Σάββατο, 23 Μαΐου 2015

Μεταξύ μας με καφέ και με τσιγάρο (Νο26)

Το εβδομαδιαίο χρονογράφημα του grpost,
δια χειρός Πέμυς Γκανά

Το camping...

...Το ήξερα, το ήξερα...
Να πεις πως δεν το ψυχανεμίστηκα;
Το ήξερα ότι τελικά δεν θα με άκουγαν.
-Δεν είναι αυτά για μας...έλεγα και ξανάλεγα.
Τίποτα εκείνοι.
Μάλλιασε η γλώσσα μου στην προσπάθεια να τους πείσω και δεν τα κατάφερα τελικά.
Κινήσαμε λοιπόν αξημέρωτα, τρία αυτοκίνητα φορτωμένα ως τα εκεί πάνω, κουβαλώντας ποδήλατα, κανό, κουβαδάκια, φτυαράκια, μα και σκηνές και sleeping bags, και ψυγεία, και λυχνίες, και
μπαλαντέζες, μόνο χώρο για τον υπολογιστή μου τάχαμου τάχαμου δεν βρήκαμε....
Έξι ενήλικες -καλά τώρα, τρόπος του λέγειν ενήλικες, και έξι παιδάκια...
Μουρμούραγα..δεν μπορώ να πω πως δεν γκρίνιαζα σε όλη την διαδρομή...
-Που πάμε; πως θα κοιμηθούμε; πως θα αλλάζουμε; δεν θα μπαίνουν χώματα στην σκηνή; αν βρέξει που θα πάμε; ξενοδοχείο για σιγουριά και νοσοκομείο έχει εκεί κοντά; αν μας τσιμπήσει σφήγκα; ή μέλισσα; σκορπιός; φίδι;...
-Σωστά μπορεί να κατέβει και η πολική αρκούδα...λέει ο Νίκος...
Εξυπνάδες.
Οι φόβοι μου έχουν βάση, τι θα συμβεί εάν... οτιδήποτε...
Μια φορά στα 17 έκανα camping και είπα ¨ποτέ, ποτέ, ποτέ μα ποτέ, ξανά¨...  
Και τώρα πάμε για ένα τριήμερο-λέει- στην φύση...
-Οργανωμένα είναι βρε...μου είχε πει ο Βασίλης, όλα υπό έλεγχο, είναι και Μάιος μήνας ακόμα, δεν θα έχει πολύ κόσμο. Θα δεις, όλα καλά θα είναι...
Τα παιδιά δεν το συζητώ, από την χαρά τους ούτε που κοιμήθηκαν όλο το βράδυ...
-Θα πάμε στο camping, λέγανε και ξαναλέγανε και χοροπηδούσαν σ όλο το σπίτι...
-Ξέρετε βρε τι είναι το capming; τους ρώτησα σκεπτόμενη να αποτρέψω την εκδρομή αρχίζοντας -μμμ – ύπουλα ένα πράμα εκ των έσω, από τα παιδιά..
Άκυρο έφαγα.
Τα παιδιά έχοντας σαν ήρωα του τον Άλεξ το λιοντάρι, και δίχως ακριβώς να πολυκαταλαβαίνουν τι μας περίμενε, πέταξαν το σκούφο τους για την περιβόητη ¨επιστροφή στην φύση¨...
Δεν είχα άλλη επιλογή από το να ακολουθήσω.
Φτάσαμε στην Εύβοια..
Εγώ να γκρινιάζω ακόμη και οι υπόλοιποι χαρούμενοι να θυμούνταν τα εφηβικά τους τότε που λέει, ανέμελοι κάναν ελεύθερο camping.
Τα παιδιά; τα παιδιά εξαφανίστηκαν με τα ποδήλατα και με τους καινούργιους φίλους που μόλις γνώρισαν. Και εγώ από πίσω να τρέχω δίνοντας οδηγίες που κανείς δεν άκουγε και ουδεμία σημασία έδινε...
Οι υπόλοιποι στρώθηκαν στην δουλειά.
Ιδρωμένοι και καταχαρούμενοι οι άντρες της παρέας περιφέρονταν όλο καμάρι σαν τον Bob τον μάστορα και θυμούνταν τα περιβόητα ¨σκοινάκια¨ του στρατού -πόσα χρόνια πια οι ίδιες και οι ίδιες διηγήσεις, ήμαρτον ξεκολλάτε – κουβαλώντας παράλληλα και τα πράγματα από τα αυτοκίνητα.
Στήσανε τις σκηνές έπειτα από συσκέψεις επί συσκέψεων και αφού ένωσαν τις δυνάμεις τους -το ότι έπεσε στο κεφάλι μας η δική μας αργότερα, ουδόλως το εξετάζουμε ή το συζητούμε-.
-Ωραία πάμε να φύγουμε...τους είπα αφού τελειώσανε με τα στησίματα και αφού είχα ήδη αρχίσει τα πρώτα χασμουρητά βαριεστημένη καθώς καθόμουν ..που αλλού; σε μια πέτρα.
-Και που να πάμε; με ρώτησαν όλοι μαζί.
-...μια βόλτα στο χωριό ίσως, έχει κάπου εδώ ένα χωριό έτσι δεν είναι, μια πόλη, ένα κατιτίς;;;
Γελάσανε.
-Δεν κατάλαβες εδώ θα μείνουμε, να ξεκουραστούμε...
-Μέσα;
-Μέσα...
Στήθηκαν τραπεζάκια και καρέκλες...
¨Θαυμάσια¨ σκέφτομαι ¨όλο και χειρότερα¨...
Μούτρωσα και άλλο.
Τρεις μέρες εδώ τι θα κάνουμε; βαριέμαι ήδη, είμαι παιδί της πόλης εγώ, θέλω wifi, θέλω κόσμο, αυτοκίνητα, μετρό, θέλω και κορναρίσματα...δεν μ αρέσει η σκόνη και ..και ..και...
Έβγαλα τα βιβλία μου αλλά διαπίστωσα πως με με ενοχλούσε ο ήλιος, το χώμα που τρύπωνε στα σανδάλια μου, κάποιο φυτό που μύριζε κάτι μάλλον απροσδιόριστα άσχημα, οι υπόλοιποι που γελούσαν καθώς διηγούνταν ιστορίες- παραφουσκωμένες στα σίγουρα- από την περασμένη μην πω και ξεχασμένη μας νιότη.
Τα πάντα με ενοχλούσαν...
Έκλεισα το βιβλίο με θόρυβο και καθώς κανείς δεν ασχολήθηκε μαζί μου τράβηξα για μια  βόλτα. Κλώσησα καμιά δεκαριά πέτρες, έκοψα ένα όμορφο λουλούδι που όμως μου έφερε φαγούρα και το έβαλα στα πόδια καθώς ήρθα αντιμέτωπη μ ένα σκαθάρι και μια σαύρα που λιάζονταν.
Έφτασα στην θάλασσα...
Ο μονότονος παφλασμός των κυμάτων αρχικά με γαλήνεψε.
Ακροβατώντας στην άκρη της πλωτής εξέδρας αντίκρισα το απέραντο γαλάζιο.
Γαλάζιο όπου και αν κοιτούσα, ουρανός και νερό ένα πράμα ούτε μια γραμμή να τα διαχωρίζει.
Και οι γλάροι να πετούν χαμηλά, κάνοντας κύκλους και κρώζοντας δυνατά.
Μυρωδιές άρχισαν να ξεπηδούν και να μπερδεύονται με την θαλασσινή αύρα, θυμάρι και πεύκο. Ελληνική φύση...
Οι ήχοι από το camping εκμηδενίζονται, φτάνουν στα αφτιά μου σαν τον μακρινό βόμβο απ ένα σμάρι μέλισσες και ο ήλιος λαμπερός με ζεσταίνει.
Πήρα βαθιές ανάσες και κάθισα στην άκρη της εξέδρας, έβαλα και τα πόδια μου στο νερό, πέταξα και βότσαλα στρογγυλά.
Φαντάστηκα καράβια, ξύλινα σκαριά να ξεπετάγονται από άλλες παλιές εποχές σε λιμάνια μακρινά και τόπους εξωτικούς που τους ενώνει και τους δένει το υγρό στοιχείο.
Δεν ξέρω πόση ώρα πέρασε μα έμοιασε στάσιμος ο χρόνος...σαν όλα να είχαν αφεθεί στην ομορφιά και το ρυθμό της πλάσης...
Είδα από μακριά τα παιδιά να με χαιρετούν, τα χαιρέτησα και εγώ και φύγαν τρέχοντας προς την αντίθετη κατεύθυνση.
Παίρνω αργά το δρόμο της επιστροφής...
Σκηνές διάσπαρτες, βιβλία, καρεκλάκια, τραπεζάκια με σκάκι, με χαρτιά, ποτήρια με παγωμένη μπύρα, αναψυκτικά σε μικρά ψυγεία θαμμένα κάτω από παγάκια, γέλια δυνατά, γέλια διακριτικά, γέλια πραγματικά, μυρωδιά φαγητού, άντρες με βερμούδες, γυναίκες σε σόρτς, ένα σκύλος νωχελικά ξαπλωμένος με κοιτάζει και στρέφει αλλού το κεφάλι του...μια ολόκληρη πολιτεία...
Ανακαλύπτω μια κρυμμένη πολιτεία.
Χαμογελώ χαλαρωμένη επιτέλους, και όλα έτσι στα ξαφνικά φαίνονται πιο απλά, πιο ανθρώπινα...
Φτάνω και στους φίλους μου.
Τσακώνονται κρυφογελώντας παίζοντας ντάμα... γελώ και εγώ μαζί τους  και ξεχνώ τον κρυμμένο υπολογιστή και το tablet που είχα υποσχεθεί πως θα άφηνα πίσω...

Λίγες στιγμές απλές, όμορφες, είναι οι ζωές μας, ένα χαμόγελο και ένα άγγιγμα, μια μυρωδιά...
Πως θα ξημερώσουμε αύριο;;;
Δεν ξέρω να σας πω, πάντως ότι και να γίνει θα το δω απ την πιο απλή του πλευρά...και δεν θα γκρινιάζω άλλο.
Promise....
Καλημέρες...



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου