Παρασκευή, 28 Ιουλίου 2017

EYAEΡΑ: "Το κίνητρο της αγάπης"


Γράφει
η Εύα Τσαροπούλου

Ήταν ένα ζεστό πρωινό στις αρχές Ιουνίου, όταν αποφάσισα να κάνω το πρώτο μου μπάνιο, εκεί κάπου στη Γλυφάδα.

Ο καιρός ήταν πολύ ζεστός, γι’ αυτό μόλις έφτασα είπα να βουτήξω αμέσως. Πήρα φόρα λοιπόν και…κόντεψα να αφήσω τη μισή μου καρδιά στην Κίνα, μόλις άγγιξε το μικρό μου δαχτυλάκι το νερό, οπότε με κομμένη φόρα πια, αποφάσισα να ακολουθήσω την
συνήθη γιαγιαδίστικη πρακτική: Σιγά-σιγά στο νεράκι, βρέχω χεράκια, βρέχω καρδούλα, φτάνω μέχρι τη μέση, ρουφάω την κοιλιά μου όσο προχωράω, μπας και γίνω ψηλότερη, τέτοια…

Την προσπάθειά μου παρακολουθεί με τρομερό ενδιαφέρον μία μεγάλη κυρία (έμαθα αργότερα ότι ήταν μεγάλη, δεν της φαινότανε), η οποία γελάει και με παροτρύνει: «Έλα κορίτσι μου, πέσε, μια κι έξω, δεν είναι κρύα!». Το σκέφτομαι λιγάκι, αλλά δεν πείθομαι, ωστόσο της χαμογελάω με συγκατάβαση: «Πρώτο μπάνιο βλέπετε, κρυώνω λίγο, αλλά πού θα πάει; Θα μπω».

Έχω πει δεκάδες φορές στον εαυτό μου να μην λειτουργώ συγκαταβατικά, διότι πάντα την πληρώνω. Ε, βάλε άλλη μία στο λογαριασμό, αφού αυτό το χαμογελάκι μου ήταν αρκετό για να ανοίξει η κυρία το μεγάλο βιβλίο της ζωής της και να μου το διηγηθεί σε λίγα μόλις λεπτά:

…Πριν τρία χρόνια, ένα μηχανάκι πέρασε πάνω απ’ τα πόδια της και της τα συνέθλιψε. Να εκεί στη γωνία! Στην ίδια γωνία που, πριν έξι μήνες, ένα φορτηγό είχε σκοτώσει τον κουμπάρο της! (Τι θέλουν και στέκονται εκεί, ας ήξερα!). Και αφού έκανε πολλά χειρουργεία και έχει ακόμα λάμες στα πόδια της, τις οποίες δεν θα βγάλει ποτέ, έμεινε ανάπηρη εντελώς στο κρεβάτι. Τότε, τη φρόντιζε ο άντρας της, ο οποίος την υπεραγαπούσε. Διότι, είχε σταθεί τυχερή στη ζωή της και παντρεύτηκε έναν άντρα από μεγάλο έρωτα, ο οποίος διήρκησε όλη τους τη ζωή! Εκείνος λοιπόν, τη σήκωνε, την έπλενε, την έντυνε, την τάιζε, όλα εκείνος. Μέχρι που αυτή, αποφασισμένη να μην περάσει την υπόλοιπη ζωή της στο κρεβάτι του πόνου, του ζήτησε να τη φέρει στη θάλασσα. Κι από τότε, κάθε πρωί την πήγαινε στη θάλασσα, την έβαζε στο νερό μέσα –χειμώνα, καλοκαίρι, ό,τι καιρό και να έκανε- και εκείνη λίγο λίγο ξεπήρε κι άρχισε να βαδίζει ξανά. Αργά και μικρά βηματάκια στην αρχή, πάντα με τη βοήθεια του άντρα της.

Όμως ένα μαύρο πρωϊνό, εκείνος έπαθε εγκεφαλικό! Και τότε έπρεπε αυτή να σηκώσει το ανάστημά της και να τον βοηθήσει, όπως το έκανε κι εκείνος. Πίεσε τον εαυτό της κι άρχισε να περπατάει κανονικά. Κολύμπι το χάραμα κάθε μέρα και μετά πίσω στο σπίτι να περιποιείται τον «άνθρωπό της». Εκείνος, άλλωστε, ήταν το νόημα της ζωής της. Την είχε ανάγκη κι έπρεπε να σφίξει τα δόντια και να τον φροντίσει. Μόνο που εκείνος δεν τα κατάφερε. Τον έχασε. Διότι δεν μπορείς να τα βάλεις με τα «γραμμένα»…
Αλλά παρά τον απίστευτο πόνο της, συνέχισε να πηγαίνει κάθε πρωί στη θάλασσα και να κολυμπάει. Και σήμερα πια περπατάει κανονικά, συνεχίζοντας τη θαλασσινή, θεραπευτική αγωγή της, πιστή στο καθημερινό ραντεβού της. Μόνο ένας λαβύρινθος της έχει μείνει, διότι όπως την πάτησε η μηχανή έπεσε κάτω και χτύπησε το κεφάλι της και δεν έχει καλή ισορροπία…
-          Βέβαια, τώρα πια, κορίτσι μου, η ζωή δεν με ενδιαφέρει πια, αφού έφυγε εκείνος που ήταν η ζωή μου. Όμως, για το δικό του το χατίρι, συνεχίζω, ώστε μέχρι να πάω να τον συναντήσω, να ζήσω χωρίς παραίτηση. Ξέρεις, είμαι 80 χρονών (δεν φαινόταν ούτε 60), οπότε δεν θα αργήσω να πάω να βρω και πάλι τη χαρά μου… Θα με μαλώσει αν μάθει ότι παραιτήθηκα, μόνο και μόνο επειδή εκείνος δεν ήταν στο πλευρό μου…
Μετά απ’ όλη αυτή την αφήγηση, καταντράπηκα εγώ.

Της λέω: «Ε, μετά απ’ όλα αυτά που έχετε περάσει εσείς, το λιγότερο που μου επιβάλλεται να κάνω είναι να πέσω στο νερό αμέσως και χωρίς διαμαρτυρία!» κάτι το οποίο και έπραξα χωρίς δεύτερη συζήτηση, με εκείνη να με κοιτάζει να προσπαθώ να σώσω την καρδιά μου απ’ τη συγκοπή και να γελάει.

«Έλα, κολύμπα τώρα, θα ζεσταθείς αμέσως», μου είπε και έφυγε προς τα βαθιά, για να κολυμπήσει με την άνεσή της.

Έμεινα να πλατσουρίζω σαν την παπίτσα, σκεφτόμενη ότι σαν κι αυτή την ιστορία, είχα μια άλλη, πιο «κοντινή»:

Μία θεία μου είχε καρκίνο στο στήθος. Πολύ προχωρημένη κατάσταση, της είπαν οι γιατροί, που δεν της έδιναν πολλά περιθώρια ζωής. Εκείνη όμως, που είχε έρωτα μεγάλο με τον άντρα της, έσφιξε τα δόντια και είπε: «Θα ζήσω για εκείνον. Για να μην τον αφήσω μόνο του».
Κι εκείνος από κοντά, να τη φροντίζει και να τη χαϊδολογάει, να την αγαπάει και να της συμπεριφέρεται σαν να βρίσκονταν στο μήνα του μέλιτος. Κι ας είχαν περάσει κοντά 35 χρόνια που ζούσαν και δούλευαν κιόλας μαζί! Εικοσιτέσσερις ώρες το 24ωρο μαζί και κανείς ποτέ δεν βαρέθηκε, ούτε κουράστηκε απ’ τον άλλον.
Όταν εκείνη δοκίμασε ένα νέο πειραματικό φάρμακο, εκείνος ήταν βράχος δίπλα της σε όλες τις παρενέργειές του. Κι όταν τα μαλλάκια της ξανάρχισαν να βγαίνουν, μετά τις χημειοθεραπείες, εκείνος της τα χάιδευε και της έλεγε πόσο όμορφη γυναίκα ήταν έτσι.
Μέχρι που η δική τους αγάπη νίκησε την αρρώστια –κι ας ακούγεται μελό αυτό- κι η θεία μου κατάφερε, με το πείσμα της να βοηθάει τα φάρμακα, να γίνει καλά.
Βλέπεις, όταν αγαπιέσαι πολύ από κάποιον παίρνεις δύναμη κι όταν εσύ αγαπάς πολύ κάποιον, παίρνεις όλο το θάρρος που σου χρειάζεται.

Η αγάπη τους νίκησε την αρρώστια, αλλά όχι το θάνατο κι έτσι, μια μέρα σαν και όλες τις άλλες, ήταν εκείνος που τελικώς την άφησε μονάχη… Ειρωνεία θα μου πεις… Καμιά φορά η ζωή σου παίζει περίεργα παιχνίδια. Τα «γραμμένα», που έλεγε η κυρία στη θάλασσα.
Δεν είμαι μοιρολάτρης, αλλά δεν έχω και καλή εξήγηση για τούτα.

Ανεξαρτήτως του πώς τα φέρνει η ζωή τελικώς και οι δύο περιπτώσεις –που, ευτυχώς, δεν είναι οι μόνες- αποδεικνύουν πως το κίνητρο του «άλλου» είναι πολλές φορές πιο δυνατό απ’ το εγωιστικό μας κίνητρο. Είναι φορές που η παραίτηση, συνεπικουρούμενη απ’ την απόγνωση ή το φόβο, μοιάζει ο μόνος δρόμος για αυτά που μας συμβαίνουν και τότε χρειάζεται κάτι πιο δυνατό να μας ταρακουνήσει, να μας βγάλει απ’ το καβούκι μας και να γίνει το κίνητρο για να ξεκουνηθούμε απ’ την κατάσταση της απόλυτης χαύνωσης, στην οποία μας ρίχνει η απελπισία.

Η ύπαρξη μιας μεγάλης αγάπης, η ανάγκη να ζήσουμε για τον άλλον, αλλά και η εγωιστική έστω ανάγκη να συνεχίσουμε να είμαστε με τον άλλον, πολλές φορές αποτελούν καλά «χεράκια», που μας τραβάνε από τούτη τη χαύνωση και μας επιβάλλουν να προχωρήσουμε.

Οι μεγάλες αγάπες, βέβαια, ποτέ δεν συμβαίνουν τυχαία.

Οι άνθρωποι, στους οποίους προσωποποιούνται είναι τέτοιοι, που λειτουργούν επίσης ως δυνατά «στηρίγματα» για μας. Δεν μας αφήνουν να «φύγουμε», δεν μας επιτρέπουν να εγκαταλείψουμε, δεν θέλουν επίσης να μας χάσουν απ’ τη ζωή τους κι αυτή η δική τους πεισματική φροντίδα, βουτάει απ’ το χέρι τη δική μας θέληση να βρισκόμαστε στο πλάι τους και φτιάχνουν μία συνισταμένη δυνάμεων που τραβάει δυνατά.

Μπορεί να μην κερδίσει τα «γραμμένα», αλλά το σίγουρο είναι πως ποτέ δεν «φεύγεις» άδειος, ούτε πραγματικά νικημένος απ’ το κακό, αφού και τον αγώνα σου θα έχεις δώσει και δεν θα τον έχεις δώσει μόνος…

Δεν είμαστε όλοι αρκετά τυχεροί, φοβάμαι ούτε και αρκετά άξιοι, ώστε να έχουμε στη ζωή μας μια τόσο μεγάλη αγάπη-κίνητρο.
Το γεγονός όμως ότι τέτοιες αγάπες μπορούν να υπάρξουν, είναι πάντα κάτι για το οποίο μπορούμε να ελπίζουμε κι αν είμαστε αρκετά έξυπνοι, να αρχίσουμε να δουλεύουμε γι’ αυτό.

Η μεγαλύτερη παραίτηση είναι εκείνη της προσπάθειας να αναζητήσουμε το πραγματικά καλύτερο για τη ζωή μας ή –ακόμα χειρότερα- η εμμονή στην ψευδαίσθηση ότι είμαστε αρκετά καλοί, ώστε να μας συμβεί από μόνο του.

Οι άνθρωποι μπαινοβγαίνουν σε σχέσεις ή τις αφήνουν «ανοικτές», πιστεύοντας ότι «το περισσότερο είναι το καλύτερο», χωρίς να νοιάζονται να τις προστατεύουν ή να πιστεύουν αρκετά σε αυτές, ώστε να τις κάνουν πραγματικά καλύτερες.

Αρκεί να «κυλάει», σου λένε κι όσο κυλάει, είναι καλά. Λειτουργεί.

Στο μυαλό μου, το μόνο που λειτουργεί κυλιόμενα είναι οι σκάλες κι αυτές για να μην κουράζεσαι. Με τις αγάπες δεν δουλεύει έτσι κι αυτό φαίνεται στο τέλος.

Πολλές φορές έχω ακούσει, ανθρώπους να παραπονιούνται για σχέσεις που δεν «τσουλάνε», ενώ ταυτόχρονα επιδιώκουν, λέει, συντροφικότητα και ουσιαστική επαφή. Όμως αυτά θέλουν δουλειά, θέληση και προσπάθεια, δεν «τσουλάνε» μόνα τους. 

Κανείς δεν σκέφτεται, ούτε καν όταν μεγαλώνει, πως η συντροφικότητα δεν είναι χαλίκι, να τσουλάει στα γυρίσματα του αέρα. Μοιάζει με βράχο: Είναι σταθερός, είναι συμπαγής, είναι δυνατός, για να μπορεί να αντέχει όλα τα κύματα που έρχονται και σε χτυπάνε αλύπητα ή σε γλύφουν ύπουλα, υπόγεια. Η ζωή, βλέπεις, είναι γεμάτη από τέτοια…

Πολλοί θα πουν πως δεν αξίζει να στερηθούν μια ζωή γεμάτη περιπέτεια ή εμπειρίες, μόνο και μόνο γιατί μια «στραβή» μπορεί να τους τύχει κάποτε, ξεχνώντας πως ετούτη η ζωή είναι γεμάτη «στραβές».

Δεν ξέρω ποιος αντέχει να δουλέψει τόσο πολύ για να φτάσει στο –κατά πολλούς- αμφισβητούμενο και χωρίς καμία υπόσχεση «κίνητρο της αγάπης». 

Όμως ξέρω πολλούς που, όταν το κατέκτησαν, αποζημιώθηκαν στο έπακρο για όλη τους την προσπάθεια, για όλες τις εφήμερες ελλείψεις, για όλα τα «λιγότερα» που είχαν απ’ τους άλλους, που κυνηγούσαν το περιστασιακό περισσότερο.

Το κίνητρο της αγάπης, γεμάτο εμπειρίες και περιπέτεια το ίδιο, με έναν μαγικό τρόπο, καταφέρνει να αποδεικνύεται πάντα ως το περισσότερο που μπορούμε να έχουμε…

«Τα σώματά μας θα χαθούν, θα σβήσουν κι από μας θα μείνει μέχρι της συντελείας των αιώνων αυτό το ‘σ' αγαπώ’ που σου ψιθύρισα στις ώρες τις πιο κρυφές», γράφει ο Εγγονόπουλος και ποιος ξέρει; Μπορεί να είναι κι έτσι. 
Μπορεί στ' αλήθεια να υπάρχει εκείνο το «άλλο σου μισό», που φτιάχτηκε, όχι για να σε ολοκληρώσει, αλλά για να βγάζει τις λέξεις πριν από σένα απ' το στόμα του, να σκέφτεται με τον ίδιο τρόπο όπως εσύ, να κοιτάζει τον κόσμο απ' την ίδια πλευρά, να σε σπρώχνει απαλά να ξαναξεκινήσεις, όταν εσύ σταματάς, να σε κάνει καλύτερο άνθρωπο...

Ludwig van Beethoven -- Melody of Love


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου