Πέμπτη, 12 Ιανουαρίου 2017

Το «ανήκομεν εις την Δύσιν»


Από τη Θεσσαλονίκη
γράφει
ο Μιχάλης Δεμερτζής

Σαν σήμερα το 1981, Έλληνες Ευρωβουλευτές συμμετείχαν για πρώτη φορά στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.
Αυτή η άτυπη επέτειος δεν θα είχε ιδιαίτερη σημασία, αν η κρατούσα άποψη αυτή τη στιγμή στην ελληνική κοινωνία δεν ήταν, στην καλύτερη περίπτωση, ευρωσκεπτικιστική.
Το αποδεικνύουν, πρώτον, η προς το παρόν καθαρά αντιευρωπαϊκή πλειοψηφία του κοινοβουλίου και, δεύτερον, το 38,8% των δηλωμένων φιλοευρωπαίων της χώρας που συμφωνεί με την φράση «κατά τη διάρκεια της κρίσης, χώρες της Ευρωζώνης επεχείρησαν να καθυποτάξουν την Ελλάδα» (έρευνα από «διαΝΕΟσις»).
Ας το επαναλάβουμε, γιατί μπορεί
στη γρήγορη ανάγνωση να διαφεύγει της προσοχής: Πάνω από το ένα τρίτο των Ελλήνων φιλοευρωπαίων πιστεύουν ότι άλλες χώρες της Ευρώπης προσπαθούν να μας καθυποτάξουν. Η έμφαση στο ρήμα.
Οι δύο πεποιθήσεις που φυσιολογικώς αναδεικνύονται από την αλλεργία μας απέναντι στην Ευρώπη είναι, από τη μία, ότι ταιριάζουμε καλύτερα στην Ανατολή και, από την άλλη, ότι δεν είμαστε συμβατοί με τις δυτικές αξίες, προφανώς επειδή είμαστε μοναδικοί, ήτοι, έχουμε μία ιδιαιτερότητα που οφείλουμε να διαφυλάξουμε.
Το ένα πιστεύω, βεβαίως, δεν αποκλείει το άλλο. Το γεγονός ότι πολλοί- μάλλον οι περισσότεροι- από εμάς θεωρούμε εαυτούς ξεχωριστούς στην ελληνικότητά μας όταν συγκρινόμαστε με τη Δύση και, ταυτόχρονα, διακρίνουμε κοινά σημεία όταν κοιτάμε προς την Ανατολή, φαίνεται από απλά και καθημερινά πράγματα. Είμαστε οι ίδιοι που όταν γυρνάμε από τριήμερο στη Ρώμη καυχόμαστε, «ωραία, αλλά σαν τα ελληνικά αγάλματα, πουθενά» και, παράλληλα, καταναλώνουμε τις τούρκικες τηλεοπτικές σειρές με τον ίδιο τρόπο που απολαμβάνουμε το είδωλό μας στον καθρέφτη.
Στο μεταξύ, η Ελλάδα- ή ακριβέστερα, το ελληνικό έθνος- επισήμως έχει προ πολλού λάβει σαφή θέση επί του θέματος υπέρ της Δύσης. Θα πει κανείς, «την έλαβε συνειδητά»; Την έλαβε, επειδή τα συμφέροντα συνέπιπταν και αυτό είναι πιο σημαντικό, αν αναλογιστούμε τις επαναλήψεις των συμπτώσεων (των συμφερόντων). Πόσο τυχαίες μπορεί να είναι;
Η τύχη δεν έχει θέση ούτε στη διεθνή πολιτική ούτε στην Ιστορία. Η περιοδικότητα στη σύμπραξη δεν μπορεί παρά να αποκαλύπτει τους κοινούς κώδικες επικοινωνίας και, συνεπώς, κοινές αντιλήψεις και αξίες.
Εδώ και διακόσια χρόνια οι σύμμαχοί μας είναι ίδιοι- με πολύ σύντομα διαλείμματα- γιατί, στο τέλος του δρόμου, η μία πλευρά βλέπει εαυτόν συνδεδεμένο με την άλλη. Πριν τους πρώτους Έλληνες ευρωβουλευτές, υπήρχε η Επανάσταση για την ανεξαρτησία και δύο παγκόσμιοι πόλεμοι.
Μετά, η Ευρωπαϊκή Ένωση και το κοινό νόμισμα.
Επιπλέον, ο πανθομολογουμένως, από όλα τα φάσματα της κοινωνίας, σημαντικότερος πολιτικός της νεότερης Ελλάδας ήταν και ο ενθερμότερος φίλος της Δύσης- και ο μόνος πραγματικά φιλελεύθερος πρωθυπουργός που είχε η χώρα.
Ο αντίλογος σε όλα αυτά είναι ότι δεν μπορεί να συνυπάρξει η γερμανική νοοτροπία με την ελληνική. Αυτός είναι, δεν υπάρχει άλλος και, αν υπάρχει, το πιο πιθανό είναι να στερείται σοβαρότητας.
Εκτός και αν στα αλήθεια κάποιος μπορεί να επιχειρηματολογήσει ότι το κλασικό ελληνικό πνεύμα επηρέασε την Ανατολή περισσότερο από ό,τι, αργότερα, επηρέασε η οθωμανική νοοτροπία τους Έλληνες, επειδή οι Άραβες διαφύλαξαν μέρος της ελληνικής φιλοσοφίας και επιστήμης- την ίδια στιγμή μάλιστα που αγνόησαν παντελώς την τέχνη (ποίηση, γλυπτική, αρχιτεκτονική).
Σε ό,τι αφορά την ασυμβατότητα βορείων και νοτίων, κατ’ αρχάς, με τις παθογένειες που αρνούμαστε να διορθώσουμε, δεν είμαστε συμβατοί, όχι με τους βόρειους, αλλά με καμία σύγχρονη κοινωνία. Επιπλέον, όπως έχουμε γράψει στο παρελθόν, δεν μπορούμε να έχουμε καμία διακριτή ιδιαιτερότητα με θετικό πρόσημο, αν δεν μπορούμε να συγκροτήσουμε, το λιγότερο, κράτος δικαίου. Αν δεν τηρούνται οι νόμοι, δεν διακρίνονται και οι αξίες (για περισσότερα, βλ. «Ο πατριωτισμός της νομιμότητας»: https://grpost.blogspot.gr/2016/11/blog-post_10.html ).
Όσο για την ένταση με τους βόρειους εταίρους μας, από πουθενά δεν προκύπτει ότι έγκειται σε ουσιαστικές διαφορές αξιών- όχι ότι αυτές δεν υπάρχουν σε κάποιο βαθμό- ασχέτως αν εμείς βολευόμαστε ισχυριζόμενοι το αντίθετο.
Είναι ζήτημα προτεραιοτήτων. Αποφασίσαμε να συμμετάσχουμε στο πιο αποδοτικό παραγωγικό μοντέλο όλων των εποχών, ακριβώς επειδή έχουμε κοινές αντιλήψεις με τους κοινωνούς του, και ακόμα αναρωτιόμαστε αν κάναμε καλά, επειδή οι βόρειοι λαοί πρώτα μετράνε και μετά υπογράφουν. Εμείς, από την άλλη, δεν έχουμε μετρήσει ούτε καν τους δημόσιους υπαλλήλους μας, ενώ η τρέχουσα δεινή μας θέση τροφοδοτεί την ανασφάλειά μας και το επάρατο «φταίνε οι άλλοι», ώστε να μην ξεκινήσουμε να τους μετράμε και, γενικώς, να μην αλλάξουμε τίποτα.
Λες και αν τυποποιήσουμε το μέλι ή το τσίπουρο και τα εξάγουμε, καταστράφηκε η πολιτισμική μας κληρονομιά ή αν ανοίξουμε τα επαγγέλματα, θα είναι σαν να μας έχουν κατακτήσει οι Γερμανοί. Ας κάνουμε κάτι σωστά και βλέπουμε πόσο «κατακτημένοι» θα αισθανθούμε.
Στο μεταξύ, αν υποθέσουμε ότι αύριο καταρρέει η Δύση, πού θα βρούμε τους εαυτούς μας;
Χωρίς τη δυτικότροπη παγκοσμιοποίηση που, έχοντας ως προτεραιότητα την μεγιστοποίηση των επιλογών, δεν πιέζει, παρά ευνοεί και προστατεύει τη διαφορετικότητα, θα αναμετρήσουμε την ιδιαιτερότητά μας με τους γείτονες εξ Ανατολών.
Αν μοιάζουμε υπερβολικά πολύ, έχει καλώς. Αρκεί να συνηθίσουμε στην ιδέα ότι, με τις αποκεντρωτικές τάσεις της Δύσης να ανήκουν πια στο παρελθόν, δεν θα είμαστε τίποτα παραπάνω από μία περιφέρεια σε ένα συγκεντρωτικό μοντέλο, με ό,τι αυτό συνεπάγεται.
Αν, αντιθέτως, κρίνουμε ότι δεν μοιάζουμε… Λέτε να μας αφήσουν στην ησυχία μας;


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου