Σάββατο, 1 Αυγούστου 2015

Μεταξύ μας με καφέ και με τσιγάρο (Νο 36)

Το εβδομαδιαίο χρονογράφημα του grpost
δια χειρός Πέμυς Γκανά



Αόρατο μπουλούκι.


Αθήνα, Ομόνοια, πρωί.
Παρασκευή 31 Ιουλίου 2015
Ανεβαίνοντας αργά τις κυλιόμενες σκάλες βγαίνουμε στην τσιμεντένια, πολύβουη πλατεία Ομόνοιας.
Άσχημη, αφιλόξενη.
Καυτός λάβας μας τυλίγει.
Κρατώ τα παιδιά από το χέρι.
Τον Παναγιώτη στο δεξί και τον Δημήτρη στ αριστερό.
Ασυναίσθητα τα σφίγγω δυνατά, κοντά μου.
Περπατάμε πενήντα μέτρα.
Αρχίζει η γκρίνια...
¨Φρίκη, μυρίζει, κάνει ζέστη, θέλω παγωτό, θέλω πορτοκαλάδα, δεν είναι δίκαιο, θέλω να
πάμε σπίτι τώρα....¨
¨Εγώ φταίω¨ αναλογίζομαι. 42 βαθμοί υπό σκιά.
Σταματάμε σ ένα περίπτερο.
 Γ Σεπτεμβρίου.
-Δυο πορτοκαλάδες.
-Από επαρχία είσαι; Με ρωτά μάλλον με αγένεια, ο περιπτεράς.
-Όχι.
-Τι τα κουβαλάς με τον καύσωνα τα παιδιά, κυρά μου...
¨Κυρά μου;¨.
Δεν του απαντώ, μόνο πληρώνω.
1 ευρώ και 60 λεπτά.
Τα παιδιά πίνουν μονορούφι την πορτοκαλάδα.
Χαμογελούν, φωτίζεται ο κόσμος...
Ξεκινάμε να φύγουμε.
Με την άκρη του ματιού μου το βλέπω.
Πιτσιρικάκι, όχι πάνω από πέντε χρόνων.
Παίζει κουτσό στο ρείθρο του πεζοδρομίου.
Μόνο του!
Τρομάζω.
Ξαναγυρνώ να δω αν συνοδεύεται.
Δεν συνοδεύεται.
Τον βλέπω να γλιστρά και η μηχανή έρχεται φουριόζα με σαματά.
Δίχως να το σκεφτώ τρέχω στο μέρος του, το τραβώ από το χέρι.
¨Τι κάνω; άφησα τα παιδιά μου¨.
Η μηχανή μας προσπερνά.
-Μάζεψε το κυρά μου!!!
¨Κυρά μου;¨
Τα παιδιά μου έρχονται τρομαγμένα.
-Τι έγινε μαμά; μας άφησες...
Κοιτώ τον μικρό.
-Που είναι η μαμά σου;
Δεν απαντά.
Κατάμαυρα, πανέξυπνα μάτια, τρομαγμένα, ηττημένα.
Μια γυναίκα έρχεται τρέχοντας, απλώνει τα χέρια της.
Τον κρατώ, δεν τον αφήνω.
-Είναι η μαμά σου; τον ρωτώ.
-Μάμα, μου απαντά εκείνη.
Φορά μακρύ φαρδύ φόρεμα, μαύρο.
Φορώ κοραλί, κοντό.
Φορά κλειστά παπούτσια, σαν χειμωνιάτικα.
Φορώ πέδιλα πλατφόρμες, με βαμμένα τα νύχια των ποδιών.
Πορτοκαλί.
Μαύρα τσουλούφια πέφτουν στο μέτωπο της.
Ιδρωμένο.
Βαμμένα ψεύτικο ξανθό, τα δικά μου.
Μαύρα τα μάτια της, ανήσυχα.
Ανοιχτόχρωμα τα δικά μου, απορημένα.
Φορά πολύχρωμη μαντήλα στο κεφάλι.
Φορώ σταυρό, κρεμασμένο στο λαιμό...
-Μάμα, μάμα, μου λέει παρακαλετά.
Αφήνω τον μικρό που πέφτει στην αγκαλιά της.
Κλαίει.
Κλαίνε και οι δύο.
Κοιτώ παραδίπλα.
Ένα αόρατο μπουλούκι μεταναστών, άντρες γυναίκες, μικρά παιδιά.
Πως δεν τους είδα πριν;
Έχουν σηκωθεί όρθιοι, κοιτάζουν βουβοί.
Σακίδια, κουβέρτες και πλαστικές σακούλες, ξαναχρησιμοποιημένα πλαστικά μπουκάλια νερό.
Κόσμος περνά και κοιτά.
Κοντοστέκεται κουνώντας το κεφάλι.
Αφόρητη ντροπή αισθάνομαι και ένας κόμπος στο λαιμό μου με καίει.
-Α!!!! πάλι τα ίδια, φωνάζει ο περιπτεράς.
-Σκασμένα, μου τσακίζετε τις πορτοκαλάδες και τα παγωτά, μιλά τάχα θυμωμένος.
Φορτώνεται με παγωτά, τσίπς, νερά και τα μοιράζει στα παιδιά των μεταναστών.
-Νο, no, φωνάζουν οι γονείς.
-Για τα παιδιά, όχι για εσάς.
Τα παιδιά τον κυκλώνουν χαρούμενα, γέλια γάργαρα, παιδικά.
-Θα με πετάξετε κάτω!!! Τους γελά.
Δυο κυρίες αφήνουν διακριτικά τσάντες με τυρόπιτες και φεύγουν αθόρυβα.
Ο κουλουράς τους μοιράζει κουλούρια.
-Πρόσφυγες πολέμου, μου λέει. Σύριοι...
-Σύροι, τον διορθώνω αμήχανα...
Με αγριοκοιτάζει.
-Αυτό είπα και εγώ...Κοίτα τους, ήσυχοι, καλοβαλμένοι, ευγενικοί, δεν κλέβουν, δεν θυμώνουν...Μόνο περιμένουν...

Τι περιμένουν;
Πώς δεν τους είδα νωρίτερα;
Κοιτάζω την πλατεία.
Γεμάτη ανθρώπους, αμίλητους με σκυφτά κεφάλια κάτω από τον Αττικό ουρανό.
Μετανάστες, ένα ολόκληρος διαφορετικός κόσμος, αθόρυβος, υπόγειος, σιγανός.
Πρόχειρα χαρτιά κομμένα από τετράδιο, αραβικές λέξεις, βέλη και τόξα που κατευθύνουν.
Η Ομόνοια έχει δικούς της κώδικες, δική της γλώσσα, δική της τάξη, δικούς της νόμους, έχει τους δικούς της ανθρώπους.
Αν θέλει τους κρύβει στην ανωνυμία και όποτε αλλάξει γνώμη τους ξερνά και τους παραδίδει στο φως.
Και μας γεμίζει ντροπή και ενοχές...
Η άσφαλτος καίει.
Παίρνω τα παιδιά και φεύγουμε.
-Γιατί μαμά;
-Πόλεμος...
-Θα γίνει πόλεμος και στην Ελλάδα;
-Όχι...
-Ευτυχώς. Πεινάω, θέλω να πάμε να φάω καλαμαράκια...
-Όχι, να φάμε κλαμπ σάντουιτς...
-Θέλω παγωτό, μας υποσχέθηκες παγωτό...
Τα παιδιά τιτιβίζουν χοροπηδώντας γύρω μου έχοντας σχεδόν ξεχάσει τον μικρό, ίσως όμως να κρύβουν έτσι την αμηχανία τους καθώς διαισθάνονται την ασχήμια και τον πόνο.
Δεν ξέρω.

Ρίχνω μια τελευταία ματιά πριν στρίψουμε στην Πανεπιστημίου και χάσουμε απ’ το οπτικό μας πεδίο την πλατεία.
Δεν τους βλέπω...
Αόρατοι...
Τους έκρυψε πάλι.
Συνεχίζω το δρόμο μου.
Έχω δουλειές να προλάβω και έχω και τα παιδιά που ζεσταίνονται.
42 βαθμοί, υπό σκιά, ζεστό, δύσκολο καλοκαίρι το φετινό.
Και πόσο μάλλον όταν δεν είσαι σπίτι.
Όταν δεν ξέρεις αν έχεις σπίτι.
Μαρτυρικό...


Καλημέρες (;).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου