Παρασκευή, 17 Νοεμβρίου 2017

EYAερα: «Ήθος ανθρώπω δαίμων»


Γράφει
η Εύα Τσαροπούλου

Το Δημοτικό που πήγαινε η κόρη μου, το πάλαι ποτέ, ήταν ένα πολυπολιτισμικό σχολειό, όπως όλα τα σχολειά, εκεί στα μαγευτικά Πατήσια που ζούμε.
Τα Ελληνόπουλα πολύ λίγα· στην τάξη της η κόρη μου είχε πέντε μόλις, αλλά αυτό ποτέ δεν δημιούργησε κανένα πρόβλημα, σε μας τουλάχιστον, που είχαμε μάθει -ήδη από την εποχή που πήγαινα εγώ σχολείο- να ζούμε με «ξένους» στη γειτονιά μας. 
Ξένους που για μας είναι οι «δικοί μας» άνθρωποι. 
Οι γείτονές μας, οι φίλοι μας.
Σε κάθε παιδικό πάρτι -τεράστιο κοινωνικό γεγονός για
τα παιδιά μας, αλλά και για μας- είχαμε την ευκαιρία να πάρουμε μια ιδέα από τα ήθη και τα έθιμα των γειτόνων μας και να πούμε το γενέθλιο τραγουδάκι σε παραπάνω από δύο γνωστές γλώσσες. 

Σε ένα από αυτά τα πάρτι, γνώρισα τη μαμά και τον μπαμπά της «Μαρίας»· ας την λέμε έτσι εφεξής.
Ο πατέρας της Έλληνας, αρκετά μεγάλος ώστε να είναι παππούς της. Η μητέρα, έμαθα πολύ αργότερα ότι ήταν Αλβανή. Βλέπεις, ο σύζυγός της το έφερνε βαρέως αυτό και το έκρυβε επιμελώς, κάνοντας προφανώς προβολή του δικού του ρατσισμού επάνω μας.
Εκείνη, λίγο μεγαλύτερη από μένα στην ηλικία, ήταν πάντα σιωπηλή· μιλούσε δειλά, μόνο όταν ο σύζυγός της δεν ήταν μπροστά και μόνο σε μένα, κυρίως επειδή εγώ έκανα προσπάθειες να την εντάξω στη συζήτηση με τους άλλους γονείς.
Το κοριτσάκι τους ήταν ένα πολύ ήσυχο, μάλλον τρομαγμένο παιδί. Δεν έκανε  πολλές παρέες με τα άλλα. Είχα πει στην κόρη μου τότε, ότι θα έπρεπε να την ενθαρρύνει περισσότερο και να κάνει εκείνη το πρώτο βήμα για να την προσεγγίσει. Δεν ξέρω πόσο εύκολα κατανοητό μπορεί να γίνει αυτό από τόσο μικρά παιδιά, αλλά τέλος πάντων, κάπως το λειτουργούσαμε όλοι μαζί.

Ο πατέρας ήταν από αυτούς τους θρησκόληπτους τύπους, που λιβάνιζαν ολημερίς και νήστευαν κάθε Τετάρτη και Παρασκευή, ενώ το κυριακάτικο πρόγραμμα της οικογένειας περιελάμβανε πάντα απαραιτήτως εκκλησιασμό.
Κορνιζάς στο επάγγελμα, αναγκαστικά -κατά δήλωσή του- αφού είχε αποτύχει να γίνει γνωστός ζωγράφος. Ένας γλιτσιασμένος άνθρωπος, ωστόσο αυτάρεσκος, κακότροπος, αγενής και γεμάτος κόμπλεξ για τις επιλογές του: Για το χαμένο του «ταλέντο» που δεν κατάφερε ποτέ να διακριθεί, για την αναγκαστική δουλειά, που δεν του άξιζε, για τη σύζυγο, που δεν ανταποκρινόταν στις προσδοκίες του, για το κοριτσάκι του, που δεν ήταν αγόρι.
Πίστευε, διατυμπανίζοντάς το κιόλας, πως άξιζε πιο πολλά, αλλά «η ρουφιάνα η ζωή τον αδίκησε». Οξύμωρο, αν σκεφτεί κανείς το πόσο θρήσκος έλεγε ότι ήταν, αφού θα έπρεπε ίσως να σκεφτεί, σαν καλός χριστιανός, πως θα ανταμειφθεί στην επόμενη, αιώνια ζωή. Αστειευόμενη τάχα, τόλμησα να του το πω κάποτε, αηδιασμένη από τον τρόπο που φερόταν δημόσια στη γυναίκα του, για να εισπράξω την πληρωμένη απάντηση ότι εγώ, «η χωρισμένη, η του διαβόλου, να κοιτάζω τη δουλειά μου και το σπίτι μου και Κύριος οίδε τι είχα κάνει και με παράτησε ο άντρας μου!».
Δεν του έδωσα καμία σημασία, αλλά η επαφή μου με τη γυναίκα και το παιδί του περιορίστηκε μόνο στα αναγκαία παιδικά πάρτι, εκεί που προηγουμένως, ανταλλάσσαμε και καμία επίσκεψη στο πού και πού, για να παίζουν τα μικρά.

Κάποια μέρα, η γυναίκα του με πήρε τηλέφωνο κλαίγοντας. Ζήτησε να με δει κατ’ ιδίαν, χωρίς τα παιδιά, γιατί είχε κάτι πολύ σοβαρό να μου πει.
Ήρθε στο ραντεβού μας με κατακόκκινα μάτια και πρησμένο πρόσωπο. Τη ρώτησα τι συμβαίνει και μου είπε ότι ο άντρας της είχε απειλήσει να τη διώξει από το σπίτι, παίρνοντας της και το παιδί! Ήταν τότε τα παιδιά μας στο τελείωμα της Ε Δημοτικού, θυμάμαι.

Ρώτησα αν μπορούσε να μου πει τους λόγους ή αν απλώς ήθελε να ανακουφιστεί κλαίγοντας σε έναν ώμο. Της εξήγησα ότι από τη στιγμή που θα μου έλεγε τι συμβαίνει και με δεδομένο ότι ήμουν μια τρίτη κι όχι στενή φίλη της οικογένειας, θα ήμουν υποχρεωμένη να πράξω κατά συνείδηση, αν έπρεπε να κάνω κάτι. Την εξήγηση αυτή την έκανα διότι γνώριζα πολύ καλά ότι οι άνθρωποι κάποιες στιγμές διογκώνουμε καταστάσεις που είναι στ’ αλήθεια πιο ήπιες από ότι τις αισθανόμαστε.
Για τον τρίτο όμως, δεν είναι έτσι. Όταν ακούσει κάτι κακό, χωρίς να ξέρει από πρώτο χέρι τι έχει συμβεί, προτείνει λύσεις, οι οποίες σκοντάφτουν τελικώς στο ότι ο παραπονούμενος δεν θέλει στα αλήθεια να ενεργήσει, για να λύσει αυτό που του συμβαίνει, απλώς έφτασε στα όριά του και ήθελε να ξεσπάσει μιλώντας.
Κατάσταση πολύ συνηθισμένη, κυρίως στα νεαρά ζευγάρια, που σπεύδουν να ανακατέψουν τους γονείς τους σε κάθε τους διένεξη. Το ζευγάρι τα βρίσκει τελικώς, αλλά στους γονείς η κακή εντύπωση μένει, αυτή εύκολα γίνεται την επόμενη στιγμή «θέση» και «εμπλοκή» και κάπως έτσι οδηγούνται οι άνθρωποι στα διαζύγια…

Παρά τα όσα είπα, εκείνη δεν πτοήθηκε και άρχισε να μου διηγείται μια ιστορία, η οποία «μίλησε» σε όλες μου τις μύχιες φοβίες.
Προερχόμενη από μια πολύ φτωχή οικογένεια, ζούσε στο χωριό της κι όπως ήταν σχετικώς καλοβαλμένη –η κατάρα της ομορφιάς- τα αδέλφια της αποφάσισαν να τη δώσουν νύφη στο «γέρο» που πέρασε εμπορευόμενος απ’ το χωριό τους, ο οποίος τους πλήρωσε γι’ αυτό, μια κανονική αγορά δηλαδή. Μ’ ένα σμπάρο, δυο τρυγόνια· και την ξεφορτώθηκαν και έβγαλαν κι από πάνω!
Παντρεύτηκαν λοιπόν κι εκείνη ήρθε να ζήσει στην Αθήνα, μαζί του. Χωρίς δουλειά, ουσιαστικά του έκανε την υπηρέτρια και εκτελούσε χρέη συζύγου, υποκύπτοντας στις «διεστραμμένες», όπως τις χαρακτήρισε, ορέξεις του. Δεν ρώτησα λεπτομέρειες, αλλά θυμήθηκα αυτόν τον γλιτσιασμένο γέρο, πώς τριβόταν πάνω σε όλες τις μαμάδες στα παιδικά πάρτι, δήθεν τυχαία. Αυτό δεν ήταν αρκετό βέβαια για να δικαιολογήσει τον ορισμό, για μένα τουλάχιστον, αφού ο καθένας έχει μία δική του θεώρηση για τέτοιου είδους «προσωπικά» ζητήματα.

Το παρακάτω ωστόσο –κι αυτό έτρεμα μήπως ακούσω- μου διέψευσε κάθε αμφιβολία.

Είχα επισκεφτεί το σπίτι τους και ήξερα ότι δεν υπήρχε δεύτερη κρεβατοκάμαρα σε αυτό. Η μικρή κοιμόταν σε ένα μονό κρεβάτι, δίπλα στο δικό τους. Κάτι που σήμαινε ότι, σε αυτή την ηλικία, γινόταν ακούσιος μάρτυρας των «επαφών» των γονιών της, όπως κι αν χαρακτηρίζονταν αυτές.
Κάποια στιγμή, εκείνη είπε στον άντρα της ότι δεν μπορούσε αυτή η κατάσταση να συνεχιστεί. Το παιδί ήταν πια πολύ μεγάλο για να είναι στο ίδιο δωμάτιο με εκείνους και δεν κοιμόταν, όπως θεωρούσε εκείνος. Αλλά και να κοιμόταν, δεν θα ήταν καθόλου δύσκολο να ξυπνήσει. Του ζήτησε να αλλάξουν σπίτι και να πάνε σε μεγαλύτερο, γνωρίζοντας πολύ καλά πως είχε πάρα πολλά χρήματα· απλώς ήταν, επιπροσθέτως όλων των άλλων, και εξαιρετικά τσιγκούνης. Χαρακτηριστική περίπτωση Λογοθετίδη στο «Ένα βότσαλο στη λίμνη»: «Ποιος θα τα φάει τα 200 γραμμάρια παραπάνω κρέας, γιατί έμεινε αναμμένο το φως στο σαλόνι, ενώ πήγες να ανακατέψεις το φαγητό στην κουζίνα, πάλι καινούργια παπούτσια για τη μικρή;».
Η αλήθεια είναι ότι μάρτυρες του τσιγκούνη εαυτού του είχαμε υπάρξει πολλές φορές στις κοινωνικές μας επαφές, αφού πάντα θα μας έκανε κι ένα σχετικό κήρυγμα οικονομίας, γεμάτο ακραία παραδείγματα διαβίωσης. Απλώς δοξάζαμε τον εαυτό μας που δεν τον είχαμε παντρευτεί εμείς και το ζήτημα τελείωνε εκεί…

Το αίτημα για αλλαγή σπιτιού, λοιπόν, συνεπικουρούμενο απ’ το ότι αυτή αρνήθηκε να ενδώσει στις διαθέσεις του, εκβιάζοντας την κατάσταση, δημιούργησε τρομερούς καυγάδες που οδήγησαν τελικώς στο να την απειλήσει με έξωση απ’ το σπίτι και απαγόρευση απ’ το να ξαναδεί την κόρη της.«Είσαι ξένη και είναι ο λόγος σου έναντι του δικού μου. Ποιος νομίζεις θα σε βοηθήσει;»

Ταυτόχρονα, έκανε κάτι πολύ χειρότερο: Της έκανε έξωση απ’ το κρεβάτι του, βάζοντας το παιδί στη θέση της!

Τον κατηγόρησε ότι «χαϊδολογούσε» το παιδί, δήθεν τάχα μου «πατρικώς» και ότι δεν μπορούσε να ελέγξει το τι του έκανε, όταν ήταν στο κρεβάτι. Όταν απαίτησε αυτό να σταματήσει, εκείνος τη χτύπησε και την πέταξε απ’ το δωμάτιο, ενώ κλειδώθηκε μέσα μαζί του! Την άλλη μέρα, αφού εκείνη είχε περάσει τη νύχτα βαρώντας τις πόρτες, εκείνος ξεκλείδωσε την πόρτα και την ξαναχτύπησε. Αλλά μετά έφυγε, να πάει στη δουλειά. Εκείνη έτρεξε στο παιδί της, το οποίο -παρά τις αλλεπάλληλες ερωτήσεις της- απλώς δεν της είπε τίποτα!

Η αλήθεια είναι πως βρέθηκα σε τραγική θέση, ίσως στην πιο δύσκολη θέση που έχω βρεθεί στη ζωή μου. Από τη μία, οι τρίχες της κεφαλής μου είχαν σηκωθεί όρθιες και μόνο στη σκέψη πως ένας πατέρας και μάλιστα, ο συγκεκριμένος, γλιτσιασμένος γέρος, μπορεί να είχε απλώσει χέρι στο παιδί του. Απ’ την άλλη, η οργή μου ξεχείλιζε που η μάνα στάθηκε ανήμπορη να κάνει οτιδήποτε για να το προστατεύσει, κάτι που στη δική μου λογική είναι αδύνατο· θα τον ξέσκιζα προκειμένου να πάρω το παιδί μου από τα χέρια του.

Ωστόσο, υπήρχε κι εκείνη η γωνία του μυαλού μου που μου επέβαλλε να πνίξω οποιοδήποτε συναίσθημά μου και να μετρήσω τα δεδομένα:

Είχα μόνο τη μαρτυρία μιας γυναίκας, την οποία συμπαθούσα, αλλά δεν την ήξερα καθόλου παραπάνω και τη βαθιά προσωπική μου απέχθεια προς το σύζυγό της, η οποία –δικαιολογημένη ή αδικαιολόγητη- δεν ήταν πάντως αρκετή για να στοιχειοθετήσει «μαρτυρία» εκ μέρους μου για αυτά που τον κατηγορούσε εκείνη.

Ήταν μια σκέτη, ξερή προκατάληψη…

Καμιά φορά είναι πολύ δύσκολο -μοιάζει δε και καθόλου σοφό- να εμπιστευτούμε τις αποδείξεις που μας δίνουν οι αισθήσεις μας και συμβιβαζόμαστε, με αρκετή επιφύλαξη, με την πραγματικότητα, σαν την πιο σίγουρη ή την πιο βιώσιμη λύση. Μπορεί να είναι κακό πράγμα οι παρωπίδες, αλλά την αλήθεια να τη λέμε: Προσφέρουν έναν ασφαλή προσανατολισμό.
Απ’ την άλλη, υπάρχουν φορές που νομίζουμε ότι σκεφτόμαστε, ενώ στ’ αλήθεια απλώς κάνουμε ταξινόμηση των προκαταλήψεών μας και οι προκαταλήψεις, ως γνωστόν, είναι πιο μεγάλοι εχθροί της αλήθειας απ’ ότι τα ψέματα…


Βρήκα τη δύναμη να ακολουθήσω τον πιο «ήπιο» και λογικό δρόμο που μπορούσα:

Της είπα ότι αυτό που συμβαίνει είναι πολύ σοβαρό και χρειάζεται άμεση δράση, αλλά όχι απερίσκεπτη. Έπρεπε να πάει στην αστυνομία, να απευθυνθεί σε έναν δικηγόρο, σε κοινωνική λειτουργό και να ζητήσει βοήθεια από τις υπηρεσίες που ασχολούνται με γυναίκες και παιδιά που έχουν κακοποιηθεί, προκειμένου άμεσα να φύγει απ’ το σπίτι, μαζί με το παιδί της. Της βρήκα τα πάντα, δικηγόρο, κοινωνική λειτουργό στο δήμο (τότε ακόμα υπήρχαν), της συνέστησα κέντρα κακοποιημένων γυναικών, στέγες που μπορούσαν να τη φιλοξενήσουν άμεσα κι εκείνη και το παιδί.

Αυτή ζούσε υπό το καθεστώς δεκάδων φόβων:
Δεν ήταν Ελληνίδα, άρα πώς θα την αντιμετώπιζε η ελληνική αστυνομία, αφού θα ήταν ο λόγος μιας Αλβανής, εναντίον του λόγου ενός Έλληνα. Οπωσδήποτε, τα λόγια του άντρα της είχαν κάνει καλή δουλειά στο να την τρομοκρατήσουν.
Δεν μπορούσε να ζητήσει βοήθεια απ’ τα αδέλφια της, τα οποία είχαν βιαστεί να την ξεφορτωθούν κι όταν τους είπε τι περνούσε, της είπαν να υποταχτεί στον άντρα της και πάντως, της αρνήθηκαν κάθε βοήθεια.
Δεν είχε κανέναν οικονομικό πόρο για να ζήσει, ούτε καν την επόμενη μέρα, αφού δεν είχε δικά της χρήματα και θα βρισκόταν στο δρόμο κι εκείνη και το παιδί.
Δεν είχε τρόπο να αμυνθεί εάν εκείνος άρχιζε να τη χτυπάει, προκειμένου να μην της επιτρέψει να πάρει το παιδί.

Εγώ είχα την πολυτέλεια να είμαι πιο προσγειωμένη:

Τώρα που μιλούσαμε, ήταν έξω. Κανείς δεν την εμπόδισε να βγει έξω από το σπίτι, μπορούσε να κάνει το ίδιο λοιπόν οποιαδήποτε στιγμή το αποφάσιζε και χωρίς να του πει τίποτα. Δεν μπορεί να μην υπάρχει μία στιγμή που να μην κοιτάζει, βρε αδελφέ! Το ίδιο το παιδί, δεν της είχε παραπονεθεί για τίποτα, οπότε πώς μπορούσε να είναι βέβαιη ότι το κακοποιούσε; Μπορούσε να είναι βέβαιη μόνο για τη δική της κακοποίηση. Επιπλέον, γιατί εκείνη τη νύχτα, αντί να χτυπάει τις πόρτες, δεν κάλεσε την αστυνομία να τον αναγκάσει να δώσει το παιδί; 

Σε ένα θέμα τόσο σκληρό και ταυτόχρονα τόσο ευαίσθητο, είναι πολύ, στ’ αλήθεια πάρα πολύ δύσκολο να πάρεις θέση, αν δεν το ζεις. 

Απ’ την άλλη, ως παιδί, το έχω ζήσει και παρά τα όσα μου άφησε να με κυνηγάνε ακόμα και σήμερα, νομίζω ότι λύσεις κάπου, κάπως δίνονται, ιδίως όταν πλέον υπάρχουν ένα σωρό υπηρεσίες που δουλεύουν ενεργά, πάνω σε τέτοιες περιπτώσεις.

Η ιστορία εξελίχτηκε κατά τρόπο απρόβλεπτο:

Η σύζυγος απευθύνθηκε στις σχετικές υπηρεσίες, πήγε στην αστυνομία, πήγε στο δικηγόρο, τα έκανε όλα και το γνωρίζω καλά, διότι τη συνόδευσα αρκετές φορές. Το δικαστήριο έγινε, διαζύγιο πήρε, αλλά όχι και το παιδί της, αφού εκείνο κλήθηκε να καταθέσει (!) και επέλεξε να μείνει με τον πατέρα! Έμεινα άφωνη τότε. Η μάνα  φώναζε ότι το παιδί φοβήθηκε την οικονομική αβεβαιότητα και το ότι δεν υπήρχε κανείς να τις προστατεύσει και γι’ αυτό προτίμησε τη «σίγουρη» λύση!

Απ’ τη μία πάλευε στο μυαλό μου η σκέψη ότι το παιδί βρισκόταν υπό καθεστώς τρομοκρατίας απ’ τον πατέρα, απ’ την άλλη ότι σίγουρα, όποιες κι αν είναι οι δικές μας κρίσεις, ένα παιδί «νιώθει» και βγάζει αυτό που νιώθει και πόσο εύκολο είναι να απορρίψει τη μάνα του ένα παιδί, κυρίως φοβούμενο ότι θα μείνει χωρίς πόρους; Απάντηση δεν μπορούσα να δώσω, ένα δικαστήριο, συνυπολογίζοντας τις συνθήκες, τις καταθέσεις και ό,τι ήρθε στα χέρια του, έβγαλε την απόφασή του. Ξέρω ότι πολλά είναι τα στραβά της Δικαιοσύνης, αλλά πολύ σπάνια στερεί από μία μητέρα το παιδί της.
Και πάντως, το τι πραγματικά έγινε, δεν το μάθαμε ποτέ...

Στα χρόνια που ακολούθησαν, παρά το ότι το παιδί μου άλλαξε σχολείο, προσπάθησα πολλές φορές να μάθω τα τι και τα πώς, όπως και να μάθω πώς περνούσε το παιδί.

Δεν ξανάκουσα ποτέ για τη μητέρα, κάποιοι είπαν πως έφυγε για την Αλβανία.
Η μικρή, αφού παρουσίασε αρκετές φορές «παραβατική συμπεριφορά», έκανε δύο απόπειρες αυτοκτονίας, αλλά ευτυχώς σώθηκε. Τον πατέρα δεν τον ξαναείδα, όσες φορές κι αν πέρασα απ’ το μαγαζί του, που έστεκε πάντα εκεί, αλλά ήταν μονίμως κλειστό.  

Το καλοκαίρι που μας πέρασε, πέτυχα το παιδί στο δρόμο. Ένα κορίτσι 19 χρονών πια, αρκετά ατημέλητο, με πολλά τατουάζ στα χέρια της, με κοντοκουρεμένα τα μαλλιά της. Περπατούσε καπνίζοντας, χωρίς καμία συναίσθηση του δρόμου ή του κόσμου. Έτρεξα να την προλάβω, τη φώναζα αρκετή ώρα. Δεν γύρισε ποτέ.
Την άφησα να φύγει· στ’ αλήθεια δεν υπήρχε κάτι που να μπορούσα να κάνω.
Κι αυτό ήταν το πιο οδυνηρό. Ήταν πια πολύ αργά να κάνω οτιδήποτε…

Προχθές, στο μάθημα της Εγκληματολογίας, το θέμα μας ήταν οι δίκες ανηλίκων. Έτσι ήρθε πάλι στο νου μου η «Μαρία».

Ομολογώ: Την είχα σπρώξει στο βάθος της συνείδησής μου.

Εκείνο που ανασύρθηκε δεν ήταν ούτε το πρόσωπό της, ούτε η ιστορία της. Ήταν οι τύψεις μου ότι δεν έκανα για εκείνη όσα ίσως θα μπορούσα. Ότι ένιψα τα χέρια μου, όταν χρειαζόταν να τα βουτήξω πιο βαθιά για εκείνη. Όταν νίπτεις τα χέρια σου, ποτέ δεν μένεις ουδέτερος· το μέρος του ισχυρού παίρνεις. Πήρα το μέρος του ισχυρού. Είτε αυτός ήταν η μάνα, είτε ο πατέρας, το σίγουρο είναι πως δεν ήταν το παιδί. Κι εγώ όφειλα να πάρω το μέρος του παιδιού.

Φοβήθηκα μήπως αδικήσω κάποιον, βασισμένη στη δική μου εμπειρία, στα δικά μου ελλείμματα ψυχής. Έτρεμα μήπως η προκατάληψή μου με οδηγούσε σε λάθος δρόμο.

Σήμερα, τρέμω στη σκέψη ότι τελικώς μπορεί να υπήρξα «συνένοχος». Με τη σιωπή μου, με την αδράνειά μου, με τη «λογική μου στάση» ίσως έγινα συνένοχος στην όποια μοίρα επιφυλασσόταν γι’ αυτό το παιδί. Οι δύο απόπειρες αυτοκτονίας δεν αφήνουν αρκετές αμφιβολίες για το ποια ήταν η αλήθεια τελικώς. 

Ήξερα και δεν έκανα τίποτα παραπάνω και δεν είναι καθόλου καλή δικαιολογία το «μα, τι μπορούσα να κάνω;». Σίγουρα όλοι μας μπορούμε να κάνουμε κάτι παραπάνω. Γι’ αυτά τουλάχιστον που γίνονται στη διπλανή μας πόρτα.

Έπεσα κι εγώ θύμα του γνωστού «ανεκδότου»:
-          Τι είναι χειρότερο, η άγνοια ή η αδιαφορία;
-          Ποιος ξέρει; Τι με νοιάζει;



STING - FRAGILE


2 σχόλια: