Παρασκευή, 4 Αυγούστου 2017

ΕΥΑερα: «Τα καλοκαίρια μας, τ’ αόρατα»


Γράφει
η Εύα Τσαροπούλου


Τα παιδικά μου καλοκαίρια έχουνε μόνο μυρωδιές γι’ ανάμνηση. Είναι πια αόρατα...

Τα πέρναγα πάντα με τη γιαγιά, και τις αδελφοξαδέλφες μου. Οι δικοί μας νοίκιαζαν ένα σπίτι ολοχρονίς, κάπου στην Κορινθία –τις περισσότερες φορές- και εμείς, τέσσερις τσούπρες, μέναμε εκεί όλο το καλοκαίρι, με τη γιαγιά να μας προσέχει και τους δικούς μας να έρχονται τα Σαββατοκύριακα.

Θυμάμαι ένα καλοκαίρι στο Βραχάτι. 

Το σπίτι μας, μια μονοκατοικία σε έναν
μακρύ πεζόδρομο, με άλλα, μικρά σπίτια αριστερά και δεξιά, όλα με τις ολάνθιστες αυλές τους. Πολύχρωμες γλάστρες, γεμάτες νυχτολούλουδα και γιασεμιά, που έκαναν τον πεζόδρομο να μοσχοβολάει κάθε που σουρούπωνε.

Αυτοί που μας νοίκιαζαν το σπίτι, κρατούσαν ένα μικρό δωμάτιο μέσα στην ίδια αυλή. Είχαν δύο αγόρια, το ένα συνομήλικο με μένα –ήμουν δεν ήμουν στα 13 τότε- ένα χαμίνι, με μονίμως σκισμένα γόνατα, αφού όλο τσακιζόταν με το ποδήλατο, γιατί ήθελε ντε και ντε να σπινιάρει στον πεζόδρομο και κάπου πάντα έβρισκε να σκάσει. 

Το άλλο ήταν γύρω στα 16. Ζωηρό, γεμάτο καταπιεσμένες ορμές, τις οποίες έβγαζε κλέβοντας τα εσώρουχα της θείας μου, κάθε φορά που άπλωνε. Μέχρι το τέλος του καλοκαιριού, βρακί για βρακί δεν της είχε μείνει της δόλιας! Κι όλοι αναρωτιόμασταν τι γίνονταν τα βρακιά, μέχρι που ντροπιασμένη η μάνα του, ήρθε και της τα έφερε μαζεμένα σε μια σακούλα. 
Ούτε να τα δώσει πίσω δεν τολμούσε η φουκαριάρα που, κάποια χρόνια αργότερα, τον έκλεισε σε «θεραπευτήριο» -έτσι το είπαν, αλλά τρελάδικο το έλεγε η γιαγιά μου- γιατί το παιδί τους βγήκε, λέει, ανώμαλο και βάτευε την κατσίκα!

Το κολλητό μας σπίτι, ένα δίπατο και στο ισόγειό του έμενε η Μαρία. Τρία χρόνια πιο μεγάλη μου, φιλοξενούμενη κι εκείνη –σαν κι εμένα- από τους θείους της. Μοναχοπαίδι, χωρισμένων γονιών κι αυτή, μόνιμα με μία τζιν βερμούδα, ζούσε μία ανήσυχη και στοχαστική εφηβεία, διαβάζοντας γαλλική ποίηση, βυθισμένη με τις ώρες στις σκέψεις της. 

Ήταν η μετέπειτα κολλητή μου, με πάντρεψε κιόλας, μέχρι που η ζωή μας χώρισε για τα καλά, ίσως γιατί εγώ ποτέ μου δεν κατάφερα να καταλάβω τη γαλλική ποίηση, ποιος ξέρει; 

Όμως τότε, εκείνο το πρώτο καλοκαίρι στο Βραχάτι, δεν με προτιμούσε για παρέα. Βλέπεις, εγώ πατούσα πάνω σε εκείνη ακριβώς τη δυσδιάκριτη διαχωριστική γραμμή, όπου το ένα σου πόδι είναι χωμένο στην εφηβεία, ενώ το άλλο σου φοράει ακόμα παιδικά απ’ του Μούγερ…

Προτιμούσε να κάνει παρέα με την Άννα, την κόρη της κυρα-Νίτσας, που ήταν συνομήλική της.

Η κυρα-Νίτσα είχε το σπίτι της ακριβώς απέναντι απ’ αυτό της Μαρίας. Ήταν ζωντοχήρα, απ’ αυτές τις ζωντοχήρες για τις οποίες αρέσκεται να κουσκουσεύει το χωριό. «Ζωηρή» η μάνα, κωλοπετσωμένη Πελοποννήσια, αναζητούσε αντικαταστάτη του μουσκουλαδόρου πρώην της, αλλά ξέροντας πως η μπογιά της είχε πια περάσει, κοιτούσε παράλληλα και για κανένα πλούσιο μουστερή, να τον παντρέψει με την κόρη. Βλέπεις «η διατροφή δεν πέφτει πάντα στην ώρα της και πού να τα βγάλεις πέρα, μόνη γυναίκα, χωρίς άντρα να σε φροντίζει», ήταν η μόνιμη επωδός της.

Η Άννα, ένα μελαχροινό, χυμώδες κορίτσι, ζωηρό σαν τη μάνα του. Ανεπτυγμένη πολύ, την έκανες πάνω από 18, ντυνόταν προκλητικά, βαφόταν και στολιζόταν σαν λατέρνα για να πάει στην παραλία, στη «βόλτα», το βράδυ. Κι όπως ήταν όμορφη και ζουμερή, όλο το Βραχάτι την κυνηγούσε, με αποτέλεσμα να γίνεται έξαλλη η κυρά-Νίτσα, γιατί, άμα της έβγαινε το όνομα, άντε μετά να την παντρολογήσει!

Κάθε βράδυ η ίδια ιστορία: Η Άννα αργούσε να γυρίσει και κάθε που γύριζε, η κυρά-Νίτσα ξεκίναγε τον καυγά: «Μωρή Άννααααα!»

Πού ήσανε, με ποιον ήσανε και δώσ’ του τα χαστούκια και τα τραβομαλλητά. Χώρια ο έλεγχος της κιλότας! Κάθε βράδυ την ξεβράκωνε για να ελέγξει απ’ το βρακί, ότι κανένας δεν της πείραξε την τιμή της. Ξινό της το έβγαζε της κακομοίρας, αλλά ποτέ δεν τη σταμάτησε αυτό την Άννα. Κάθε βράδυ και με άλλον έβγαινε. Θα λύσσαγε που θα λύσσαγε η μάνα της, που δεν την είχε και σε εκτίμηση, ούτως ή άλλως, ας πήγαινε ευχαριστημένη τουλάχιστον! 
Εκείνη μόνο τον πατέρα της αγαπούσε, αλλά αυτός δεν τολμούσε ούτε απ’ έξω απ’ τον πεζόδρομο να περάσει, αφού η κυρα-Νίτσα θα τον έπαιρνε στο κυνήγι με τη μάνικα, για το κέρατο που της είχε φορεμένο…

Στο δίπατο της Μαρίας, ο πρώτος όροφος ήταν νοικιασμένος στην οικογένεια του Αλέξη. Ένα πολύ όμορφο αγόρι ο Αλέξης, μελαχροινό με μακριά –για την εποχή- μαλλιά, αδύνατο, με μελαγχολικά μάτια. Πρέπει να ήταν σαν κι εμένα στην ηλικία, όμως δεν θυμάμαι τίποτα απ’ αυτόν, εκτός απ’ το ότι άρεσε της αδελφής μου, που ήταν εκεί γύρω στα έντεκα τότε και τον κρυφοκοιτούσε, αλλά κουβέντα δεν έβγαζε η δόλια, ούτε το ομολόγησε ποτέ. 

Τόσο της άρεσε, που μια φορά –γνήσια Σκορπίνα- του άνοιξε κατά λάθος το κεφάλι με μία πέτρα που του πέταξε στη θάλασσα. Από τότε πετούσαμε πέτρες στους Αλέξηδες μάλλον. Τρόμαξαν οι δικοί μας μην πάθει τίποτα το παιδί, γιατί γέμισε αίματα το κεφάλι του κι εκείνος θύμωσε πολύ, αλλά πάλι κουβέντα δεν της είπε κι ούτε κι εκείνη, φυσικά.

Χρόνια μετά, φοιτήτρια εγώ, τον ξαναείδα έξω από ένα καφέ της Νομικής. Τρόμαξα να τον γνωρίσω, είχε «δέσει» πια και συνόδευε μία κοπέλα, φοιτήτρια επίσης. Κάτσαμε να φάμε κι έβγαλε η κοπέλα έναν αναπτήρα με το λογότυπο της Μίσκο και ρωτάω εγώ, που δεν πήγαινε ο νους μου ότι μπορεί να κάπνιζε η κοπέλα, ποιανού είναι ο αναπτήρας. Μου λέει «Μου τον έδωσε ο πατέρας μου» και λέω γεμάτη απορία: «Ο πατέρας σου δουλεύει στη Μίσκο;», για να εισπράξω τη μεγαλειώδη απάντηση: «Όχι, ο πατέρας μου έχει τη Μίσκο»!
Και -παρεκτός που αυτή ήταν η πρώτη μου επαφή με την «πλουτοκρατία», διότι δεν ήξερα ως τότε κανέναν που να έχει κάτι τόσο μεγάλο όσο η Μίσκο- τίποτα δεν ξαναματάκουσα για εκείνον τον Αλέξη...

Στο τέλος του πεζόδρομου, λίγο πιο πάνω από μας, εκεί που άρχιζε ο χωματόδρομος ήταν το σπίτι του Ηλία. Ο Ηλίας γύρω στα 18, συμπαθητικός και πάντα καλοντυμένος. Από οικογένεια στρατιωτικών, καθαρός, μετρημένος και καλογυαλισμένος κάθε μέρα, με τα μεγάλα του δόντια να αστράφτουν κατάλευκα και τα κοντοκουρεμένα του μαλλιά χτενισμένα σε χωρίστρα, ήταν, μαζί με τον αδελφό του, τα καμάρια της μάνας τους. Τίποτα δεν περίσσευε πάνω του: Μετρημένο το ύψος και το βάρος του, λες και τον είχαν φτιάξει με αλφάδι! 

Είχε το ποδήλατό του, αλλά ποτέ δεν το λέρωνε στο σκονισμένο χωματόδρομο. Το έβγαζε τακτικά-τακτικά και μόνο για να πάει για τα ψώνια της μαμάς του. Κι αν τύχαινε και σκονιζόταν λίγο, θα σταματούσε να πάρει τη βούρτσα να ξεσκονιστεί πρώτα.

Του άρεσα του Ηλία. Το είχε εξομολογηθεί στη Μαρία, αλλά όταν αυτή μου το είπε, χαμπάρι δεν πήρα εγώ! Τι σημαίνει «του αρέσω» εκείνη τη χρονιά, δεν το κατάλαβα. Μου το ξαναείπε ο ίδιος, χρόνια μετά, όταν ήρθε και με βρήκε έξω από εκεί που δούλευα! Είχε ψάξει και με είχε βρει, τότε που τα μόνα που διέθετες ήταν ένας αριθμός σταθερού τηλεφώνου, καλές γνωριμίες στον ΟΤΕ και μπόλικη διάθεση, γιατί κατά τα άλλα, άντε, ψάξε, βρες με.

Κι εγώ, χύμα εντελώς μια ολόκληρη ζωή, όταν επιτέλους κατάλαβα τι γινόταν, κολακεύτηκα που του άρεσα και που περίμενε τόσα χρόνια να μου το πει. Όταν τον ξαναείδα, με τα μάγουλα πια σκαμμένα από τα σημάδια μιας ακμής που, ευτυχώς δεν την πρόλαβα εγώ, ήταν εξίσου καλοβαλμένος, καθαρός και γυαλισμένος, αλλά πέρα απ’ την ειλικρινή χαρά μας που ξαναβρεθήκαμε, δεν είχαμε τίποτα να πούμε κι αυτή ήταν η τελευταία φορά που ασχολήθηκα με τον Ηλία…

Το σπίτι του, την επόμενη χρονιά, νοικιάστηκε σε μια άλλη οικογένεια, αφού ο πατέρας του είχε πάρει μετάθεση για κάπου βόρεια. Ένα χρόνο μετά, εγώ πια στα 14, έχοντας ξεκάθαρα περάσει τη διαχωριστική γραμμή, με την εφηβεία να νικάει κατά κράτος τον Μούγερ, λάτρεψα τον Κωστή (το γιο της οικογένειας), που ίσως να κοιμόταν σ’ αυτό, το ίδιο το κρεβάτι του Ηλία και ήταν ξανθωπός και όμορφος, με εκείνο το χαρακτηριστικό μπλε σορτσάκι με τις άσπρες ρίγες, που φορούσε κάθε μέρα. 

Κάθε μία απ’ τις μέρες εκείνου του επόμενου, μαρτυρικού για μένα καλοκαιριού, όταν ο Κωστής δεν μπορούσε να αποφασίσει αν του άρεσα περισσότερο εγώ ή η μαυριδερή φίλη μου, η Νίτσα (άλλη Νίτσα αυτή, απ’ το Παρθένα, ένα καλοκαίρι ολόκληρο μας πήρε για να την πείσουμε να μας πει από πού βγαίνει, γιατί ντρεπόταν) και φλέρταρε ασύστολα και με τις δύο. 

Εγώ ήμουν η πρασινομάτα, αλλά εκείνη του ανοιγόκλεινε με χάρη τα μελαχροινά της τσίνορα. Μέχρι που εγώ παραιτήθηκα, διότι από τότε δεν πίστευα στις μάταιες κι ασαφείς διεκδικήσεις και επέλεγα τις μάχες που θα έδινα… 

Αυτή θα πρέπει να ήταν, μάλλον, η εκδίκηση του Ηλία, που ποτέ δεν του γύρισα χαμόγελο…

Ο Κώστας έγινε ένας καλός μηχανικός, έμαθα πολύ καιρό μετά, που παντρεύτηκε μία Σουηδή (ούτε πρασινομάτα, ούτε τσινοράτη) και η Νίτσα, που μετά το έκανε Νία και ίσως έλεγε ψέματα ότι βγαίνει απ' το "Μελανία", έκανε για ένα φεγγάρι μόντελινγκ και μετά παντρεύτηκε έναν επιχειρηματία... 

Δύο συνεχόμενα καλοκαίρια περάσαμε στο Βραχάτι, που λες…

Μεσοβδόμαδα, μπάνιο δεν κάναμε, γιατί η γιαγιά δεν κολυμπούσε, οπότε δεν μας άφηνε κι εμάς να πάμε στη θάλασσα. Έτσι, όλη μέρα την περνούσαμε στο δρόμο: Ποδήλατα, κυνηγητά, κρυφτό, χαμός γινόταν με τα παιδιά της γειτονιάς. Ακόμα και την εποχή που τα φλερτ ήταν η επικρατέστερη επιλογή μας, πάντα θα συνδυαζόταν με ποδηλατάδα στο δάσος με τα πεύκα, κυνηγητό και «κρύψου σε μια απόμερη γωνιά, να έρθω να σε βρω».

Το μεσημέρι μας φώναζε η γιαγιά μου να φάμε. Τηγανιτές πατάτες και κεφτέδες, παγωμένη σαλάτα χωριάτικη και φέτα, τα ανεμοχάφταμε και μετά ξανά βουρ στο δρόμο, μαζί με όλα τα υπόλοιπα χαμίνια. Μάταια η γιαγιά μας κυνηγούσε με καθαρισμένο, δροσερό καρπούζι και ζουμερά ροδάκινα. Το σπίτι μας έχανε, μέχρι που νύχτωνε για τα καλά.

Και τότε, το πρόγραμμα είχε θερινό σινεμά και μεταμεσονύχτιες κλοπές! Ναι, ρημάζαμε τα κεράσια και τα σύκα απ’ τα δέντρα του πεζόδρομου, με σαφή προτίμηση σ’ αυτά της κυρα-Νίτσας, την οποία εκδικούμασταν έτσι για τον καυγά που θα έστηνε στην Άννα, την αμέσως επόμενη στιγμή.

Μπαίναμε κρυφά στον κήπο της και της τον ρημάζαμε! Μια φορά, για να φτάσουμε στο δέντρο, πατήσαμε πάνω σε έναν κουβά απ’ αυτούς που είχε ο φίλος της κυρα-Νίτσας, για να βάφει. Τον είχε αφήσει έξω στην αυλή, όσο αυτός ήταν «απασχολημένος» μέσα στο σπίτι. 

Τον γυρίσαμε ανάποδα και πατήσαμε πάνω του, αλλά κάποια στιγμή σαν να τσάκισε και πέσαμε. Έκανε τόσο θόρυβο ο κουβάς, που ο γάτης της αυλής ούρλιαξε τρομαγμένος. Εμείς, δεν έφτανε που πέσαμε, παρασύραμε και τα σκοινιά με την απλωμένη της μπουγάδα κι όλος ο ορυμαγδός που ακολούθησε, μας χάρισε το εξαίσιο θέαμα του ξεβράκωτου μπογιατζή, που έτρεξε έξω, προσπαθώντας να κουμπώσει το παντελόνι του και της κομπινεζονάτης κυρα-Νίτσας, η οποία βγήκε στο παράθυρο ουρλιάζοντας: «Μωρή Άνναααα! Δεν θα σε πιάσω κακομοίρα μου! Κουρούπα θα σε αφήσω!».

Τα Σαββατοκύριακα έρχονταν οι δικοί μας και τότε το πρόγραμμα άλλαζε. Όχι, δραματικά, μην φανταστείς. Απλώς τα πρωινά μας γέμιζαν από θάλασσα και παιχνίδια στο νερό και τα βράδια μας λερώνονταν από παγωτό χωνάκι. 

Από το ένα καλοκαίρι, που ζήλευα τη Μαρία που ξανοιγόταν στα βαθιά, μέχρι το επόμενο, που εγώ πήγαινα βαθύτερα και τότε ερχόταν εκείνη μαζί μου, χωρίς να παρακαλάω για την παρέα της και ήμουν πια αρκετά μεγάλη, ώστε να μου εξομολογείται τους δικούς της «μεγάλους» έρωτες, αφού βλέπεις εκείνη δεν κοίταζε τους πιτσιρικάδες της παρέας μας.

Άσε που η Άννα, εκείνο το όμορφο, μελαχροινό κορίτσι του προηγούμενου καλοκαιριού, δεν υπήρχε πια… 
Η κυρά-Νίτσα βρήκε επιτέλους τον γέρο παραλή και του την πούλησε στα 17 της, εκείνο τον ενδιάμεσο χειμώνα, που εμείς ακόμα πηγαίναμε σχολείο κι εκείνη δεν πρόκαμε ποτέ να το τελειώσει. Ήταν πια «καλοπαντρεμένη, μεγαλονοικοκυρά και δαχτυλοδειχτούμενη» στην πόλη της Κορίνθου.

Πολύ καιρό αργότερα, μάθαμε ότι έκανε δυο παιδιά, ότι ο γερο-παραλής την έδερνε κάθε φορά που έβγαινε με τις φίλες της κι εκείνη, σαν να μην πέρασε μια μέρα από τότε που ζούσε με τη μάνα της, απλώς τον μισούσε και περίμενε πότε θα πεθάνει για να τον κληρονομήσει, μπαινοβγάνοντας τον έναν πίσω απ’ τον άλλο τους γκομεναίους. Κανείς πια δεν είχε λόγο να ψάξει στην κιλότα της για τη χαμένη της τιμή, αφού όταν πια χαθεί, δεν μπορεί να ξαναχαθεί.

Κι ενώ αυτά συνέβαιναν, το δροσάτο κορίτσι έδωσε τη θέση του σε μία ακόμη κωλοπετσωμένη Πελοποννήσια, που έγινε όλα εκείνα που σιχαινόταν στη μάνα της και κανείς πια δεν ξανάκουσε γι’ αυτό…

Τα παιδικά μου καλοκαίρια έχουνε μόνο μυρωδιές γι’ ανάμνηση, γιατί τα ίδια είναι πλέον αόρατα.

Ανακατεμένες μυρωδιές. Καρπούζι με νυχτολούλουδο, ροδάκινο με ντοματοσαλάτα και φέτα, λιωμένο παγωτό με κεφτέδες και πατάτες τηγανιτές, κεράσια με πευκοβελόνες, σύκα και γιασεμιά…

Η ελαφριά κολώνια της Μαρίας, μπερδεμένη με τη θαλασσινή αύρα, το βαρύ άρωμα της Άννας, βγαλμένο λες από γαλλικό μπουντουάρ που δεν αερίζεται, το αίμα στο κεφάλι του Αλέξη, ανακατεμένο με μακαρόνια Μίσκο, ο μοσχομυριστός Ηλίας. 

Από κοντά, ο «άρρωστος» γιος της ιδιοκτήτριας, η ξεφούσκωτη ρόδα απ’ το ποδήλατό μου, μια σακούλα γεμάτη βρακιά, η καταμελάχροινη Παρθένα που μάλλον ακόμα τρεμοπαίζει τα τσίνορά της ή μαθαίνει στις κόρες της να το κάνουν...

Όλα αυτά μπερδεμένες, μυρωδάτες αναμνήσεις, που δεν υπάρχουν πια… 
Έμειναν όμως εκεί, να στέκουν αόρατες μέσα στην ψυχή μου. 
Οι αναμνήσεις των αόρατων παιδικών μου καλοκαιριών, που δεν λένε να ξεθωριάσουν.

Μαζί με αυτές, η γιαγιά μου, εγώ, η αδελφή μου και οι ξαδέλφες μου παιδιά, μια εποχή ολόκληρη που πέρασε, ανεπιστρεπτί και γιατί; 

Μόνο και μόνο επειδή εγώ μεγάλωσα…



Διονύσης Σαββόπουλος – «Καλοκαίρι»




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου