Σάββατο, 11 Φεβρουαρίου 2017

Μεταξύ μας με καφέ και με τσιγάρο (Νο 111)


Το εβδομαδιαίο χρονογράφημα του grpost
δια χειρός Πέμης Γκανά


Το σχέδιο διάσωσης της χώρας, 
by Panagiotakis Λαφαζάνης...



Ήρθε που λέτε χθες Παρασκευή, 10 του μήνα, η φίλη Αθηνά μετά του συζύγου και της κόρης.
Πάντα έρχεται σπίτι μας η Αθηνά, παράπονο δεν έχουμε.
Στο δικό της μας καλεί μόνο σε γιορτές και σχόλες, έχει και δικαιολογία, πάντα την ίδια:
«Δουλεύω, ντίαρ, και δεν έχω χρόνο, εμείς θα σας έρθουμε. Και πoύσαι, μην κάνεις τίποτα βρε, μεταξύ μας θα ήμαστε, μόνο καμιά πίτσα και φίγκερ φουντ»...
Ήρθαν που λέτε, και λύσσαξαν τα
τρία παιδάκια να παίξουμε Μονόπολη.
Και παίξαμε.
Και ο Παναγιωτάκης με κακούς και σπάταλους χειρισμούς χρεοκόπησε μέσα σε δεκαπέντε λεπτά, ως συνήθως δηλαδή, καμία εντύπωση δεν μας έκανε.
Ξώμεινε, λοιπόν, από χρήματα και άρχισε την κλάψα.
-Μήπως μου δώσατε, εμένα, λιγότερα ευρώ;
-Όχι, το είδες, όλα τα ίδια πήραμε, δίκαιη κατανομή του πλούτου!
-Μήπως κάναμε λάθος στο άθροισμα των ζαριών;
-Όχι Παναγιώτη...
-Μήπως κάποιος Δημήτρης μου έκλεψε χρήματα; -Τι κακό είναι τούτο το χαρακτηριστικό αυτής της δαιμόνιας φυλής μας, για όλα πια, να μας φταίνε πάντα οι άλλοι!-
-Όχι Παναγιώτη, αγόραζες τα πάντα, και απλά χρεοκόπησες.
Το σκέφτηκε (μάλλον πονηρά) και ο Δημητράκης, ετών επτά, και πρότεινε στον αδελφό του να του δανείσει πενήντα Μονοπολίστικα ευρώ.
-Θα σου δανείσω πενήντα ευρώ, αλλά θα θα μου δώσεις πίσω εκατό!
-Εντάξει, απάντησε ο απερίσκεπτος Παναγιωτάκης, ετών οκτώ...
-Τι λες βρε γερο-λαδά; αναφωνήσαμε ταυτόχρονα όλοι οι ενήλικες!
- Εντάξει, ξαναείπε ο Παναγιώτης...
Κι ο Μητσάκος με χαμόγελο αρχιληστή τοκογλύφου, του έδωσε τα πενήντα ψευτοευρώ.
-Αν δεν μπορέσει να στα δώσει πίσω, Δημήτρη, τι θα κάνεις;
Τον ρώτησα, γιατί πολύ καλά τον ξέρω, καθότι γιος μου!
-Θα μου δώσει το φωτόσπαθό του, το γνήσιο!
-Τι λες βρε!
-Εντάξει, ξανάπε ο Παναγιώτης.
Μέσα σε δεκαπέντε λεπτά, ο Παναγιώτης, αναμενόμενα ξαναχρεοκόπησε...
Και ο Μητσάκος άρχισε να ζητά τα ευρώ του πίσω, ή το φωτόσπαθο.
Κλάματα, τσακωμοί, και στο τέλος ο Παναγιώτης ζήτησε «πίστωση χρόνου».
Ο Μητσάκος μουτρωμένος το δέχτηκε, φαντάστηκε πως ο Παναγιώτης θα του έφερνε το φωτόσπαθο.
Μα ο Παναγιώτης έφερε ω! Τι έκπληξη! Χρήματα...
Χαρτάκια άτσαλα κομμένα, των 100(!) και των 1000 (!) ευρώ!
Άλαλα τα χείλη των απανταχού χρεοκοπημένων...
-Τι κάνεις Παναγιώτη; Δεν είναι δίκαιο, εσύ τα έφτιαξες αυτά τα χρήματα, δεν είναι της Μονόπολης, του φώναξα.
-Ε και; ρώτησε ειρωνικά ο σταυραετός μου. Χρήματα δεν θέλετε; Χρήματα σας δίνω!
-Δεν μπορείς να φτιάχνεις χρήματα, παρενέβη και ο πατήρ!
-Και γιατί όχι παρακαλώ;
-Γιατί δεν είναι δίκαιο το παιχνίδι...
-Τον Λαφαζάνη τον ξέρεις Παναγιώτη; Ρώτησε γελώντας η Αθηνά!
-...Δεν έχω συμμαθητή με τέτοιο όνομα, απάντησε ο μικρός, ανασηκώνοντας τους ώμους.
-Εγώ; θα πάρω τα χρήματα, ή το φωτόσπαθο του; αναρωτήθηκε, εύλογα, ο Δημήτρης.
-Τίποτα δεν θα πάρει κανείς! Απεφάνθη η μητέρα -εγώ δηλαδή, μην μπερδεύεστε-
Τσακωμοί, κλάματα, κακός χαμός ...

...Την κλείσαμε την Μονόπολη αγαπημένοι μου φίλοι, εν μέσω κλαμάτων.
Κερδισμένος;
Κανείς, ο Δημήτρης δεν πήρε πίσω ούτε τα ψεύτικα ευρώ, ούτε και το φωτόσπαθο, έμεινε μόνο να κλαψουρίζει κάτι για αδικία, και να απειλεί ότι θα πάρει μόνος του τα χρωστούμενα.
Ο δε Παναγιώτη,ς ασχολήθηκε με την «παραχάραξη» νομισμάτων.
Έφτιαξε, ο μασκαράς, νομίσματα ίδια και απαράλλαχτα με αυτά της Μονόπολης, τα τοποθέτησε στο πορτοφόλι του και τα ονόμασε Ευρώ...
Ίσα που πιστεύει πως θα πάει στο σούπερ μάρκετ, και όχι μόνο θα ψωνίσει, αλλά θα πάρει και ρέστα.

-Βρε μπας και έχει δίκιο ο Λαφαζάνης; ρώτησε μπουκωμένη η Αθηνά.
Κοιταχτήκαμε κι οι τέσσερις ενήλικες και ταυτόχρονα κουνήσαμε αρνητικά τα κεφάλια μας.
Όχι, δεν γελάσαμε...
Μάλλον για κλάματα είμαστε, καθώς βουλιάζουμε σε ένα πηγάδι δίχως πάτο...

Κατά τα άλλα, μην μου στεναχωριέστε.
Όλα καλά και ανθηρά!

Πήγε η μαντάμ Ευθαλί, η γνωστή της γειτονιάς μας, στο ΕΟΠΥ να της γράψει ο γιατρός τα τριάντα δυό της φάρμακα και τις σαρανταπέντε της εξετάσεις.
Βουτά απ τα χέρια του γιατρού τις συνταγές, και μπουκάρει στο φαρμακείο της περιοχής μας.
-Σε πόσο καιρό θα πεθάνω; ουρλιάζει.
-Θα μας θάψετε κυρία Ευθαλία, της απαντά ο Αποστόλης, ο φαρμακοποιός.
Θυμώνει, που λέτε, η μαντάμ Ευθαλί και κοιτά την Γιούλα, την φαρμακοποιό.
-Πες μου εσύ κοπέλα μου, και αυτόν δεν τον χωνεύω, λέει, και δείχνει με την άκρη του μπαστουνιού της τον Αποστόλη...
-Δεν γράφει τίποτα τέτοιο, της απαντά χαμογελαστή η Γιούλα.
-Σίγουρα; Μήπως πεθαίνω και δεν μου το λέτε;
Και τραβά ένα φέικ λιποθυμικό επεισόδιο...
Άντε τώρα να την πείσεις ότι είναι καλά και πράγματι θα μας θάψει, και όχι μόνο αυτό, αλλά
τηλεφωνεί απ το πρωί στον Μουσιέ Πολάκης, μήπως της κρύβουνε γιατροί και φαρμακοποιοί την αλήθεια, ζητά, βλέπετε, «κυβερνητικές υποσχέσεις» και την «αλήθεια» για την υγεία της...
Αλλά ο Πολάκης είναι απασχολημένος.
Ξέρετε πόσοι θείοι τον καλούν;
Δύσκολο πράγμα το υπουργιλίκι, σύντεκνε!
Δεν ήξερες;
Ας ρώταγες.

Εντάξει, και η ιστορία με τον κο Τ. Πετρόπουλο, έχει μια κάποια εξήγηση...
Μεταξύ μας πάντα...
Κοιτάξτε μη βγει παραέξω γιατί ούτε οι καταρράχτες του Νιαγάρα δε μας ξεπλένουν...
Είχαμε πάει βόλτα με την φίλη Αθηνά, τάχαμου τάχαμου πως πηγαίνουμε για ψώνια..
Είναι ένα σχέδιο δικής μας έμπνευσης...
Μπαίνουμε μέσα στα μαγαζιά, γεια σας να ρίξουμε μια ματιά, καλέ τι το ρωτάτε φιλ φρι σα τα σπίτι σας, σας μερσούμε απαντάμε και αρχίζουμε να δοκιμάζουμε, ρούχα, παπούτσια, πόσο σας πάει μούρλια, χαιρόμαστε με την Αθηνά, θυμάσαι τότενες που αγοράζαμε ρούχα; κουνάμε λυπημένες τα κεφάλια μας και φεύγουμε δίχως να αγοράσουμε τίποτα...
Έχουμε ΕΝΦΙΑ να πληρώσουμε και φόρους, μη μιλήσω για λογοθεραπείες γιατί θα ξανακλάψω...
Φεύγουμε, που λέτε, με μια γλυκόπικρη αίσθηση.
Δεν αγοράζουμε μεν, φοράμε και δοκιμάζουμε δε...
Φοβερό σχέδιο, όλοι ευχαριστημένοι...καλά, ίσως όχι οι μαγαζάτορες, αλλά καλύτερα ένα γεμάτο μαγαζί παρά ένα άδειο.
Έτσι και προχθές.
Βγήκαμε αγκαζέ με την Αθηνά, κάπου κει, στα ένδοξα τα Κολωνάκια.
Έρχεται που λέτε φουριόζος ο εν λόγω κύριος!
-Όλα καλά; μας ρωτά.
-Είστε ο κος Ταφ Πετρόπουλος; ρωτά και η Αθηνά (που τον γνώρισε;)
-Αυτοπροσώπως, κορδώνεται ο κύριος.
-Συγχαρητήρια για την κυβέρνησις σας, λέει η Αθηνά.
-Ναι, πετάγομαι και εγώ, φτου να μη σας βασκάνουμε βρε, με τις σκληρές τις διαπραγματεύσεις σας, τους φόρους σας, τα αεροπλάνα και τα Παρίσια σας.
-Με τα κονέ σας με τον Ρόσιλντ και την Λορεάλ!!!
-Ευχαριστούμε, απαντά ο έξυπνος, για σας βρε φροντίζουμε, για τις γυναίκες, με την Λορεάλ δώρο και η Γκαρνιέ!
-Άνθρωπε μου, αναφώνησε η φίλη Αθηνά, κάτσε να σε ασπαστώ!
-Να μας κόβει ο Θεός μέρες, να σας τις δίνουμε σε φόρους, ξαναπετάχτηκα και εγώ.

Χάρηκε ο Χριστιανός και βγήκε να το πει και στα κανάλια.

Εντάξει, μια πλάκα κάναμε, αν γύρναγε να μας ξαναδεί ίσως, λέω ίσως, να έβλεπε και τα φάσκελα που του ρίξαμε και εμείς και οι καταστηματαρχέοι.

Καλώς δεχτήκαμε και τα ΕΦΚΑ μας.
Ωραιότατα είναι, παράπονο κανένα δεν έχουμε.
Ωραίο χαρτί, καλή και η επιλογή της γραμματοσειράς!
Πολύ το φχαριστηθήκαμε.
Εντάξει, χρήματα δεν έχουμε να πληρώσουμε, αλλά πολύ μας άρεσε, και ο φάκελος ακόμη...

Έφυγε και ο Λουκιανός μας.
Ένας ένας την κάνουν για καλύτερες γειτονιές.
Όχι, στο πάρτι το θρυλικό μπορεί να μην είχα πάει -αγέννητη γαρ (λέμε και κανένα αστείο) αλλά πολύ μου άρεσε ο φτωχός και μόνος καουμπόι.
Από την άλλη ο Τατσόπουλος τάχωσε στην Λυδία.
Απρέπειες και από τις δυο πλευρές, αν με ρωτάτε.
Και αν δεν με ρωτάτε πάλι αυτή είναι η γνώμη μου δηλαδή.

Αξιολόγηση;
Μπα μόνο λευκός καπνός δεν διακρίνεται, παρά μονάχα μαύρα σύννεφα και πυκνοί καπνοί...

Αυτά έγιναν φίλοι καλοί και αγαπημένοι, αυτή την δεύτερη εβδομάδα του Φεβρουαρίου, του σωτηρίου έτους 2000 και 17.
Σας ασπάζομαι και ανανεώνω το ραντεβού μας για την επόμενη εβδομάδα, Θεού θέλοντος και κου Σακελλαρόπουλου επιτρέποντος.


ΥΓ1.  Άγνωστο για ποιον λόγο, αλλά παρ’ ότι η Πανάθα νικάει, παρ’ ότι την Τσικνοπέμπτη τον έχω πρώτο τραπέζι πίστα μ’ ένα ολόκληρο κατσίκι στην διάθεσή του κι ανοιχτή γραμμή με το σουβλατζίδικο, παρ’ ότι γράφω πάντα στην ώρα μου, παρ’ ότι εσχάτως συλλαμβάνω τον εαυτό μου να φιλελευθερίζει, ο κ. Σακελλαρόπουλος πάλι δεν μου μιλάει…

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου