Παρασκευή, 24 Μαρτίου 2017

ΕΥΑερα…«Η θεωρία του ανθρωπομεζέ»


Γράφει
η Εύα Τσαροπούλου


Ορμώμενη απ' τις μεγάλες ταχύτητες με τις οποίες κινείται ο κόσμος και η πληροφορία σήμερα κι απ' την αγωνιώδη προσπάθεια να μην μας ξεφύγει τίποτα σε αυτό τον καθημερινό στίβο μάχης, καταλήγω στο ότι έχουμε αρχίσει να δημιουργούμε ένα νέο είδος ανθρώπου, για την κατανόηση των χαρακτηριστικών του οποίου, χρειάστηκα τη συνδρομή της γαστρονομίας: Είναι ο λεγόμενος «ανθρωπομεζές»! 

Η συνειδητοποίηση του χρόνου που
τρέχει γρήγορα και δεν μπορεί παρά να μας τελειώνει, μαζί με την τεράστια προσφορά μέσων ή πηγών πληροφόρησης, που δεν υπήρχαν στο παρελθόν, μας έχει κάνει αγχωτικά άπληστους.

Θέλουμε να ζήσουμε όσα περισσότερα μπορούμε· για την ακρίβεια θέλουμε να τα ζήσουμε «όλα» κι αυτό το «όλα» ο καθείς το ορίζει σύμφωνα με τη γκλάβα του ή -για να το πω πιο εκλεπτυσμένα- με την προσωπικότητά του. Στα «όλα» συγκαταλέγεται το να γυρίσω τον κόσμο και να επισκεφτώ κάθε τόπο που υπάρχει, το να πάω στο διάστημα _και να καταφέρω να γυρίσω_ το να βιώσω όσο το δυνατόν περισσότερα συναισθήματα, το να γνωρίσω όσο μεγαλύτερο αριθμό ανθρώπων μπορώ, το να βρω το φάρμακο για τον καρκίνο, το να σώσω επιτέλους τη μονάχους-μονάχους και πόσα άλλα «όλα», τα οποία μου είναι αδύνατον αυτή τη στιγμή να αναφέρω!

Το γιατί απ’ όλα αυτά τα «όλα», οι άνθρωποι περιορίζονται ή αρκούνται να επιλέγουν μόνο αυτά που μιλάνε στα εντελώς κατώτερά τους ένστικτα, η αλήθεια είναι ότι δεν μπορώ να το απαντήσω επαρκώς. Κάποιο χρωμόσωμα έχει κάνει γκέλα κατά την κατασκευή μας. Πάντως είναι σαφές πως όταν λέμε ότι τα θέλουμε «όλα», συνήθως αναφερόμαστε στις διαπροσωπικές μας σχέσεις και όχι στην κατάκτηση του διαστήματος! 

Οπότε, απλώς θα ξαναγυρίσω στην απλή παρατήρηση αυτού που βλέπω γύρω μου, που είναι σαφώς μια πιο ασφαλής θέση. 

Ο κόσμος μοιάζει να έχει γίνει ένας τεράστιος μπουφές κι οι άνθρωποι έχουν μάθει να «τσιμπάνε», μία γνώση που προέκυψε απ’ το «κοίτα πώς ζούνε οι άλλοι». Τσίμπου μία εμπειρία από δω, τσίμπου μία αποτυχία απ’ την άλλη, τσίμπου ένα ταξιδάκι αναψυχής, τσίμπου ένας βραχυπρόθεσμος γάμος, τσίμπου μία γρήγορη οικογένεια, την οποία θα διαλύσουμε με την ίδια ευκολία που κάνουμε παραγγελιά το φραπόγαλο...

Όλα αυτά τα τσίμπου-τσίμπου δημιούργησαν τον «ανθρωπομεζέ», που δεν είναι αποκλειστικά σερνικός, ούτε θηλυκός, δεν υπάρχει αποκλειστικότητα στο φύλο του κι αυτό είναι μία «ευλογία», όταν μιλάς για ένα τόσο δυνατό στερεότυπο!

Είναι ελκυστικός, μοιάζει νόστιμος, έχει διαφορετικό σχήμα και χρώμα κάθε φορά, είναι άλλοτε κρύος κι άλλοτε ζεστός, αλλά πάντα εκεί, μέσα στην πιατέλα, θελκτικός και σε περιμένει να απλώσεις το χέρι και να τον βουτήξεις, να τον δαγκώσεις λίγο, να τον δοκιμάσεις και μετά, αν δεν σου αρέσει, να πας παρακάτω, στον επόμενο, που θα περιμένει ήσυχα ήσυχα να έρθει η σειρά του…

Ποιος μπορεί να είναι ανθρωπομεζές; Εν δυνάμει, όλοι μας νομίζω. Συνεχώς στη ζωή μας ή κάποια στιγμή στη ζωή μας, επιλέγουμε να ξαπλώσουμε νωχελικά και με σημασία πάνω στη λεία επιφάνεια ενός κομψού δίσκου και μάλιστα, κάνουμε και το παν ώστε να ξεχωρίσουμε απ’ τους άλλους μεζέδες, για να χτυπήσουμε κατευθείαν στο μάτι αυτού που προτίθεται να μας καταναλώσει…

Δεν είναι κακό να επιλέγεις να είσαι ανθρωπομεζές.

Ως τέτοιος, είσαι πολλές φορές «ακριβότερος», άρα και πιο «πολύτιμος», για όλους εκείνους που μετράνε την αξία σε συνάρτηση με το κόστος. Βρίσκεσαι σ’ ένα περιβάλλον συνεχούς προβολής, με τα «φώτα» στραμμένα πάνω σου. Δεν χρειάζεται να αναρωτιέσαι αν η στιγμή είναι κατάλληλη, διότι γι’ αυτό είναι επιφορτισμένος κάποιος άλλος, άσε που εξ ορισμού, είναι. Δεν προλαβαίνεις να μπαγιατέψεις, είσαι πάντα φρέσκος, αφού συνήθως τρώγεσαι! Έχεις μόνο την ευθύνη να γύρεις πίσω και να απολαύσεις το θαυμασμό, που σου παρέχεται απλόχερα. Η ανάγκη σου να αρέσεις τόσο ώστε να προτιμηθείς σε κάνει να το επιδιώκεις συνεχώς κι επιδίωξη στην επιδίωξη, γίνεσαι καλύτερος τελικώς. Βέβαια, ο ορίζοντας είναι λίγο περιοριστικός, αφού ουσιαστικά απευθύνεσαι κυρίως στις τρεις απ’ τις πέντε (γνωστές) αισθήσεις του άλλου, αλλά αυτός είναι εξαιρετικός αριθμός, αν σκεφτεί κανείς πως οτιδήποτε θέλουμε να «δοκιμάσουμε», πρώτα το βλέπουμε, μετά το μυρίζουμε και τέλος, το γευόμαστε. Δεν είναι λίγο να σε βλέπει ο άλλος και να του τρέχουνε τα σάλια! Τέλος, είσαι σε διαρκή επαγρύπνιση· αν κάποια στιγμή πάψεις να είσαι τόσο θελκτικός, τότε το χέρι θα στραφεί σε κάποιο άλλο μεζεδάκι του δίσκου κι αυτό το ένστικτο του ανταγωνισμού, σε κάνει σκυλί του πολέμου, ενώ ταυτόχρονα, σου προσφέρει σπουδαία μαθήματα/διδάγματα ζωής.

Οπότε, μια χαρά κατάσταση μοιάζει να είναι το να είσαι ανθρωπομεζές, αν δηλαδή παρακάμψει κανείς το πολύ σοβαρό μειονέκτημα του ότι όλα αυτά γίνονται για να «καταναλωθείς» τελικώς…

Σε αυτό το γαστριμαργικό πάρε-δώσε, αν δεν είσαι εσύ ο ανθρωπομεζές, τότε δεν απομένει παρά να είσαι ο «άλλος», εκείνος που τρώει το μεζέ. Και ποιος είσαι εσύ; Είσαι εκείνος που δεν προλαβαίνει, δεν έχει την ησυχία, αλλά ούτε ίσως και την αντοχή να φάει ένα ολόκληρο πιάτο, αποκλειστικά δικό του. Είσαι αυτός ο λίγο τεμπέλης, που θέλει να πιάνει το φαγητό με τα χέρια του (και να είναι κοινωνικώς αποδεκτό αυτό), που δεν θέλει να μπαίνει στη διαδικασία να στρώνει τραπέζι, να κόβει ή να μασάει την τροφή του. Προτιμάει την ευκολία του, κάτι που γίνεται ευκόλως κατανοητό, ιδίως όταν συνοδεύεται απ’ τη μεγάλη αλήθεια του ότι, τρώγοντας μεζεδάκια, δεν διατρέχεις τον κίνδυνο να βαρυστομαχιάσεις με τον ίδιο τρόπο που θα το έκανες, αν έτρωγες μία μπριζόλα, όσο καλομαγειρεμένη ή ζουμερή κι αν ήταν… 
Επίσης, δεν διατρέχεις κανένα κίνδυνο να χορτάσεις, αφού τα μεζεδάκια, όσο νόστιμα κι αν είναι, δεν είναι παρά απλά «ορεκτικά»...

Ο άνθρωπος, απ’ τη στιγμή που άρχισε να καταλαβαίνει ότι τα πράγματα γύρω του μπορούν να συμβαίνουν κι αλλιώς, προτιμάει να δοκιμάζει και το «αλλιώς» των άλλων. Κάτι που είναι απολύτως θεμιτό, εξάλλου, ο κόσμος σίγουρα μόνο καλυτερεύει όταν τα μάτια δεν μένουν ερμητικά κλειστά.

Θα μιλούσαμε ίσως μια ασφαλή θεωρία, αν οι επιλογές μας ήσαν ξεκάθαρες κι αν είχαμε επίγνωση του τι κάνουμε και γιατί το κάνουμε και σίγουρα όχι για να ακολουθήσουμε μία ηλίθια «μόδα», που λέει ότι μπορώ να τα έχω όλα, μόνο και μόνο επειδή μπορώ. Αυτό είναι το ανόητο επιχείρημα που χρησιμοποιεί κανείς όταν είναι 20 χρονών, τότε που νομίζει ότι όλος ο κόσμος βρίσκεται μέσα στα πέντε του δάχτυλα, κάτι που η ζωή έρχεται να του αποδείξει πως είναι απλώς ένα μοιραίο λάθος...

Αυτού του είδους οι απόψεις μπάζουν από κάτι χαραμάδες να! Μετά συγχωρήσεως.

Κατ’ αρχήν, κανείς δεν μπορεί να τα έχει πραγματικά «όλα». Ακόμα κι αν μπορεί, δεν γίνεται να τα έχει για πάντα. Άρα, ζούμε μία ουτοπία, αφού τελικώς αναγκαζόμαστε να συμβιβαστούμε στο «να έχω τα περισσότερα που μπορώ», θέση καλή, αν δεν ήταν ούτως ή άλλως αναληθής, αφού δεν τα θέλουμε πραγματικά όλα, γιατί αν τα θέλαμε, γιατί είμαστε εδώ κι όχι στο διάστημα π.χ.; Διότι αυτό που θέλουμε είναι μόνο η «δοκιμή» του ανθρωπομεζέ. Ποιος να τρέχει τώρα στο διάστημα; Αυτά που θέλουμε, δεν ξεφεύγουν καθόλου παραπάνω απ’ τη σφαίρα του «μπορούμε» και απ’ ότι φαίνεται, απ’ τις επιλογές που κάνουμε, είμαστε μάλλον πολύ περιορισμένων δυνατοτήτων. Όχι όλοι, αλλά οι περισσότεροι από μας.

Επίσης, όσο κι αν δεν το ομολογούμε, το βαθύτερο ένστικτό μας είναι πάντα πολύ εγωϊστικό. Έτσι, στην πραγματικότητα, όταν μας τρέχουν τα σάλια για ένα συγκεκριμένο ανθρωπομεζεδάκι, το οποίο ξεχωρίζουμε στην πιατέλα, μόνο για την εμφάνισή του, διότι ποτέ δεν θα προλάβουμε να μάθουμε πόσο καλά ή από τι είναι φτιαγμένο, κινούμαστε απειλητικά προς το μέρος του, επειδή θέλουμε να το διεκδικήσουμε μόνο για την πάρτη μας έναντι όλων των άλλων, που θα πάνε να φάνε απ' την ίδια πιατέλα. Ξεχνώντας μία πολύ σημαντική παράμετρο: 

Ο ανθρωπομεζές, είναι ένα φαγητό _ήδη_ κομμένο κατά τη βούληση κάποιου άλλου, σε πολλά μικρά κομμάτια, τα οποία δεν είναι μόνο για σένα, αλλά _την ίδια ακριβώς στιγμή_ είναι διαθέσιμα και για όλους τους άλλους. Επίσης, ο ίδιος ο ανθρωπομεζές καμία προτίμηση δεν πρόκειται να έχει σε σένα ειδικώς, αφού εκείνο που τον ενδιαφέρει μόνο είναι να φαγωθεί. Το από ποιον του είναι αδιάφορο!  

Ας το παραδεχτούμε: Παρουσιάζουμε ασυνέπειες κατά το βίο μας. Αργούμε να αποφασίσουμε τι ακριβώς θέλουμε να είμαστε, περνάμε απ' τα σαράντα κύματα για να πάρουμε τη «ζωή αλλιώς» κι όταν επιλέγουμε ότι θέλουμε να είμαστε θελκτικότατοι μεζέδες, κάνουμε ό,τι μπορούμε, μέχρι να μας βάλει στο χέρι ο άλλος. Όταν θεωρήσουμε ότι επετύχαμε το στόχο αυτό, τότε πουφ! Ξεφουσκώνουμε απότομα και σκασίλα μας να παραμείνουμε θελκτικοί... Λες και όλος μας ο αγώνας εξαντλείται μέχρι να φτάσουμε στην άκρη απ’ το στόμα του άλλου. 

Παραγνωρίζουμε, με τη σειρά μας την εξίσου πραγματική αλήθεια ότι ο άλλος, πολλές φορές απλώνει το χέρι στην πιατέλα και επιλέγει εντελώς τυχαία το μεζεδάκι που θα δαγκώσει, χωρίς καν να του δώσει τη σημασία και την αξία -έστω και προσωρινή- που εμείς νομίζουμε ότι έχουμε. Επίσης, ακόμα κι αν ο μεζές είναι τέλειος, δεν υπάρχει καμία εγγύηση ότι ο άλλος θα θελήσει να πάρει δεύτερη φορά απ' το ίδιο κομμάτι, αφού ο στόχος του είναι η ποικιλία. 
Ο ανθρωπομεζές είναι καταδικασμένος να ζει μόνο για τη στιγμή και να αποτελεί απόλαυση για τον άλλον, χωρίς καμία υποχρέωση να ευχαριστηθεί και ο ίδιος. Είναι εκεί για να προσφέρει κι ό,τι καταφέρει να πάρει, δεν είναι παρά ένα πυροτέχνημα αξίας, που βασίζεται μόνο και μόνο στην παροδική λάμψη της στιγμής, χωρίς να υπάρξει ποτέ συνέχεια. 

Αφού αντιπαρέλθουμε το γεγονός ότι το κάθε χέρι που απλώνεται να σε πιάσει (κι ίσως δεν σε πιάσει τελικώς) δεν είναι πάντα αρκετά «καθαρό» και μπορεί απλώς να σε βρωμίσει, καθιστώντας σε απωθητικό για οποιονδήποτε άλλο πλησιάσει το δίσκο, ας λάβουμε υπόψη και το τελευταίο: Καμία διαβεβαίωση δεν παρέχεται ότι τελικώς ο ανθρωπομεζές θα φαγωθεί! Μπορεί απλώς και να ξεμείνει, εκεί, πάνω στο δίσκο, σαπίζοντας και χάνοντας τη φρεσκάδα του και τη νοστιμάδα του, έχοντας αποτύχει στο στόχο του, αφού τσίμπου τσίμπου συνεχώς, ο άλλος ίσως και να έχει χορτάσει πριν καν φτάσει σε αυτό... 
Πού καταλήγει; Στο να πεταχτεί, αφού κανένα μεζεδάκι δεν μπορεί να διατηρηθεί ως την επόμενη μέρα, άσε που δεν έχει και λόγο να το κάνει, όταν πια έχει τελειώσει η λαμπερή εκδήλωση κι έχει μαζευτεί ο μπουφές...

Δεν μπορώ να μην παρατηρήσω ωστόσο, ότι μοιάζει να αποφεύγουμε να είμαστε ένα καλοστημένο «κυρίως» πιάτο. Ίσως διότι φοβόμαστε ότι δεν παρουσιάζουμε αρκετή ποικιλία, ώστε να είμαστε μόνιμα θελκτικοί. Φοβόμαστε ότι, όσο καλά μαγειρεμένο και παρουσιασμένο κι αν είναι ένα φαγητό, κάθε μέρα δεν μπορεί να τρώει ο άλλος το ίδιο και το ίδιο. 

Το εφήμερο είναι πολύ προτιμότερη λύση, διότι ένα κυρίως πιάτο θέλει προετοιμασία, θέλει προσπάθεια να γίνει κι αυτή την προσπάθεια πολύς κόσμος δεν την προτιμά.Εξάλλου, η διαρκής επανάληψη σκοτώνει την επιθυμία, ακόμα κι αν υπάρχει μία σταθερότατη εξαιρετική γεύση. Φοβόμαστε ότι ο άλλος θα ξαναγυρίσει στην αναζήτηση του μεζέ, αφήνοντας εμάς, τη ζουμερή μπριζόλα, στο πιάτο αφάγωτη, πλην όμως ήδη κομμένη σε θρύψαλα και χίλια κομμάτια…

Ομολογώ πως ξεκίνησα να δημιουργώ αυτή τη θεωρία του ανθρωπομεζέ, αποδεχόμενη την αλήθεια ότι δεν μπορώ να επιβάλω σε κανέναν να είναι είτε το ένα, είτε το άλλο, διότι στον καθένα λειτουργεί όπως λειτουργεί κι είναι δικαίωμά του να θέλει να «φαγωθεί» σε μικρές ή μεγάλες ποσότητες, με μικρές ή μεγάλες μπουκίτσες, να θέλει να στρώσει ένα υπέροχο δαντελένιο τραπεζομάντιλο ή να φάει σε φαστφουντάδικο με πλαστικό πιρούνι και να δέχεται να μοιραστεί το φαγητό του με δεκάδες άλλους, αν δεν είναι ο Τζόϊ απ' τα Φιλαράκια, που απλώς «δεν μοιράζεται φαγητό»! 

Η γιαγιά μου έλεγε κάποτε πως για κάθε πράγμα υπάρχει και ο «καλός του χρόνος».Εμείς τώρα το λέμε timing, τρομάρα μας. 

Σε κάποιες ηλικίες, όχι μόνο χρειάζεται, αλλά ίσως και απαιτείται να είσαι ανθρωπομεζές ή, ανάποδα, να είσαι εκείνος που δοκιμάζει απ' όλους τους μεζέδες. Το τσίμπου τσίμπου είναι μία εξαιρετικά διδακτική διαδικασία, αλλά δεν είναι κατάλληλη για όλες τις στιγμές. Διότι, στη ζωή έρχεται εκείνη η στιγμή που πρέπει κάπου να καταλήξεις. 
Αποφασίζεις αν είσαι βέγκαν ή παμφάγο, αν σου αρέσει η μπριζόλα ή το ρεβύθι, αν θέλεις να τρως μόνος μία εξαιρετική ψαρόσουπα ή προτιμάς να μοιράζεσαι την αστακομακαρονάδα, που ούτως ή άλλως δεν βγαίνει σε μερίδα για έναν. 

Έρχεται η στιγμή που χρειάζεται να αποφασίσεις. Κι αν δεν το κάνεις μόνος σου, το κάνει η ζωή για σένα.

Κι αυτό διότι όλα αυτά τα εξαιρετικά νόστιμα δεν μπορούν να συμβαίνουν για πάντα. 

Η φύση έχει κάνει έτσι τον άνθρωπο -κι οι σύγχρονοι ρυθμοί συντείνουν σε αυτό- ώστε να εξαντλείται τόσο, που η τροφή -η τόσο απαραίτητη τροφή- να γίνεται μαρτύριο, όταν δεν είναι καλομαγειρεμένη, όταν δεν είναι στη θερμοκρασία που πρέπει, όταν δεν αποτελείται από εκείνα τα συστατικά που χρειάζεσαι, ώστε να σου κάνει καλό στην υγεία σου. 

Είναι, ξέρεις, αυτός ο μαγικός τρόπος που έχει το σύμπαν να σε εκδικείται για όλα όσα νόμιζες ότι μπορούσες να κάνεις και μάλιστα, ξεγελώντας το!

Αλλά πάλι, η αλήθεια μπορεί να βρίσκεται και κάπου στη μέση. Ίσως και η διατήρηση των ανθρώπινων σχέσεων να θέλει τη ρέγουλά της. 

Είναι ωραίο και καθόλου μειωτικό, συνυπολογίζοντας όλα τα δεδομένα, να θέλεις να είσαι συνεχώς ένας όμορφος και θελκτικός μεζές. Να μπαίνεις στην αρένα της σχέσης σου, επιδιώκοντας να τρέχουν τα σάλια του συντρόφου σου για σένα, βελτιώνοντας συνεχώς τον εαυτό σου και την ίδια τη σχέση σου μαζί του. Χωρίς όμως να εμπλέκεσαι στις κουραστικές και επίπονες διαδικασίες των ατέρμονων διεκδικήσεων, όταν ο άλλος έχει αποφασίσει ότι νοιάζεται για το σύνολο του δίσκου αδιακρίτως, χωρίς να κατατεμαχίζεις τον εαυτό σου στην προσπάθεια να είσαι αρεστός μόνο σε αυτόν. 
Πρέπει πρωτίστως να είσαι ένας θελκτικός μεζές για σένα και να ξέρεις πού ακριβώς να σταματήσεις, όταν το αποτέλεσμα των ενεργειών σου δεν είναι σου είναι πλέον αρεστό ή σε καθιστά κάτι άλλο απ' αυτό που στ' αλήθεια είσαι. 

Δεν είναι καθόλου κακό να θέλεις να είσαι μία όμορφη και ζουμερή μπριζόλα. Αξία σταθερή, θερμιδικά ισορροπημένη, πιάτο νόστιμο, καλομαγειρεμένο, υγιεινό, απαραίτητο και σίγουρα «κυρίως», απολύτως χορταστικό, που αφήνει στον άλλον μία πληρότητα! Αρκεί να μην του επιτρέπεις να πέφτει επάνω σου και να σε κατασπαράζει τόσο, ώστε στο τέλος να βαρυστομαχιάζει και να το χρεώνει σε σένα αυτό! 

Αλλά πάλι, πώς μπορείς να τον σταματήσεις στ' αλήθεια, αφού εσύ είσαι απλώς στο πιάτο; 

Μην σκας! Σε αυτό είστε ίδιοι με τον ανθρωπομεζέ!

Είτε επιλέξουμε να είμαστε ένας όμορφος ανθρωπομεζές, είτε μία καλομαγειρεμένη ζουμερή μπριζόλα, χρειάζεται κάθε στιγμή να ξέρουμε τα ρίσκα που εμπεριέχει αυτός ο ρόλος. Και να τον υπηρετούμε όσο καλύτερα γίνεται, με όσο μεγαλύτερη συνέπεια μπορούμε κι αυτό διότι, τόσο γρήγορα που κινείται ετούτος ο κόσμος, κάποια στιγμή θα είσαι όπως και να έχει είτε στη μία, είτε στην άλλη πλευρά, είτε θα τρως, είτε θα τρώγεσαι. Οπότε, μάθε να παίζεις καλά αυτό το παιχνίδι, μάθε να ξέρεις πότε να είσαι τι, μάθε να εναλλάσσεσαι με χάρη, προσπαθώντας να μην λαχανιάζεις, να μην κατατεμαχίζεσαι και να μην φαγώνεσαι χωρίς καλό αποτέλεσμα. 

Στην τελική, ποιος είπε ότι η ζουμερή μπριζόλα, κομμένη σε μικρότερα κομμάτια, δεν είναι ένας τέλειος μεζές;

Από την άλλη, αν είσαι εκείνος που τα θέλει «όλα» (άσχετα που αρκείσαι σε τόσο λίγα τελικώς), αν ξεπεράσεις την πρωταρχική σου πείνα, ίσως όταν χορτάσεις πια, να φτάσεις κάποτε να ενδιαφερθείς και για το πώς θα κατακτήσεις το διάστημα... Κι αυτό τότε, μπορεί να είναι πιο κοντά στο «όλα»...

Για το τέλος ωστόσο, άφησα να σας θυμίσω μια άλλη «μαύρη» αλήθεια, που ίσως απαντά το παραπάνω πόνημα, χωρίς να το καθιστά διόλου περιττό: 

Η θεωρία του ανθρωπομεζέ τελειώνει κάπως έτσι:

Γουστάρουμε όλοι τρελά τον ανθρωπομεζέ μας, αλλά είναι η ζουμερή μπριζόλα για την οποία κλαίμε, πνίγοντας τον πόνο μας στο ποτό και κάνοντας το Ρέμο πλούσιο...

Καλή σας όρεξη!




OVERTURE DELLE DONNE


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου