτσια, που κάθε Σαββατοκύριακο εκδράμουν με τα σέα τους και τα μέα τους (από ομπρέλες και φορητά ψυγειάκια, μέχρι φουσκωτά στρώματα και πρόσφατα –όπως κάθε οικογένεια που σέβεται τον εαυτό της- με ροζ φλαμίνγκο) και είναι παραδόξως πολύ «ήσυχοι», αντίθετα με ότι θα περίμενε κανείς από τόσα παιδιά, διαφορετικών ηλικιών. Το μόνο κακό τους είναι πως, μπαίνοντας μέσα στο λεωφορείο, θυμούνται όλα μαζί ότι πεινάνε και διψάνε, με αποτέλεσμα να μας συνοδεύει σε όλο το ταξίδι η μυρωδιά του παστουρμά, τον οποίον θεωρούν υποχρέωσή τους να συμπεριλαμβάνουν στα σάντουιτς που μασουλάνε, χωρίς να σκέφτονται ή και να τους νοιάζει, ότι μπορεί να υπάρχουν και άνθρωποι σε τούτο τον κόσμο που δεν αντέχουν τη  μυρωδιά του! Καταλαβαίνω πως είναι τραγική ως σκέψη, αλλά να που υπάρχουν, βρε αδελφέ!

Είναι κι άλλοι:

Κάτι Ρωσίδες, μεγάλες σε ηλικία, μπαμπάτσικες, πάντα με την τελευταία λέξη της μόδας στα χρώματα των βερνικιών σε χέρια και σε πόδια, με χαρούμενα μίνι (!) φορέματα θαλάσσης και παραφουσκωμένους κότσους, οι οποίες προφανώς δουλεύουν σε μεγάλες κυρίες όλη τη βδομάδα και ακόμα προφανέστερα, στα ρεπό τους, αναζητούν «παρέα» κυρίων, «αντιστοίχου ηλικίας και προσόντων», όπως θα έγραφε και ο Λογοθετίδης στο «Δεσποινίς, ετών 39».

Κάτι ξεχασμένα γεροντοπαλίκαρα, απ’ αυτά που περνάνε όλη τους τη ζωή ζώντας με τη μανούλα και τώρα που εκείνη πήγε, επιτέλους, να συναντήσει το Δημιουργό της, βγαίνουν απ’ το καβούκι τους, αλλά είναι πια πολύ αργά για να ξέρουν πού να ψάξουν για να βρούνε άλλη ζωή, άσε που είναι αρκετά τρομοκρατημένα (έκανε καλή δουλειά η μανούλα, βλέπεις) και δεν ξανοίγονται εύκολα.
Ετούτα τα τελευταία είναι ένας εξαίρετος στόχος για τις προαναφερθείσες καπάτσες κυρίες, που δεν το βάζουν εύκολα κάτω κι αν κανείς πάει μαζί τους όλο το καλοκαίρι, μπορεί να παρακολουθήσει, από Σαββατοκύριακο σε Σαββατοκύριακο, το «αίσθημα» να αναπτύσσεται και να ευοδώνεται.

Δεν λείπουν κι εκείνα τα δυστυχή γεροντοπαλίκαρα, των οποίων η μανούλα βρίσκεται ακόμα εν ζωή, διότι ο άτιμος ο χάρος προσπέρασε την κλάση της και κρυφοκοιτάζουν με ζήλεια τους άλλους, που επιτέλους «η ζωή τους χαμογέλασε», την ίδια στιγμή που εκείνα πρέπει να σηκώσουν το βάρος όλων των συμπράγκαλων που κουβαλάει η μανούλα, μαζί με την ίδια τη μανούλα, φυσικά, που τα στραβοκοιτάζει επειδή τόλμησαν να ρίξουν το βλέμμα τους στο τι κάνει ο έξω κόσμος, μέρος της προαναφερθείσας, σκληρής εκπαίδευσης, που έλαβαν και οι προηγούμενοι, πλέον «απελευθερωμένοι» όμως απ' αυτήν...

Μέσα σε όλους, συνταξιούχες κυρίες –οι περισσότερες του γκρουπ- που, αφού τάισαν, πότισαν και κοίμισαν τον άντρα τους, τώρα μπορούν επιτέλους «να κοιτάξουν τον εαυτό τους και να κάνουν κάτι γι’ αυτόν»! Εξαιρετικά εύθυμες, βλέπουν το τουριστικό λεωφορείο ως τόπο συνάντησης με τις φιλενάδες τους, για να πούνε τα νέα της εβδομάδας, να ανταλλάξουν συνταγές μαγειρικής, αλλά και παράπονα για τα παιδιά τους, να κουσκουσέψουν τη γειτονιά, και πιο συγκεκριμένα, τη φουρνάρισσα, κάνοντάς με να πιστεύω, πως σε τούτη την παράξενη και τόσο πολυεθνική γειτονιά που ζω, στα Πατήσια, τα μαγευτικά, εξακολουθεί να υπάρχει ακόμα η «γειτονική».

Ξέρεις, εκείνη τη γειτονική, την οποία εμείς δεν την προλάβαμε ποτέ, ούτε καν ως μικρά, που ανθούσε στις γειτονιές των χωριών των μανάδων μας. Όπου όλοι ήξεραν τι γίνεται πίσω απ' τις πάντα ξεκλείδωτες πόρτες των άλλων και που κάθε τι που συνέβαινε σε έναν απ' αυτούς γινόταν για καιρό το επίκεντρο συζήτησης όλων, μέχρι τον επόμενο «τυχερό». Εκεί, το τέταρτο της δημοσιότητας που σου αναλογούσε διαρκούσε όσο και η μυρωδιά απ' τα ανθισμένα γιασεμιά και τα νυχτολούλουδα που τραγούδαγαν κάθε νύχτα με το άρωμά τους κι έσπαγαν τις μύτες των γυναικών που, καθισμένες στις πεζούλες των φρεσκοασπρισμένων αυλών τους, κρυφογελούσαν θάβοντας εκείνη που έλειπε...

Περίεργο λες, με τόσο διαφορετικούς ανθρώπους απ’ όλες τις γωνιές της γης! Κι όμως, φαίνεται να είναι καλή απόδειξη ίσως πως, αν αλλάξεις λίγο τα ονόματα, λίγο τις συνήθειες, λίγο τις μυρωδιές και τις γεύσεις, τούτος ο κόσμος ο μικρός, ο κόσμος ο τεράστιος, είναι στο βάθος του παντού και πάντα ίδιος… Κι αυτό μόνο του, ίσως και να κρύβει μια μικρή ελπίδα…

Μέσα σε τούτο το περίεργο συνονθύλευμα ανθρώπων κι εγώ. Αγκαλιά με τα βιβλία μου, να παρατηρώ τους άλλους, η πιο ιντελεκτουέλ κουτσομπόλα...Με την πιο καλή δικαιολογία, αυτή της συγγραφής όλων τούτων...Δικαιολογία πιο πολύ για μένα, παρά για τους άλλους.

Αν κανείς μας κινηματογραφούσε, θα έλεγε πως για κάτι τύπους σαν κι εμάς, για ένα τουριστικό λεωφορείο, που ταξιδεύει μια Κυριακή μεσημέρι για τα «μπάνια του λαού», το σάουντρακ που ταιριάζει είναι το «Άνθρωποι μονάχοι», που τραγουδήθηκε με τόσο πόνο απ’ τη Μοσχολιού. 

Αλλά αυτή είναι μόνο η εκδοχή του «μισοάδειου» ποτηριού.

Υπάρχει και η άλλη, εκείνη του «μισογεμάτου» κι εμένα με συμφέρει ετούτη να διαλέξω.

Που λέει πως, ανεξάρτητα με το πώς τα φέρνει η ζωή, υπάρχουν άνθρωποι που ακόμα αναζητούν το καλοκαίρι, τη θάλασσα, τον ήλιο, τη συντροφιά. Άνθρωποι που δεν παραιτούνται, βγαίνουν έξω απ’ το σπίτι τους, απομακρύνονται απ’ το καβούκι τους και επιδιώκουν να κάνουν πράγματα με άλλους ανθρώπους. Επιζητούν νέες γνωριμίες, επιθυμούν να ζήσουν –έστω και στα πίσω της ζωής τους- έρωτες καλοκαιρινούς, μικρομέγαλους, που ίσως -αν είναι αρκετά τυχεροί- να γίνουν συντροφιά για τα κρύα βράδια του χειμώνα. 

Ετούτο το μισογεμάτο ποτήρι, φωνάζει την «ανάγκη για ζωή», ακόμα και για εκείνους που, σαν κι εμένα, βαρέθηκαν τις φωνές και θέλουν λίγο να «ησυχάσουν», ακούγοντας μόνο τα τριζόνια του ελληνικού μεσημεριού και τίποτα άλλο.
Κι αυτό ακόμα, «ζωή» είναι.

Αν αφουγκραστείς προσεκτικά, μάλιστα, μπορεί να ακούσεις τον Γιάννη Βογιατζή και τη Τζένη Βάνου να σου τραγουδάνε: 

«Πέταξε ένα πουλί, πάει στη στεριά την αντικρινή»…

Κι αυτό είναι το σάουντρακ που θα συνοδεύει τα καλοκαίρια μας για πάντα, σε κάθε διαδρομή ενός παλιού τουριστικού λεωφορείου, που σέρνει μαζί του δεκάδες διαφορετικά ανθρώπινα «φορτία»...



    


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου