Πέμπτη, 31 Αυγούστου 2017

Πώς χάνεται ένα καλό καλοκαίρι…


Από τη Θεσσαλονίκη
γράφει

ο Μιχάλης Δεμερτζής


Τα νέα από το φετινό καλοκαίρι είναι ενθαρρυντικά.
 Οι αριθμοί δείχνουν ότι ο τουρισμός πήγε- και πηγαίνει ακόμα- καλά φέτος, τόσο σε αφίξεις όσο και σε εισπράξεις (που ενδιαφέρουν και περισσότερο). 
Το τελευταίο συμβαίνει κυρίως λόγω του ότι οι Έλληνες έχουν αρχίσει, μέσω του «χτισίματος» του αφορολόγητου, να εξοικειώνονται με τη χρήση του πλαστικού χρήματος.
Για αυτό και η Α. Μέρκελ, πριν λίγες μέρες, στη
δήλωσή της ότι «όλα τα κράτη-μέλη δείχνουν οικονομική ανάπτυξη», συμπλήρωσε χαρακτηριστικά «περιλαμβανομένης της Ελλάδας».
Με την συγκυβέρνηση εδώ και δύο χρόνια να μην κάνει ουσιαστικά τίποτα- όταν δεν κάνει τα αντίθετα από τα δέοντα- κάπου εδώ αποδεικνύεται ότι αυτό που έχει περισσότερο από όλα ανάγκη η αγορά, είναι η ησυχία της.
Περισσότερο κι από τους φορολογικούς συντελεστές, τους φορείς της οικονομίας ενδιαφέρει να γνωρίζουν τι τους ξημερώνει.
Και τα προηγούμενα δύο καλοκαίρια ο Ερντογάν ήταν απρόβλεπτος και η τρομοκρατία απειλούσε τις ευρωπαϊκές μητροπόλεις, αλλά το 2015 κάναμε βουτιά στο κενό και το 2016 είχαμε Brexit μαζί με προσφυγική κρίση.
Το γεγονός ότι τώρα είμαστε λίγο καλύτερα από την τελευταία διετία, ωστόσο, δεν είναι αρκετό για να χαλαρώσει την κριτική απέναντι στην κυβέρνηση.
Το αντίθετο.
Τώρα, η ευθύνη της είναι μεγαλύτερη και είναι διαπιστωμένο, από την κατρακύλα που ακολούθησε το τέλος του 2014, πως, αν μπορεί μία κυβέρνηση να κλοτσήσει την καρδάρα με το γάλα, αυτή είναι η τρέχουσα.
Όταν ο Πρωθυπουργός γυρνάει στο συνεργάτη του και λέει «Είσαι σίγουρος ότι δεν μας δουλεύει όταν λέει ότι θα επενδύσει 300 εκατομμύρια;» και, μάλιστα, μοιράζεται αργότερα (προχθές) την απορία του τόσο με τον ίδιο τον επενδυτή όσο και με την υπόλοιπη υφήλιο, έχουμε μία κυβέρνηση που ξεκάθαρα δεν ξέρει ποια είναι η δουλειά της.
Τα μόνα θετικά που προήλθαν από δικές της πρωτοβουλίες είναι (για να λέμε τα σύκα σύκα…) το σύμφωνο συμβίωσης και ο νόμος για την ιθαγένεια και αυτά ελάχιστη σχέση έχουν με την αγορά. Ακόμα και η χρήση του πλαστικού χρήματος δεν ήταν κάτι πάνω στο οποίο εργάστηκε, παρά οφείλεται στα capital control.
Κατ’ αρχάς, δεν φαίνεται ακόμα από πουθενά κάποια διάθεση εύνοιας προς την ιδιωτική πρωτοβουλία. Δεν λέμε να πέσουν οι φόροι στο μισό εν μία νυκτί, αλλά, ενδεικτικά, πρώτον, εκκρεμούν ακόμα ζητήματα ιδιωτικοποιήσεων που έχουν ήδη συμφωνηθεί (και φαίνεται ότι θα εκκρεμούν για καιρό).
Δεύτερον, συνεχίζουμε να πληρώνουμε από την τσέπη μας, αφενός, τη ντε φάκτο κατάργηση του Συντάγματος, αφού οι συμβασιούχοι στους ΟΤΑ εξακολουθούν να «μονιμοποιούνται» με τροπολογίες (νέες παρατάσεις στις υφιστάμενες συμβάσεις έως 31 Μαρτίου 2018) χωρίς να τους χρειάζονται οι περισσότεροι δήμαρχοι και, αφετέρου, την καταστρατήγηση της εξυγιαντικής συνθήκης «μία πρόσληψη στο δημόσιο για κάθε τέσσερις αποχωρήσεις», διά της δημιουργίας νέων οργανισμών (η εν μέρει χρηματοδότησή τους από κοινοτικά προγράμματα τους εξαιρεί από την εν λόγω συνθήκη).
Τουλάχιστον απολαμβάνουμε το προνόμιο να έχουμε διαστημική υπηρεσία!
Επίσης, η καταστροφή από τις φωτιές μπορούσε να γίνει η αφορμή για να προωθηθούν και να τελειώσουν μια και καλή τα ζητήματα του κτηματολογίου και των δασικών χαρτών, δηλαδή, των αυθαιρέτων.
Αντί να τελειώνουμε, όμως, με τις ατέρμονες παρατάσεις για τους χάρτες, «πάγωσε» και το κτηματολόγιο (με απόφαση του ΣτΕ).
Η ρητορική, δε, της συγκυβέρνησης συνεχίζει να είναι ευρωσκεπτικιστική, τη στιγμή που χρωστά την παραμονή της στην εξουσία στην «ευελιξία» της ΕΕ και την προτίμηση της τελευταίας στο προβλέψιμο, που οδηγεί σίγουρα στην ησυχία κι ας είναι εν μέρει ανέφικτο (βλ. τα πλεονάσματα του προγράμματος), παρά στο απρόβλεπτο, που μπορεί να οδηγήσει στο χάος και που, στην περίπτωσή μας, είναι εντελώς εφικτό.
Το σπανιότερο από τα «κατορθώματά» της, ωστόσο, ήταν πως είδαμε μετά από το άκρως καθησυχαστικό κλείσιμο της τελευταίας αξιολόγησης και μετά από μία αρχική αύξηση, τις καταθέσεις των τραπεζών να μειώνονται! (Στοιχεία των εγχώριων τραπεζών για τον Ιούλιο.)
Γενικώς, παρά τα καλοκαιριάτικα θετικά μηνύματα και το ότι η αγορά δεν χρειάζεται παραπάνω από κάποιες λίγες εύστοχες ρυθμιστικές λεπτομέρειες για να ανεβάσει κατακόρυφα στροφές, οι ισορροπίες εντός της είναι λεπτές και δεν είναι καθόλου απίθανο οι κόποι (άλλης) μιας χρονιάς να πάνε χαμένοι.
 Πριν απ’ όλα, η συγκεκριμένη κυβερνητική ομάδα έχει αποδείξει ότι αδυνατεί να διαχειριστεί κρίσεις. Ακόμα χειρότερα, δεν το έχει σε τίποτα να τις δημιουργήσει και μόνη της («δεν έχει σύνορα η θάλασσα»).
Επιπροσθέτως, δεν έχουμε ξεμπερδέψει με τις αξιολογήσεις, όπου, το κατά πόσο το καλοκαίρι που πέρασε θα πάει στράφι θα κριθεί από τις διαθέσεις των κυβερνητικών στελεχών να βάλουν την αριστεροσύνη τους πάνω από τη λύση πραγματικών και, εδώ που τα λέμε, όχι και τόσο πολύπλοκων στην ουσία τους ζητημάτων (θα έχουμε πάλι «αγκάθια», όπως η εργατική νομοθεσία σε σχέση με τις απεργίες και το άνοιγμα κάποιων επαγγελμάτων).
Ως εκ τούτου, η εμπειρία έχει δείξει ότι, στην καλύτερη περίπτωση, θα δημιουργηθεί οιονεί προεκλογικό κλίμα το φθινόπωρο, κάτι το οποίο μπορεί να μεταφραστεί από αυξημένες παροχές στο εκλογικό κοινό μέχρι και επιβράδυνση ολόκληρης της οικονομίας, λόγω αναμονής και ανασφάλειας.
Στη χειρότερη… Ο Α. Τσίπρας είχε προαναγγείλει πέρυσι κάτι δημοψηφίσματα για την άνοιξη του ’17. Τα ξέχασε άραγε;


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου