Παρασκευή, 15 Σεπτεμβρίου 2017

EYAερα: «Ιαματικός τουρισμός σε… ίαση»



Γράφει
η Εύα Τσαροπούλου

Αν θέλει κανείς να μιλήσει για λανθασμένη επιλογή διακοπών, του δίνω το ελεύθερο να χρησιμοποιήσει τη δική μου.
 Φέτος, μετά από αρκετά «α-διάκοπα» χρόνια, επέλεξα να πάω στην απόλυτα εξωτική περιοχή των Μεθάνων, μόνο και μόνο διότι πέτυχα –ως νόμιζα- μία καλή «προσφορά» που, εκ των υστέρων, αποδείχτηκε ότι δεν ήταν καν μέτρια, αναλόγως της εποχής και του τόπου ή των παροχών του.
Επειδή όμως είμαι θετικός άνθρωπος, θα προσπαθήσω να δω αυτή
την εμπειρία εκπαιδευτικά και τη μοιράζομαι μαζί σου, γιατί η γνώση πρέπει να μεταλαμπαδεύεται…

Έπρεπε να είχα αντιληφθεί ότι κάτι δεν πάει καλά, όταν ανακάλυψα ότι από τις 20 Αυγούστου (ακριβώς μετά το Δεκαπενταύγουστο δηλαδή), δεν υπήρχε παρά μόνο ένα, μοναδικό πλοίο την ημέρα που σε πήγαινε σε αυτή τη χερσόνησο του Αργοσαρωνικού, πράγμα ιδιαιτέρως αγχωτικό και δυσάρεστο. Δεν μπορούσα να καταλάβω γιατί συνέβαινε αυτό, όταν θυμόμουν πολύ καλά πως για την Αίγινα και τον Πόρο, τα πριν και μετά νησιά, έφευγαν συνέχεια πλοία απ’ τον Πειραιά. Μετά ανακάλυψα ότι οι ανάγκες των δύο άλλων νησιών καλύπτονταν από τα ιπτάμενα δελφίνια, που εκτελούσαν περισσότερα δρομολόγια, για τα δε Μέθανα, δεν υπήρχε απολύτως κανένας λόγος να υπάρξει και δεύτερο δρομολόγιο μέσα στην ημέρα! Ωστόσο, αυτό καθιστούσε προβληματική και την οποιαδήποτε εκδρομή θα μπορούσες να κάνεις απ’ τα Μέθανα στον Πόρο, π.χ., αφού αν τολμούσες να πας, θα έπρεπε κιόλας να διανυκτερεύσεις εκεί. 
Οπότε, ήθελες δεν ήθελες, αποκλειόσουν στα εξωτικά Μέθανα…

Φτάνω εκεί, σ’ ένα συμπαθητικό (δεν μπορώ να το χαρακτηρίσω αλλιώς) ξενοδοχείο, το οποίο είχε πάρει πολύ θετικά σχόλια στο διαδίκτυο κι αυτό, συνεπικουρούμενο απ’ το γεγονός ότι είχε από κάτω του μία παραλία μικρή και σχετικώς οργανωμένη, ήταν ο λόγος που είχα κάνει τη συγκεκριμένη κράτηση. 
Αργότερα διαπίστωσα ότι τα σχόλια ήταν ποικίλα και άμεσα εξαρτημένα απ’ το σε ποιο ακριβώς δωμάτιο έμενε κανείς. Για παράδειγμα, στο δικό μου, εξαιρετικά μεγάλο δωμάτιο, με την ονειρεμένη θέα, ήσαν χαλασμένα –κατά σειρά εμφανίσεως- η απλώστρα για τα ρούχα, τα μεταλλικά σημεία της οποίας μας εγκατέλειπαν σιγά σιγά, το ψυγείο, που φτιάχτηκε, αλλά κάηκε για πάντα το φωτάκι του, το aircondition που δεν με άφησε να κλείσω μάτι την πρώτη νύχτα, αλλά αποδείχτηκε ότι τα μεταλλικά σημεία της προαναφερθείσας απλώστρας, τα οποία είχα εναποθέσει πάνω του ήταν η αιτία του κακού, το καζανάκι της τουαλέτας, το λούκι της τουαλέτας και τέλος, το φουρνάκι της κουζίνας, το οποίο δεν άναψε ποτέ κι ευτυχώς δεν ήταν στις προθέσεις μου να το χρησιμοποιήσω καν! 
Τα υπόλοιπα όμως (ποια υπόλοιπα, «τα νύχια και οι κάλοι έμειναν» που έλεγε και ο αείμνηστος Κωνσταντάρας), δούλευαν μια χαρά και η θέα απ' το μπαλκόνι μου ήταν μοναδική!

Θάλασσα: Αποδείχτηκε ότι στο μέρος, εκτός από μία παραλία με σχετική άμμο –στ’ αλήθεια εξωτική-, τον Λημνιώνα, με πράσινα νερά, πεύκα που έφταναν ως την άκρη της θάλασσας και μαβιά μεγάλα βράχια-στολίδι απ’ το ηφαίστειο, μπορούσες να κολυμπήσεις σε άλλα τρία σημεία (δύο κοντά στο λιμάνι κι ένα στην άλλη πλευρά της χερσονήσου), μόνο εάν είχες εφοδιαστεί με…αναρριχητικά μποτάκια! Ήταν γεμάτα κοτρώνες, φύκια, αχινούς και διάφορα άλλα είδη, ανιχνεύσιμα με μάσκα. Ωστόσο το νερό ήταν πολύ καθαρό.

Μικρό παραλειπόμενο: Μια μέρα, επιστρέφοντας απ' το Λημνιώνα, αρκετό περπάτημα μέχρι το ξενοδοχείο μου, με σταματάει ένα αυτοκίνητο που πήγαινε προς το βουνό και μου λέει: 
«Για την Αίγινα, καλά πάω;». 
Τον κοιτάζω και του απαντώ: «Ποια Αίγινα; Το νησί;»
«Ναι».
«Όχι, δεν πάτε καλά, πρέπει να γυρίσετε προς το λιμάνι και να πάρετε το πλοίο», απαντάω σοβαρά. 
«Όχι, καλέ, δεν ξέρεις, μου φαίνεται, από κάπου εδώ πάνω πηγαίνει», μου αντιγυρίζει.
«Μιλάμε πάντα για την Αίγινα, το νησί», ξανατολμάω εγώ.
«Ναι».
«Ε, μάλλον έχετε δίκιο, δεν είμαι από δω, δεν ξέρω, ξαναρωτήστε παρακάτω».
Έφυγε σταθερά προς το βουνό...

Εγώ πάντα νόμιζα ότι η Αίγινα είναι νησί και νησί σημαίνει να βρέχονται όλες οι πλευρές του από θάλασσα! Αλλά και για τα Μέθανα νόμιζα ότι ήταν νησί, μέχρι που μου είπαν ότι είναι χερσόνησος. Επομένως, αν κανείς γνωρίζει κάτι παραπάνω για την Αίγινα, παρακαλώ, μην με αφήνει στο σκοτάδι! 

Φαγητό: Δεν ευτυχήσαμε! Υπήρχαν τέσσερα ή πέντε σημεία για να φάει κανείς, τα οποία, όπως αποδείχτηκε δεν δούλευαν όλες τις ώρες, αλλά επιλεκτικά και κατ’ όρεξη του ιδιοκτήτη. Το φαγητό τίποτε το εξαιρετικό, οι τιμές απλώς βιώσιμες, αλλά το μεγαλύτερο πρόβλημα ήταν ότι δεν μπορούσες να βρεις ώρα να φας!
Για να γίνω πιο συγκεκριμένη, εάν πήγαινες να φας από το πρωί έως το απόγευμα, έτρωγες μαζί με ένα σμήνος σφίγγες, οι οποίες ή που θα έτρωγαν το φαΐ σου ή εσένα, διάλεγες κι έπαιρνες! Περισσότερη ώρα έκανα το κινούμενο σκιάχτρο να τις διώχνω, παρά έτρωγα!
Εάν επέλεγες να φας βράδυ, αυτή η πληγή του Φαραώ εξέλειπε, ωστόσο δεν γλίτωνες απ’ την άλλη που ήταν οι γάτες! Ναι! Την επόμενη φορά που θα ακούσω να μου μιλάει κάποιος γι’ αυτά τα συμπαθητικά τετράποδα, θα τον στείλω τσιφ στα Μέθανα, προκειμένου να γνωρίσει τη μετάλλαξή τους σε δαιμονισμένες τίγρεις, μικρού μεγέθους! Δεν έχω ξαναδεί γάτες να πηδούν πάνω στο τραπέζι για να σου αρπάξουν τη μπουκιά απ’ το στόμα, ούτε να ορμάνε πάνω σου κάθε φορά που σήκωνες πηρούνι για να το φτάσεις στο στόμα σου, μισοκλείνοντάς σου απειλητικά τα μάτια και κάνοντάς σου «χσσσσστ», σαν φίδια έτοιμα να σε δαγκώσουν! Το χειρότερο· πρώτη φορά είδα γάτα να χαστουκίζει άλλη γάτα (όχι χαδάκι, χαστούκι σβουριχτό), επειδή έτρεχε κι αυτή να προλάβει να φάει! Παααφ! Και η γάτα βρισκόταν στην αντίπερα μεριά ολόκληρη. Ομολογώ: Εκατοντάδες θρησκευτικά αναγνώσματα, ταινίες ή κηρύγματα από ιερείς δεν με έπεισαν για την ύπαρξη δαιμονίων ή την ανάγκη εξορκισμού, όσο τούτες οι αγριόγατες των Μεθάνων!

Ιαματικά λουτρά ή αλλιώς: Η ερημιά και η εγκατάλειψη! Η συγχωρεμένη η προ-γιαγιά μου επισκεπτόταν κάθε χρόνο τα Μέθανα, επί 35ετία, για να κάνει τα λουτρά της· αυτή ήταν η μόνη προσλαμβάνουσα που είχα απ’ το μέρος και γι’ αυτό ποτέ δεν έτυχε να το επισκεφτώ. Θεωρούσα ότι είναι απλώς ένα ήσυχο μέρος, όπου οι ηλικιωμένοι κάνουν ιαματικά λουτρά κι εγώ πολύ νέα για να το έχω ανάγκη. Ευτυχώς, τώρα που πήγα εγώ, η καημένη η γιαγιά Αριστέα έχει από χρόνια αποχωρήσει από το μάταιο τούτο κόσμο, διαφορετικά, άντε να της περιγράψω την εγκατάλειψη του τόπου! Εννοείται πως τα δημόσια λουτρά του ΕΟΤ, με το θειάφι, που είναι κοντά στο λιμάνι, έχουν από χρόνια κλείσει και οι εγκαταστάσεις στέκουν εγκαταλελειμμένες να σαπίζουν στην άκρη της θάλασσας. Ένας ιδιώτης εκμεταλλεύεται μέρος μόνο των εγκαταστάσεων, αλλά και το κομμάτι το δικό του ακόμα, έχει τόση φθορά και ερημιά, που αναρωτιέται κανείς πόσο κοστίζει ένα απλό βάψιμο στις μέρες μας… Όσο για τα παλιά θερμά λουτρά (με το ράδιο, όπως έμαθα αργότερα) είναι απλώς «παλιά» κι απ’ αυτά έχει μείνει μοναχά μία εξωτερική γούρνα (στην κυριολεξία), φτιαγμένη από πέτρες μέσα στη θάλασσα, όπου χωράει με το ζόρι τρία άτομα κι όπου συνωστίζονται τα παππούδια να πάρουν σειρά και να ανακατευτούν το ένα με το άλλο…

Ολόκληρο το μέρος το γυρίζεις μέσα σε μία ώρα με το αυτοκίνητο, δεν υπάρχει τίποτα απολύτως να δεις, εκτός ίσως απ’ το ηφαίστειο (με ενεργές πηγές, παρακαλώ κι ευτυχώς δεν γίναμε Κούγκι εκεί πέρα) και με απόκρημνα σημεία, στα οποία υπήρχε παντού η κόκκινη προειδοποιητική ταμπέλα«Κολυμπάτε με δική σας ευθύνη!». Πολύ γέλασα με αυτό.
Με το νου μου έφτιαχνα εικόνες όπου κολυμπούσα εκεί πάνω, με «δική μου ευθύνη» και πάθαινα κάτι και με βρίσκανε μόνο αφού με ξέβραζε το κύμα και μετά με μεταφέρανε σε μία τεράστια τάφρο, γεμάτη κουφάρια από άλλους -ανόητους σαν κι εμένα- που, «με δική τους ευθύνη», κολύμπησαν και μετά ο δήμος δεν είχε τι να τους κάνει και δεν είχε και «καμία ευθύνη» γι' αυτούς...

Βασικό «αξιοθέατο» του τόπου, η ερημιά και η εγκατάλειψη σπιτιών, καταστημάτων, ξενοδοχείων και λοιπών κτιρίων, απ’ τα οποία μόνο κάτι βουκαμβίλιες έχουν απομείνει να θυμίζουν ότι η φύση ποτέ δεν εγκαταλείπει, ακόμα κι όταν οι άνθρωποι το κάνουν…

Φωτισμός υπήρχε ελάχιστος και όταν έπεφτε το σκοτάδι, ακριβώς επειδή πάνω στην παραλία όλα, σπίτια και μαγαζιά ήταν εγκαταλελειμμένα, έκανες ολόκληρες αποστάσεις μόνος, με μόνη παρέα το αεράκι και τους φοίνικες που στέκανε πανύψηλοι κατά μήκος όλης της παραλιακής. Ναι, φώτα δεν υπήρχαν, άνθρωποι δεν υπήρχαν, αυτοκίνητα δεν ακούγονταν, αλλά υπήρχαν καλοφτιαγμένοι δρόμοι και τεράστιοι φοίνικες σαν κακή απομίμηση Χόλυγουντ…
Εικάζω ότι το, ακόμα ενεργό, ηφαίστειο ευθύνεται για την ύπαρξη καλών δρόμων, αφού τα βουνά γυρωτρίγυρα παρουσιάζουν συχνές κατολισθήσεις -δείχνουν στ’ αλήθεια σκισμένα τόπους τόπους- οπότε καταλήγω πως το οδόστρωμα συχνά πυκνά θα πηγαίνει ανέμου κακού…

Το λιμάνι δεν είναι παρά μόνο μία φαρδιά προβλήτα. Στο ένα μέρος της, μισοπιάνουν τα καράβια κι οι επιβάτες είναι με το ένα πόδι στο πλοίο και με το άλλο, λίγο ακόμα και ως νέοι Ιησούδες, περπατούνε στη θάλασσα. Στο άλλο μέρος της προβλήτας, ξεκουράζονται τα ιστιοφόρα και δίπλα τους κολυμπάνε αμέριμνα διάφορες παππουδογιαγιάδες, που δεν νοιάζονται για το ότι είναι εκεί λιμάνι -ποιος να το υπολογίσει ως τέτοιο- αφού σου λένε ότι το θειάφι που αναβλύζει απ’ τους βράχους γιατρεύει και καθαρίζει τα πάντα!

Μέσα σ’ ένα μαγαζί με μπαχαρικά, ένας κυριούλης που δεν άκουγε και τα μάτια του είχαν αποτυπώσει τουλάχιστον 80 καλοκαίρια, πουλούσε εισιτήρια για το πλοίο. Χωρίς να ξέρει τι σημαίνει POS φυσικά και χωρίς να ξέρει αν και τις επόμενες δύο μέρες θα ίσχυαν τα δρομολόγια, όπως του τα είχαν πει! Παρ' όλα αυτά, το μηχάνημα εκτύπωσης ήξερε να το δουλεύει, απλώς δεν μπορούσε να διαβάσει κωδικούς ή άλλα μυστήρια σε τούτα «τα διαβολομηχανήματα», τους υπολογιστές...

Η τράπεζα, που βρισκόταν «ίσαδαπά» είχε μόνιμα τα ρολά της κατεβασμένα κι ένα ΑΤΜ εξυπηρετούσε το μοναχικό ταξιδιώτη –εμένα- που πήρα ξηρά τροφή για να τη βρω. Όταν ρώτησα πού κάνουν συναλλαγές, μου είπαν ότι ερχόταν ένας υπάλληλος δυο φορές την εβδομάδα και άνοιγε το «κατάστημα»! Ένας υπάλληλος, δυο φορές την εβδομάδα για 1000 κατοίκους (το χειμώνα), που δεν είναι και λίγοι!

Όταν επιτέλους βρήκα ένα «σούπερ μάρκετ», ο Θεός να το κάνει, το οποίο έκανε το  Ζήκο να μοιάζει τουλάχιστον «μεγαλομπακαλοπαιδί», τόλμησα να ρωτήσω, «μα καλά, πώς κάνετε τις συναλλαγές σας εσείς που έχετε επιχειρήσεις;», για να εισπράξω την απάντηση: «Και τι συναλλαγές να έχουμε εδώ; Καμιά μισθοδοσία στο τσακίρ κέφι και συντάξεις! Με τα δικά μας τα λεφτά κάνουν τα αίσχη τους, παιδάκι μου!».

Περιττό να πω πως φούρνο δεν βρήκα ποτέ, ούτε άλλη αγορά… Μεταξύ σφιγγών και γατών, με κρακεράκια και ξηροκάρπια την έβγαλα...

Κι αν μιλάς για τους ανθρώπους; Δεν υπάρχει αρκετά κατάλληλη περιγραφή γι’ αυτούς. Οι ηλικιωμένοι περιμένουν απλώς τη ζωή να τελειώσει, το ίδιο εγκαταλελειμμένοι όπως τα σπίτια τους και τα ξενοδοχεία τους. Όσο για τους νέους; Εργάζονται ως το τέλος της «τουριστικής σεζόν» στις οικογενειακές επιχειρήσεις και μετά, υποθέτω, ότι περνάνε έναν μαρτυρικό χειμώνα σε τούτο το μέρος που ούτε ντάλα καλοκαίρι δεν έχει κίνηση, δεν έχει φασαρία, δεν έχει κάτι να κάνει κανείς…
Νέοι και γέροι όμως, το ίδιο μουντρούχοι. Τους μιλάς και σου αντιγυρίζουν κάτι σαν μουγκρητό όταν σου μιλούν, σκέφτονται να σου χαμογελάσουν και δεν έχουν κανένα λόγο να γίνουν αρεστοί σε σένα, μόνο και μόνο για την απίθανη περίπτωση που θα τους ξανάρθεις. Όταν τόλμησα να παραπονεθώ σε εστιάτορα για τις δεκάδες δαιμονισμένες γάτες που είχα γύρω απ’ τα πόδια μου, μου είπε πως οι γάτες είναι αδέσποτες, δεν είναι δική του ευθύνη και το καλύτερο που είχα να κάνω ήταν να πάρω το φαγητό μαζί μου και να πάω να το φάω στο δωμάτιό μου! Δηλαδή λέω, είναι προτιμότερο να φύγει ο πελάτης, παρά να κάνετε πως τις διώχνετε; Για να μην πάρω απάντηση ποτέ. Εννοείται πως δεν ξαναπήγα σε αυτό το ένα απ’ τα τρία προτεινόμενα στο διαδίκτυο εστιατόρια για να φάει κανείς… Η ίδια αντιμετώπιση υπήρχε παντού, σαν να μην ήθελαν τα χρήματά σου, σαν να μην τους ενδιέφερε αν θα ξαναπάς ή τι γνώμη θα σχηματίσεις γι’ αυτούς. Ένα νεκρό μέρος με απολύτως κερωμένους ανθρώπους. Όπως είπε κι ένας φίλος μου, όταν διηγήθηκα το «πώς πέρασα το καλοκαίρι», αυτό το μέρος δεν έπρεπε να λέγεται «Μέθανα», αλλά «Πέθανα»!

Ήταν το δεύτερο μέρος που επισκέφτηκα φέτος το καλοκαίρι (το άλλο ήταν η «βαθιά Μεσσηνία» και μόνο για δυο μέρες) και αντιμετώπισα μία συμπεριφορά ανθρώπων αδιάφορων για τον τουρισμό, απ’ τον οποίο ζούνε κιόλας! Σε κάνει στ’ αλήθεια να αναρωτιέσαι πώς γίνεται να υπάρχει τόση αδιαφορία για έναν απ’ τους ελάχιστους «πόρους» αυτής της χώρας. Είναι απίστευτο το 2017, όταν άλλες χώρες κάνουν αμάν κι αμάν να αναπτύξουν νέους τουριστικούς προορισμούς, να δημιουργήσουν μέρη από εκεί που δεν υπάρχουν, εμείς που διαθέτουμε τέτοιο πλούτο στα χέρια μας, να τον αφήνουμε να πηγαίνει στράφι από απλή αδιαφορία. Να κλαιγόμαστε ότι τίποτα δεν δουλεύει είναι πιο απλό βλέπεις, απ’ το να εμπλακούμε στη διαδικασία να το κάνουμε να δουλέψει οι ίδιοι…

Απ’ όσο ξέρω, ο θεματικός τουρισμός επιδοτείται αδρά στους καιρούς μας. Ο ιαματικός τουρισμός, λοιπόν, στα χέρια κάποιων εμπνευσμένων ιδιωτών, θα μπορούσε στ’ αλήθεια να αλλάξει το τοπίο σε μέρη σαν κι αυτά. Ηλικιωμένοι άνθρωποι ή άτομα με ειδικές παθήσεις, υπάρχουν πάντα, δεν καταλαβαίνω γιατί να απαξιώνονται έτσι και, μαζί με αυτά, και τόσα όμορφα μέρη που υπάρχουν σε τούτο τον στ’ αλήθεια ευλογημένο τόπο.
Δεν ξέρω πόσο τους έχουν αφήσει, αν υποτεθεί ότι έχουν προσπαθήσει, αλλά με τέτοιες συμπεριφορές είναι εύκολο να καταλάβει κανείς γιατί κάποια μέρη μαζεύουν όλο το «χαρτί» του τουρισμού και κάποια άλλα μένουν να κοιτάζουν…

Θα μου πεις, εδώ αφήνουν να κατακαεί το Ιόνιο ολόκληρο το καλοκαίρι, δεν υπάρχει σχεδιασμός για το πώς θα σώσουν το Σαρωνικό απ’ την πετρελαιοκηλίδα, δεν γνωρίζουν τεχνικές και δεν έχουν φροντίσει για υποδομές και στρατηγική προστασίας από τέτοιες καταστάσεις, σιγά μην ασχοληθούν τώρα με τα «Πέθανα»…

Υποθέτω πως αισθάνονται πως θα ζούνε για πάντα και μάλιστα νέοι…
Σωστά, Χαϊλάντερ σε γερασμένη έκδοση δεν υπήρξε ποτέ…


ΤΑ ΝΗΣΙΑ – ΜΑΡΙΟΣ ΦΡΑΓΚΟΥΛΗΣ






2 σχόλια:

  1. Όσο αναφορά τα Μέθανα- Πέθανα (εύστοχο) Δεν ήξερες δεν ρώταγες;. Τα χαρακτηριστικά των κατοίκων του έτσι ήταν ...εξ επανέκαθεν ( ! ). Μουντρούχοι και αφιλόξενοι. Η τραυματική μου εμπειρία τη μία και μοναδική φορά που τα είχα επισκεφτει παιδάκι (π.Χ. δηλδ.) με τη γιαγιά μου για να κάνει τα μπάνια της στη βρωμολίμνη (ντοπια) ονομασία των λουτρών) ήταν για χρόνια η οσμή της αυγουλίλας (θειάφι)της περιοχής. Πήρε χρόνια να την αποβάλλει η μνημη της όσφρησής μου. Ασε που μετα 30 χρονια (τι ντροπη...) έμαθα ότι δεν ήταν νησί. Η γιαγιά πάντα πηγαινε με πλοίο από Πειραιά. Και του χρόνου Αγαπημένη!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Ευχαριστώ! Κι εγώ δεν ήξερα ότι ήταν χερσόνησος κι όχι νησί. Επίσης, η αυγουλίλα υπάρχει ακόμα... :)

    ΑπάντησηΔιαγραφή