Πέμπτη, 11 Δεκεμβρίου 2014

Αντίο καλή μου φίλη

Γράφει
η Πέμυ Γκανά

Δεν καταλαβαίνω τι λέει.
Δεν ακούω την φωνή της, βλέπω μόνο τα χείλη της να ανοιγοκλείνουν, η κραυγή της ακούγεται σαν ψίθυρος. 
Μου φαίνεται πως αρχίζει να σκοτεινιάζει.
Πανικοβάλλομαι...
Τι συμβαίνει;
Προσπαθώ να κοιτάξω το παράθυρο, ο διάδρομος γυρίζει γρήγορα.
Ακούω την Έλλη να με φωνάζει, την βλέπω με ολόλευκο φόρεμα και ένα στεφάνι από φρεσκοκομμένα λουλούδια στα μαλλιά.
-Τι κάνεις; που πας;
-Δεν ξέρεις;
Μου γελά και μου στέλνει φιλιά.
-Τι λες; Πού πας;
Μου γυρίζει την πλάτη και προχωρά.
-Ένα λεπτό. Της φωνάζω
-Ένα λεπτό κοίτα με.
-Σοφία, πρόσεχε μικρή μου.
-Όχι, μην φύγεις, όχι.
Φεύγει, της φωνάζω να γυρίσει με όση δύναμη μου μένει.
Απλώνω τα χέρια να την κρατήσω, μα δεν υπάρχει τίποτα.
Τα γόνατα λυγίζουν. Σωριάζομαι...
Τρέχουν γιατροί.
- Οξυγόνο, γρήγορα.
Βγαίνουν γιατροί απ το δωμάτιο της...
-Την χάσαμε...
Ακούω παφλασμό κυμάτων, μακριά σαν σε όνειρο.
Τα βλέφαρα κλείνουν βαριά.

Σήμερα, λένε, είναι η κηδεία της Έλλης...
Φορώ κόκκινο φόρεμα, «δεν μπορεί», σκέφτομαι, «θα με δει» .
Προχωρώ ανάμεσα στο μαυροντυμένο πλήθος...
Κάποιοι κλαίνε. Εγώ δεν έχω δάκρυα.
Τι να κλάψω, νομίζω πως είναι μια φάρσα σαν αυτές που σκάρωνε πάντα...
Μιάμιση μέρα κοιμόμουν συνεχώς, δεν πρόλαβα ούτε τα μαλλιά μου να βουρτσίσω.
Το σώμα μου κινείται αργά μα και η σκέψη το ίδιο...
Φταίει άραγε αυτή η ένεση; Τι μου είπε ο γιατρός; Δεν θυμάμαι...
Κρυώνω απότομα, το φόρεμα είναι λεπτό, καλοκαιρινό.
Όλοι οι υπόλοιποι φοράνε παλτά και κασκόλ...
Είναι χειμώνας;
Ακολουθώ την πομπή.
Ο πατέρας της υποβασταζόμενος, η μητέρα της- όχι η πραγματική, εκείνη πέθανε σαν ήμασταν κοριτσάκια ακόμη- περπατά με μισόκλειστα μάτια, μισάνοιχτο και το στόμα.
Ξεραμένα χείλη...Κάτι λέει, με ακουμπά...
-Κοριτσάκι μου κρυώνεις;
-Άσε με....
Φτάνουμε επιτέλους...οι συγγενείς κλαίνε, οι φωνές μου τρυπούν τα αφτιά..
- Τι φωνάζετε; δεν βλέπετε κοιμάται...
Πατώ σε λάσπες, σπρώχνω τον παπά...
-Τι πας να κάνεις;
Κάποιος με τραβά, κάτι μου ψιθυρίζει.
-Ποιος είσαι;
-Ηρέμησε, έφυγε.
Τον κοιτώ στα μάτια με δυσκολία τον αναγνωρίζω...
-Νίκο; τον ρωτώ. Τα μάτια του είναι πρησμένα από το κλάμα.
Είναι ο Νίκος, ο αδελφός της Έλλης...ο άντρας μου.
Με αγκαλιάζει.
Της πετάνε χώμα και λουλούδια.
-Μη, ουρλιάζω. Θα την χτυπήσετε...Ηλίθιοι...
Σπρώχνω τον Νίκο, τους σπρώχνω όλους, με κρατά ο παπάς.
Με αγκαλιάζει. Μυρίζει λιβάνι, το γένι του στο μάγουλο μου μαλακό, μοσχολέμονο.
-Τι της έκανες;
Με κοιτά με βουρκωμένα μάτια.
-Πήγε στο σπίτι της, στον Κύριο.
-Εσύ να πας...Τον τραβώ απ το πετραχήλι.
-Άσε την παιδί μου να φύγει...
Μου χαϊδεύει τα μαλλιά και φεύγει με σκυμμένο κεφάλι.
Την βλέπω γελαστή, ολοζώντανη. Μου κρατά τα χέρια, τα φιλά και χάνεται...

Ανοίγω τα μάτια μου.
Που βρίσκομαι; Το κεφάλι μου βαρύ.
Ο καναπές του σπιτιού μου.
Στην πολυθρόνα κοιμάται ο Νίκος.
Φορώ ένα λασπωμένο κόκκινο καλοκαιρινό φόρεμα.
«Αποκλείεται», μονολογώ.
Κοιτάζω τις φωτογραφίες...
Βρίσκονται παντού στο σαλόνι..
Η Έλλη και η Σοφία..
Η Έλλη είναι η αρχηγός, από παιδιά ακόμη, ατρόμητη, έξυπνη, όμορφη...και εγώ η φοβητσιάρα, μόνιμα αγχωμένη, βαριεστημένη, κρυμμένη στην σκιά της λάμψης της.
Παίρνω μια φωτογραφία, την βγάλαμε πριν πόσα; 15 ίσως χρόνια...στους Φούρνους...
Εγώ χαμογελώ χαρούμενη στο φακό και εκείνη με φουσκωμένα μάγουλα και τα μάτια αλλήθωρα, με κοροϊδεύει πίσω από την πλάτη μου...
Τι θα κάνω δίχως εκείνη;
Τριγυρνώ στο σαλόνι.
Το δωμάτιο σκοτεινό φωτίζεται μόνο απ τα φώτα της πόλης.
Κρυώνω.
Τραβώ την κουβέρτα και τα μάτια κλείνουν...

Ο Νίκος με ξυπνά κοιτιόμαστε για ώρα στα μάτια με φιλά απαλά στα χείλη.
Ξεσπά σε λυγμούς με σφίγγει δυνατά.
-Έφυγε, έφυγε...λέει
-Όχι μην το λες, σουτ...μην το λες...
Του χαϊδεύω τα μαλλιά...
Είμαστε μαζί με τον Νίκο απ τα 17 μας...παντού μαζί, μαζί...

Πετάγομαι απότομα, σηκώνομαι γρήγορα.
Βρίσκω ένα σημείωμα του «πάω στην δουλειά».
Συμμαζεύω το σπίτι και βάζω το βρώμικο κόκκινο ρούχο για πλύσιμο...
Πάνω από το πλυντήριο κάτι μου τραβά την προσοχή...
Τα κλειδιά της...
Δεν θα τα χρησιμοποιήσει ποτέ ξανά...
Ο χώρος γυμνώνεται και οι θύμησες με πνίγουν...
Τα ταξίδια μας, τα γέλια, τα κλάματα, την Mountain Pleasant, και το σπίτι με τον αριθμό 10 της Greenfield rd., οι συναυλίες και η αρμύρα της θάλασσας..
Νιώθω ένα κενό στο στομάχι.
Η φίλη μου, η αδελφή, μου έφυγε...
Δεν νιώθω θλίψη μόνο πανικό...
Την ακούω να γελά...και θυμώνω...
Εγωίστρια πάντα...Πώς τόλμησε να μου το κάνει αυτό;
Εμείς να κλαίμε και εκείνη να γελά. Μαζεύω βρίζοντας τις φωτογραφίες της...
Ήθελες grant finalle; ε;;; Έτσι ήσουν πάντα...Ήθελες να σαι στο κέντρο της προσοχής μας...
Ματαιόδοξη και εγωίστρια, αυτό ήσουν.

Οι μέρες περνούν και αποφεύγω να κοιτάζω τον Νίκο στα μάτια.
Κινούμαστε σιωπηλά, αθόρυβα.
Δεν ενοχλούμε ο ένας τον άλλο.
Φορώ μαύρα ρούχα γιατί τα χρώματα με κουράζουν, πονάνε τα μάτια μου.
Τριγυρνώ μετά την δουλειά στα μέρη που συναντιόμασταν, χαζεύω τις ίδιες βιτρίνες, ακολουθώ τον ίδιο δρόμο...Όλα ίδια και μόνο εσύ λείπεις...
Μου λείπεις...μου λείπει η χαρούμενη πλευρά της ζωής μου.
Βλέπω ένα ξεχασμένο μολύβι.
Το παίρνω και γράφω «πού είσαι;»...
Ένα δάκρυ κυλά, το τελευταίο.

Η είδηση της εγκυμοσύνης μου με τάραξε.
Με έφερε αντιμέτωπη με φόβους και ευθύνες.
Έχουν περάσει σχεδόν δυο χρόνια από τότε που μας έφυγες και είναι η πρώτη φορά που έρχομαι εδώ μετά την κηδεία σου.
Κάθομαι στην άκρη του παγωμένου μάρμαρου.
Παίρνω μια βαθιά ανάσα και κοιτώ τις φωτογραφίες σου...ξεθωριασμένες απ τον ήλιο.
Κοιτάς με χαρά τον φακό. Παραδίπλα μια φωτογραφία μας, οι δυο μας  αγκαλιά...
Ήμασταν γύρω στα 8 με λουστρίνια και μαύρα καλσόν...κόκκινα τα παλτά μας.
-Έλλη θα γίνεις θεία, καλή μου, σου ψιθυρίζω.
Χαϊδεύω τον σταυρό, δεν έχω τι άλλο να ακουμπήσω από εσένα...
-Αν είναι κορίτσι θα το πούμε Χλόη, όπως λέγαμε πάντα..
Μου γελάς, το σπίτι σου είναι ολάνθιστο, σχεδόν χαρούμενο.
Αφήνω απαλά το κλειδί της greenfield rd.
-Στο αφήνω Έλλη είναι καιρός πια..
Σηκώνομαι αργά και φεύγω. Συναντώ μαυροφορεμένο πλήθος, τους γυρνώ την πλάτη και φεύγω απ  την αντίθετη κατεύθυνση..
Μα γυρίζω απότομα και κοιτάζω πίσω μου.
Σε βλέπω εκεί, ανάμεσα στα μνήματα, γελαστή φορώντας ολόλευκο φόρεμα και ένα στεφάνι από φρεσκοκομμένα λουλούδια στα μαλλιά, μου στέλνεις φιλιά και με χαιρετάς από μακριά.
 Και ο κόμπος στο λαιμό μου-που έχω χρόνια τώρα- ξαφνικά διαλύεται.
Σε χαιρετώ.
-Έλλη, φωνάζω και σου δείχνω στοργικά την κοιλιά μου.
-Έρχεται η Χλόη μας, μου λες...
Κουνώ το κεφάλι μου.
-Σ αγαπώ...
-Και εγώ...Μην με ξεχνάς...
-Ποτέ, μου λες και χάνεσαι πάλι.

Έξι μήνες μετά ήρθε στον κόσμο και η Χλόη μας.

Μια φορά και έναν καιρό, ζούσαν δυο κοριτσάκια, η Σοφία και η Έλλη...
Μεγάλωσαν μαζί σε διπλανά σπίτια που τα ένωνε ένας όμορφος μικρός κήπος. Ζούσαν ευτυχισμένα μέχρι που η Έλλη αποφάσισε να φύγει.
Να γνωρίσει άλλους τόπους, να πάει ψηλά στα αστέρια..
Ήταν, βλέπεις, ατρόμητη και ριψοκίνδυνη...
Η Σοφία έμεινε και έκανε ένα όμορφο κορίτσι...πιο όμορφο απ τα χρώματα του ηλιοβασιλέματος, πιο έξυπνο και από το σύμπαν, πιο γλυκό και από την σοκολάτα και τόσο πονόψυχο, όσο η Έλλη...
Το κορίτσι το λένε Χλόη και όποιος το γνωρίζει γίνεται μεμιάς ευτυχισμένος, όπως ευτυχισμένος έγινε και όποιος γνώρισε την Έλλη....¨
Αντίο καλή μου φίλη....


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου