Σάββατο, 20 Δεκεμβρίου 2014

Μεταξύ μας με καφέ και με τσιγάρο

Το εβδομαδιαίο χρονογράφημα του grpost
δια χειρός Πέμυς Γκανά


Σάκης!


Κάθισα να γράψω…
Τι θα γράψω σήμερα για να συναντηθώ με τους φίλους μου με καφέ και με τσιγάρο;
Τι θα γράψω; Τι θα γράψω;
Πώς στα κομμάτια οι δημοσιογράφοι μπορούν και γράφουν κάθε μέρα;
Κοιτάζω την ώρα. Πήγε κιόλας 8.30, πρέπει να βάλω και τα θηρία για ύπνο.
Τι να γράψω γαμώτο; Τι να γράψω;
«Καλά», σκέφτηκα,  «να κοιμηθούν πρώτα τα παιδιά κι έπειτα βλέπουμε»...
Το πολύ πολύ θα περπατήσω δυο χιλιόμετρα πρωί πρωί στην Πεντέλη και το μυαλό θα ξελαμπικάρει.

Ακούω τους μικρούς, ώρα πολύ, να ξεκαρδίζονται στα γέλια, πνιχτές κουβέντες και δυνατά -με την καρδιά τους- γέλια, με τον τρόπο που μόνο οι πιτσιρικάδες ξέρουν και μπορούν.
Εμφανίζονται μπροστά μου.
Ο Παναγιώτης πρώτος και ακολουθεί ο μικρός.
Έμεινα με το στόμα ανοικτό με αυτό που αντικρύζω...
«Άνοιξε το τριώδιο;;;»...
Ο Παναγιώτης φοράει μια τεράστια σε μέγεθος μαύρη φόρμα, δώρο ενός φίλου, που νομίζω ότι θα του κάνει όταν φτάσει σε ηλικία να περάσει …περιοδεύων.
Από μέσα φοράει μια μαύρη μπλούζα με στάμπα AC/DC γεμάτη μεταλλικά τρουκς κι από πάνω ένα γιλέκο από την περσινή αποκριάτικη στολή σερίφη. Μπεζ με κρόσσια.
Ένα δικό μου μαντήλι απ αυτά που δένω στα μαλλιά μου τα καλοκαίρια- περασμένο στο λαιμό, ένας σκούφος κατεβασμένος ως τα μάτια του κρύβει το μισό του πρόσωπο...
«Ο Έμινεμ», σκέφτηκα.
Μα το πιο αστείο πάνω του είναι μια φαρδιά γαλάζια υφασμάτινη κορδέλα -προφανώς από κάποιο περιτύλιγμα δώρου- απ όπου είχε περάσει μια μικροσκοπική κόκκινη μπάλα, βουτηγμένη από το Χριστουγεννιάτικο δέντρο μας, πασπαλισμένη με τόνους γκλίτερ.....
Τη φοράει με καμάρι σαν μενταγιόν...
Πίσω στην πλάτη του στερεωμένη ανάποδα, μια κιθάρα.
Παιδική.
Ο μικρός παραπίσω ντυμένος –ευτυχώς- σαν κανονικό παιδί.
-Γιο, μου λένε και οι δυο...
-Ορίστε; ρωτώ με απορία.
-Είπα γιο, ξαναλέει ο Παναγιωτάκης...Ξέρεις μαμά, αποφάσισα τι δουλειά θα κάνω, σταυρώνει τα χέρια του και μισοκλείνει τα μάτια, έχει το ύφος του νικητή...
-Τι θα κάνεις; τον ρωτώ δίχως ιδιαίτερη αγωνία...
Την περασμένη εβδομάδα ήταν παπάς και εφευρέτης, ένα μήνα πριν καπετάνιος-πιλότος...
-Θα γράφω ποιήματα και θα γίνονται βιβλία...
Αυτό μάλιστα.
Αγαλλίασε η ψυχής της μαμάς...
Το παιδί μου, ποιητής...
Τον φαντάστηκα εκεί γύρω στα σαράντα του…
Λόγιο, διανοητή, σοφό...
 Όμορφο, ψηλό, με γένια λίγων ημερών, ήρεμο να δίνει διαλέξεις στα πανεπιστήμια και μια χώρα ολόκληρη να κρέμεται απ τα χείλη του περιμένοντας την επόμενη βαθυστόχαστη κουβέντα του...
Να διδάσκει, λέει, φορώντας κρεμ κοτλέ παντελόνι και μαλακό σουέτερ, στα χέρια του να κρατά ένα ζευγάρι κοκάλινα μικροσκοπικά γυαλιά και οι κοπέλες όλες ερωτευμένος μαζί του, σαν ας πούμε τον Ιντιάνα Τζόουνς...
-Οι άνθρωποι θα κάνουν τα ποιήματα μου τραγούδια, συνέχισε διακόπτοντας την ονείρωξή μου...
«Όλο και καλύτερα», σκέφτηκα, «6 χρόνων κι αναγνωρίζει τα μελοποιημένα ποιήματα».
Τι συγκίνηση πήρα η δόλια η μάνα.
Είδα μπρος μου τον Βασίλη -δεν θα πεθάνουμε ποτέ- να τραγουδά σε είκοσι χρόνια από τώρα τους στίχους του γιου μου, στο Ηρώδειο, μαζί με το «Θάνατος είναι οι κάργιες...την Κυριακή θα ακούσουμε τις μπάντες»...
«Τι καλά», μονολογώ, σχεδόν συγκινημένη.
Σιγουριά και ηρεμία. Όπως ακριβώς θέλω.
Αλλά πώς να το κάνουμε...έχω και εγώ βάλει το λιθαράκι μου, από τότε που ήταν στην κοιλιά μου ακόμη...
Θυμήθηκα.
Με Σπανουδάκη ξυπνούσε, με Κραουνάκη κοιμόταν και όλη μέρα ο Κούτρας να τραγουδά Καββαδία...
«Κλείστο επιτέλους», έλεγε η φίλη μου η Αθηνά μπουκωμένη με εκλαίρ...ήταν και εκείνη έγκυος στην μικρή της τότε.
«Κλείστο και θα το πιάσει το σπόρι ναυτία με την σοροκάδα, άσε που θα το χαζέψεις, όλο για χασίσια μιλά ο σχωρεμένος»…
Και δώσε και κατέβαζε δυό δυό τα κοκάκια...φόβος και τρόμος είχε καταντήσει στα ζαχαροπλαστεία της Κηφισιάς και περιχώρων.
Την έβλεπαν και κατέβαζαν ρολά...
«Δουλειά σου», της έλεγα εγώ...
Νάτα τώρα τα αποτελέσματα.
Ακούς Αθηνά;....
-Και μετά θα πηγαίνω στις πλατείες και θα τραγουδάω, συνέχισε ο Παναγιώτης.
-Ο αδελφός μου είναι rock star, λέει ο μικρός και τον κοιτάζει με θαυμασμό.
Τι ευτυχία είναι αυτή, τι ευτυχία πια...Τι άλλο να θέλει μια μάνα πια;
Είδα το γιο μου εκεί γύρω στα τριάντα με μακριά μαλλιά, ολόμαυρα ρούχα και σκισμένα τζιν με μια μπαντάνα δεμένη στο μέτωπο να του συγκρατεί τον ιδρώτα, να τραγουδά και να σπάει τις κιθάρες του, στην κατάμεστη Λεωφόρο.
Καλέ πια Λεωφόρο...στο ΟΑΚΑ...
Τι λέω, ποιο ΟΑΚΑ...στο Γουέμπλει...
Σαν τον Axel...take me down to tha paradise city....και το πλήθος να σκίζει τα ρούχα του ουρλιάζοντας, παραληρώντας στην θέα του και εγώ στα παρασκήνια να χορεύω...
Τ ακούς Αθηνά;;....
Πετάγομαι όρθια να τους πάρω αγκαλιά, να τους φιλήσω...
-Και τα κορίτσια μόλις τον βλέπουν, συνεχίζει ο μικρός, θα φωνάζουν....
Κοιτιούνται για ένα δευτερόλεπτο και πέφτουν κάτω ουρλιάζοντας.
....Σάκηηηηηηηηη.......
....Τι έγινε; Μένω ασάλευτη, με τα χέρια απλωμένα. Κεραυνός εν αιθρία!
Ακούγεται το γέλιο του Νίκου και οι φωνές των παιδιών που κρατάνε με τα δυο τους χέρια τα κεφάλια τους και στριγγλίζουν διαρκώς ένα όνομα.
...Σάκηηηηηηηηη.
-Ποιος είναι ο Σάκης, ρωτώ και ξαναρωτώ...
-Δεν ξέρεις; μου λένε και οι δυο απορημένοι... τον ξέρουν όοοοοολα τα κορίτσια και η Λαμπριάννα.
Α, ρε Αθηνά ... σκέφτηκα... Αχ ρε Αθηνά...
-Σταματήστε, τους φωνάζω!
Και εκείνοι φεύγουν γελώντας, κοροϊδεύοντας με...
…«Η μαμά, δεν ξέρει τον Σάκη, η μαμά δεν ξέρει το Σάκη¨...
-Μπρος δόντια κι ύπνο...
«Άκου Σάκης», μονολογώ...
Εμφανίζεται ο Νίκος με ένα φλιτζάνι τσάι στο χέρι...
-Παίζει αρχαίο θέατρο ο άνθρωπος....μου λέει.
Με κοιτάζει..
-Ναι, του απαντώ, με σελοφάν και ενισχυμένο σλιπάκι...
Γελά για λίγο και έπειτα σοβαρεύει...
- Ξεκόλλα, άσε τους λίγο,  που τους ρωτάνε όλοι ποιο είναι το αγαπημένο τους τραγούδι και αυτά λένε «η Φάτα Μοργκάνα»... Άσε τους να φάνε...μακαρόνια με κιμά...
Και σκάει στα γέλια.
Κάκιωσα! Δεν του μιλώ...
Σήμερα το πρωί είδα και την μαμά της Λαμπριάννας...
-Της αρέσει της μικρής ο Σάκης...της λέω.
Σταυρώνω τα χέρια.
-Κι εμένα...πολύ όμορφος, μου απαντά.
-Και από φωνή;
-Ποιος νοιάζεται; λέει και γελά κλείνοντας πονηρά το μάτι...
Γύρισα σπίτι.
Η κεραμίδα μου είχε κάνει το κεφάλι καζάνι.
Λέτε να πάθω τέτοια λαχτάρα;
Ώρα είναι να έρθουν σπίτι και να μου φωνάζουν Ολυμπιακός…
Τότε είναι που θα πέσω από κανένα μπαλκόνι.
Δεν γράφω άλλο.
Πρέπει να ξεπεράσω το σοκ.
Σας φιλώ σταυρωτά και σας χαιρετώ γιατί οσονούπω ίσως θ’ αρχίσω να φωνάζω…..Σάκηηηηηηηηηηηηηηηηηηηηη!


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου