Παρασκευή, 24 Νοεμβρίου 2017

ΕΥΑερα: «Εκείνα τα σκαριά, τα σκαριά τα σπασμένα...»


Γράφει
η Εύα Τσαροπούλου


«Ελεύθερε άνθρωπε, πάντα θα λατρεύεις τη θάλασσα», έλεγε ο Μποντλέρ κι ο Έλληνας ταυτίστηκε με αυτήν, απ’ την πρώτη του κιόλας επαφή μαζί της. Την κατέκτησε, τη δάμασε, έφτιαξε όμορφα, γρήγορα, ανθεκτικά σκαριά για να την αρμενίζει. Σκαριά που έγραψαν τη δική τους ιστορία, διασχίζοντας με ασφάλεια, μέσα στους αιώνες, όλα της τα «μονοπάτια».

Απ’ την εποχή της Μινωϊκής θαλασσοκρατίας, την Αργοναυτική εκστρατεία και τους
κλασικούς χρόνους, τις τριήρεις και τις πολυήρεις των ελληνιστικών χρόνων, τους δρόμωνες και τα χελάνδια του Βυζαντίου, τα σταροκάβαρα της Τουρκοκρατίας, τα ελληνικά σκαριά άφησαν το στίγμα τους απ’ όπου κι αν πέρασαν.

Ναυπηγεία, ταρσανάδες και καρνάγια ξεφύτρωναν στις παραλίες των νησιών και της ηπειρωτικής χώρας, ενώ οι πιο ικανοί ναυπηγοί, καραβομαραγκοί, καλαφάτες και ένα σωρό άλλοι τεχνίτες δούλευαν ολημερίς στην κατασκευή μικρών, μεσαίων και μεγάλων πλοίων, που προορίζονταν για Έλληνες εμπόρους και καραβοκύρηδες, ακόμα και για κουρσάρους ή για πειρατές.

Αναγνωρισμένες ως εξαιρετικές, οι ικανότητες των Ελλήνων τεχνιτών, ακόμα και από τους Οθωμανούς ναυτικούς, κάτι που αποδεικνύεται από το μεγάλο αριθμό πολεμικών πλοίων του Οθωμανικού Πολεμικού Ναυτικού που κατασκευάστηκαν εξ ολοκλήρου από Χιώτες τεχνίτες.

Πέντε περίπου χρόνια χρειάζονταν οι καραβοτεχνίτες για να τελειώσουν ένα καΐκι, αφού πολλές φορές έφτιαχναν και τα εργαλεία με τα χέρια τους.

Σχεδίαζαν το σκαρί, διαμόρφωναν το σκελετό του, επικάλυπταν το πέτσωμά του, του φορούσαν μετά το κουβούσι, το τιμόνι και το άλμπουρο και στο τέλος, το καλαφάτιζαν και το έβαφαν.

Το ξύλο διαλεγόταν πολύ προσεκτικά, ανάλογα με το μέρος για το οποίο προοριζόταν, αφού κάποια μέρη του σκάφους βρέχονται συνέχεια και το ξύλο «μαζεύει» κι άλλα τα χτυπάει αλύπητα συνεχώς ο ήλιος και «απλώνει». Πιο συχνά, το ξύλο ήταν από πεύκο, ενώ τα κατάρτια φτιάχνονταν από κυπαρίσσι.

Τα καρφιά, στην αρχή, ήταν χειροποίητα, φτιαγμένα από σίδερο, ενώ, με τα χρόνια, αντικαταστάθηκαν με βιομηχανικά ψευδαργυρωμένα.

Το κάτω μέρος του πλοίου αλειφόταν με λίπος ανακατωμένο με οξύ (ακόμα και με λεμόνι), για την καθέλκυση, για να αντιστέκεται στις τριβές, την ώρα που το κάθε καινούργιο βύθισμα στο νερό συνοδευόταν από αγιασμούς, χορούς και γλέντια.

Μπισκιά, που άλλαξαν με πριονοκορδέλες, ροκάνια, που αντικαταστάθηκαν με πλάνες, ρίνες, που τη θέση τους πήραν τα τριβεία, σβούρες και πριόνια, που σήμερα έχουν αντικατασταθεί με ηλεκτρικά, τρυπάνια, σημαδούρες και σκαρπέλα, ήταν μερικά μόνο απ’ τα εργαλεία των τεχνιτών που, εκούσια ή ακούσια, άφησαν το δημιουργικό τους «στίγμα» σε Βενετούς, σε Οθωμανούς, σε ολόκληρη τη Μεσόγειο, φτιάχνοντας σακολέβες, βάρκες, μαούνες, δικάταρτα και τρικάταρτα καραβόσκαρα, περάματα, τσερνίκια, τρεχαντήρια και μπιγιαντέδες.

Τα σημερινά καΐκια φέρουν στους ώμους τους τη βαριά κληρονομιά μιας παράδοσης που αγγίζει τις τρεις χιλιετίες. Τούτη η παράδοση, που ξεκινάει από τα «ξύλινα τείχη» των αρχαίων και τα ξύλινα σκαριά της επανάστασης και φτάνει μέχρι και  μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο τουλάχιστον, τελειώνει βίαια, αφού η Ελλάδα, πρώτη ναυτική δύναμη και στο στόλο των ξύλινων αλιευτικών, «θανατώνει» υποχρεωτικά τα παραδοσιακά δημιουργήματά της.

Το 2010, στην Ευρωπαϊκή Ένωση ξεκίνησε μία συζήτηση, για την προστασία της αλιείας στα κράτη-μέλη της, μια συζήτηση που χρειάστηκε τρία χρόνια για να ολοκληρωθεί και να εκφραστεί σε απόφαση.

Το 2013, λοιπόν, η Ε.Ε. εκδίδει τον Κανονισμό αριθ. 1303/2013, με τον οποίο προσπαθεί να σταματήσει την υπεραλίευση, την παράνομη αλιεία και ταυτόχρονα, να προστατεύσει, στις χώρες-μέλη της, τη θαλάσσια πανίδα από την ολική εξόντωσή της. Έτσι, αποφάσισε να παροπλίσει βιντζότρατες και μηχανότρατες, που σαρώνουν το βυθό καταστρέφοντας το θαλάσσιο περιβάλλον, επιδοτώντας, πλουσιοπάροχα, την κατάθεση της αλιευτικής άδειας.

Από τούτη την απόφαση, προέκυψε μια μάλλον «αντιφατική» εξέλιξη για τη χώρα μας· αντιφατική για μένα, που απλώς διαβάζω κι ο νους μου δεν ξέρει τα πολλά...

Ο Κανονισμός προβλέπει, μαζί με την κατάθεση της αλιευτικής άδειας και την καταστροφή των παραδοσιακών αλιευτικών μας σκαφών, με τον Ελληνικό Σύνδεσμο Παραδοσιακών Σκαφών να αντιδρά, όπως είναι φυσικό, σε αυτήν. Ο πρόεδρος του Συνδέσμου υποστηρίζει πως το υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων και συγκεκριμένα, η Διεύθυνση Αλιείας, καταστρέφει βιντζότρατες και μηχανότρατες, τα χειροποίητα, ξύλινα, παραδοσιακά σκάφη, επιλέγοντας μονομερώς τη μέθοδο της καταστροφής, καταστρατηγώντας την ευρωπαϊκή πολιτική στο θέμα αυτό, αφού θεωρούν ότι μόνο έτσι θα προκύψει ανάπτυξη και επενδύσεις (!), συλλογιστική την οποία δεν μπορώ να αντιληφθώ, όσο και να έχω προσπαθήσει. 

Μέχρι στιγμής, έχουν ήδη καταστραφεί περίπου 13.000 από τα 17.500 παραδοσιακά κομψοτεχνήματα, μερικά από τα οποία μεγάλης πολιτιστικής αξίας.

Ωστόσο, η κοινοτική οδηγία ορίζει μεν την επιδότηση της κατάθεσης της αλιευτικής άδειας, αλλά ζητά –σε αντάλλαγμα γι' αυτήν, είτε την καταστροφή του σκάφους, είτε τη χρήση του με άλλο τρόπο!

Σύμφωνα με τις δηλώσεις του προέδρου, ο Σύνδεσμος έχει ήδη καταθέσει πάρα πολλές προτάσεις εναλλακτικής χρήσης των σκαφών, με ταυτόχρονη εξασφάλιση ότι οι ιδιοκτήτες τους δεν θα παρανομήσουν, αφού φυσικά, κανείς δεν θέλει την υπεραλίευση! Ουδείς διαφωνεί με την πρωτοβουλία της Ευρωπαϊκής Ένωσης να προστατεύσει τη θαλάσσια πανίδα και να βάλει φραγμό στην παράνομη αλιεία.
Το αίτημα του Συνδέσμου είναι το Πρωτόκολλο Καταστροφής να μετατραπεί σε Πρωτόκολλο Παράδοσης και το διατηρημένο σκαρί να παραμείνει «στη ζωή» ως μουσειακό είδος.

Γιατί λοιπόν, αφού η Οδηγία της Ευρωπαϊκής Ένωσης επιτρέπει τη μετατροπή, δεν ακολουθείται αυτός ο δρόμος, παρά προτιμάται απ’ τις αρμόδιες ελληνικές αρχές ο «βίαιος θάνατος»; Ποιον συμφέρει μία τέτοια απόφαση;

Από το 2010 μέχρι σήμερα, παρά τις συνεχείς διαμαρτυρίες, δεν έχει γίνει καμία κίνηση ώστε όλα αυτά τα σκαριά, τα φτιαγμένα με αγάπη και μεράκι να έχουν τα γεράματα που τους αξίζουν. Αντ' αυτού, εκατοντάδες επαγγελματίες ψαράδες βγήκαν στη σύνταξη ή άλλαξαν επάγγελμα, προτιμώντας τη σίγουρη επιδότηση απ' το συνεχές ανεμόδαρμα της θάλασσας.

Ένα ολόκληρο κομμάτι της παράδοσής μας και του πολιτισμού μας καταστρέφεται και μοιάζει τίποτα να μην μπορεί να γίνει γι’ αυτό, αφού η ανθρώπινη βούληση και μικρά ή μεγάλα συμφέροντα δεν το επιτρέπουν. 

Μαζί με τούτα τα θαλασσοδαρμένα σκαριά, οδηγείται στον αφανισμό ένα βασικό κομμάτι του λαϊκού μας πολιτισμού: Η ναυπηγική τέχνη. Πέντε χρόνια αγάπης και μόχθου για να φτιαχτεί κάθε ένα απ’ αυτά τα μικρά παραδοσιακά αριστουργήματα γίνονται σκόνη και θρύψαλα σε μια στιγμή, απ’ την επέλαση της μπουλντόζας.

Κι όλα αυτά γιατί; Για ένα αποτέλεσμα που αμφισβητείται, αφού η παράνομη αλιεία συνεχίζεται, με πλαστικά και φουσκωτά, με ανεμότρατες που συνεχίζουν να γδέρνουν τους βυθούς και με γρι-γρι, που χρησιμοποιούν λάμπες πολύ ισχυρές, καίγοντας γόνους και πλαγκτόν.

Την ίδια ώρα που οι γείτονές μας, οι Τούρκοι, ωθούν τον τουρισμό τους, βάζοντας εκατοντάδες μεγάλα ξύλινα καΐκια να κάνουν ημερήσια ταξίδια στις Ιωνικές ακτές, εμείς, σπάμε τα πλεούμενά μας, που σηκώνουν το βάρος ακόμα και 90 χρόνων στη ράχη τους. Αντί να τα αξιοποιήσουμε τουριστικά ή ακόμα και να τα καταβυθίσουμε, ώστε να γίνουν φιλόξενο καταφύγιο για πληθυσμούς ψαριών, εμείς προτιμούμε τη συνταξιοδότηση, το εύκολο αποτέλεσμα της γενναίας ευρωπαϊκής επιδότησης.

Μια νομοθεσία που φτιάχτηκε για να προστατεύσει και θα μπορούσε στ’ αλήθεια να εφαρμοστεί όπως πρέπει, γίνεται αφορμή για τη συνολική περιφρόνηση της ναυτικής μας παράδοσης, της ίδιας μας της ιστορίας.

Εκείνος που δέχτηκε να αναλάβει μια τέτοια ευθύνη, φαίνεται να ξεχνάει πως ετούτο το σύγχρονο ελληνικό κράτος δεν θα υπήρχε χωρίς τη ναυτοσύνη και το εμπορικό πνεύμα του ίδιου αυτού λαού, που σήμερα δέχεται αυτόν τον ξεπεσμό, με αντάλλαγμα μερικά αργύρια...

Είναι άραγε αρκετά τα αργύρια ετούτης της λήθης; Θα φτάσουν για να ξεχνάνε όση ζωή τους απομένει;


Τους ναυτικούς τους γέρους συλλογίζομαι, 
που στα μεγάλα των χειμώνων βράδια 
μ’ υπομονή κι αγάπη για τα εγγόνια τους 
(είτε γι’ αυτούς;) μικρά φτιάχνουν καράβια.

Και δεν μπορούνε πια να ταξιδέψουνε, 
μα κάθε μέρα ως το λιμάνι πάνε 
και άνεργοι, ανώφελοι και πένθιμοι 
σαν κατιτίς να χάσανε κοιτάνε 

(Κ. Ουράνης)




«Σπασμένο καράβι» - Κώστας Καράλης»



5 σχόλια:

  1. Το πιο κατατοπιστικό κείμενο που έχω διαβάσει για το θέμα!
    Αν καταλαβαίνω καλά, για άλλη μια φορά φορτώνουμε το φταίξιμο στην «επάρατο» ΕΕ, ενώ _επιλέγουμε_ να βάζουμε τα χέρια μας και βγάζουμε τα μάτια μας :(
    Το ενδιαφέρον, επομένως, είναι το κίνητρο πίσω από αυτή την επιλογή ;)

    Ενδιαφέρουσα συζήτηση στο https://www.facebook.com/eva.tsaropoulou/posts/10212630340888052?comment_id=10212631500957053.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Είναι πολύ εύκολο να υπάρχει πάντα ένα "μαύρο πρόβατο" και ακόμα καλύτερα, αν αυτό _δεν_ μιλάει Ελληνικά ;)

      Διαγραφή
  2. Στην Οδύσεια και την ριζωμένη σχεδία του Οδυσσέα όπου αναζητούσε τον νόστο, το γαμήλιο κρεββάτι του, η αρχαιόθεν διαλεκτική της γηινης ρίζας και της θαλάσσιας περιπέτειας για τον ΈλληνΑ.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Την οποία φαίνεται ότι "ξεπουλάει" για ολίγα αργύρια... :(

      Διαγραφή
  3. Οργή,θυμός,λύπη,συγκίνηση,αυτά αισθάνθηκα διαβάζοντας το κείμενό σου αλλά όπως πάντα,εξαιρετική.
    Υ.Γ.Συγνώμη για τον ενικό αλλά δεν μου αρέσει ο γαλλισμός.

    ΑπάντησηΔιαγραφή