Παρασκευή, 8 Ιουλίου 2016

ΕΥΑερα: Σ' ένα κυπελλάκι παγωτό κακάο...



Γράφει
η Εύα Τσαροπούλου


Δεν ήταν διόλου εύκολα τα πρώτα χρόνια της ζωής μου. Ήταν όλο «φωνή». Φωνή δυνατή, ανθρώπους που έκλαιγαν, ανθρώπους που έφευγαν, σπίτια που άλλαζαν. Ταραγμένη εποχή για ένα τόσο δα μικρό παιδί. Δεν τη χρειάζεται, δεν του χρησιμεύει σε τίποτα...
Το μόνο καλό που είχαν ετούτες οι απότομες και βίαιες, όσο και επαναλαμβανόμενες αλλαγές, ήταν πως κάθε φορά που ξεριζωνόμασταν, γυρίζαμε στον παππού και στη γιαγιά.
Σου έχω ξαναπεί για τον
παππού μου τον Κώστα, ε; Εκείνον τον όμορφο δανδή, τον καλλιτέχνη των παπουτσιών, που ήταν πάντα προσεκτικά ντυμένος, πάντα περιποιημένος, πάντα λεπτεπίλεπτος, τόσο στιλάτος και τόσο ρομαντικός για εκείνα τα χρόνια που δεν το επέτρεπαν, κάνοντας έξαλλη τη γιαγιά Ελένη, που του φώναζε συνεχώς του καημένου! Βλέπεις η γιαγιά, πατούσε γερά στα πόδια της, ήξερε πως είχε τέσσερα παιδιά να μεγαλώσει και με το ρομαντισμό και την τέχνη, δεν ταΐζονταν τόσα στόματα!
Ο παππούς ο Κώστας έφυγε νωρίς· μόλις 59 ετών. Πριν φύγει όμως, είχε τυραγνιστεί πολύ με αλλεπάλληλα εγκεφαλικά, που κάθε φορά του άφηναν και κάτι. Μου διηγείται η μάνα μου πως ήταν τόσο ευαίσθητος και τόσο αξιοπρεπής άνθρωπος που προσπάθησε πολλές φορές να αυτοκτονήσει, γιατί δεν άντεχε να μην έχει τον έλεγχο του εαυτού του. Τότε του είπαν πως η μάνα μου ήταν έγκυος σε μένα και πια έκατσε ήσυχος, έμεινε στη ζωή μόνο για το χατίρι μου…
Καταλαβαίνεις την αγάπη που μου είχε…
Με το μισερό του χέρι καθόταν υπομονετικά και σιδέρωνε ένα-ένα «τα πανάκια της κατρουλούς», δεν άφηνε άλλον κανέναν. Κι όταν η γιαγιά μου γκρίνιαζε πως πάλι κατουρήθηκε το μωρό, εκείνος έλεγε: «Σώπα, Ελένη κι ανθόνερο είναι τούτο!»
Όταν πλέον ο χρόνος απόσωσε τις μετακομίσεις μας κι η ζωή έφερε τα ξεκαθαρίσματά της, μείναμε μαζί τους μόνιμα.
Λάρνακος 9, στα Πατήσια, στην ίδια πολυκατοικία όπου ακόμα υπάρχει το σπίτι της γιαγιάς μου, άλλο βέβαια στα χρόνια, αλλά πάντα στην ίδια διεύθυνση, μέχρι και στον ίδιο όροφο.
Βλέπεις, δεν έκαναν μεγάλα «ταξίδια» οι δικοί μου… το πιο μακρύ τους ταξίδι, απ’ την Κρήτη ως εδώ…
Στα τελειώματα της ζωής του, ένα εγκεφαλικό του φόρεσε πατερίτσες του παππού… Φυσικά, πια δεν μπορούσε να δουλέψει κι έτσι, νωρίς τα μεσημέρια, μετά το φαγητό, πήγαινε στο μικρό καφενεδάκι που ήταν Λάρνακος και Αχαρνών γωνία και μιλούσε με άλλους «γέροντες». Ένα καφενεδάκι που δεν υπάρχει πια, το χάσαμε κι αυτό λίγο μετά που χάσαμε και τον παππού, σαν να μην άντεχε χωρίς εκείνον... 
Νευρίαζε ο παππούς γιατί δεν ήταν γέρος ακόμα για να μιλάει με γέρους και γυρνούσε σπίτι και πάλι μαλώνανε με τη γιαγιά, που ήταν γερή σαν ταύρος… Μαλώνανε πολύ, μα πόσο την αγαπούσε ο παππούς μου! Λατρεία της είχε και ζήλια μεγάλη! Παθολογική!
Η γιαγιά Ελένη ήταν αφράτη και λευκή σαν τα γάλατα! Ξανθιά, ψηλή, με μεγάλα καταγάλανα μάτια και ρόδινα μάγουλα και χείλη. Ήταν 17 χρονών όταν την παντρεύτηκε κι ήταν τρελός και παλαβός μαζί της, αλλά τόσο ζηλιάρης, που η δόλια η γιαγιά μάλλον κακοπέρασε στην παντρειά της.
Έτσι κι ήθελαν να βγούνε μαζί, την περνούσε από επιθεώρηση. Η γιαγιά δεν βάφτηκε ποτέ στη ζωή της κι όμως τα χείλη της ήταν πάντα τόσο κόκκινα! Εκείνος πήγαινε και τα έτριβε να βεβαιωθεί πως δεν φορούσε κοκκινάδι κι όσο τα έτριβε, τόσο εκείνα κοκκίνιζαν και τόσο δεν την πίστευε τη φουκαριάρα, μέχρι που στο τέλος, δεν πήγαινε πουθενά εκείνη απ’ τα νεύρα της για τούτη τη ζήλια…
Τα χρόνια πέρασαν, τέσσερα παιδιά γεννήθηκαν, οι δυσκολίες πολλές, άφησαν την Κρήτη κι ήρθαν στην Αθήνα, άντεξαν πολλά και φαίνεται πως όταν ο παππούς ήταν πια ανήμπορος, η γιαγιά του το είχε κρατημένο κι όλη την ώρα μάλωναν σαν τα κοκκόρια οι δυο τους. 
Όμως τι ωραίοι που ήταν εκείνοι οι καυγάδες! Γεμάτοι αγάπη, όχι αληθινοί, όχι σαν τους άλλους...
Εγώ στεκόμουν στο διάδρομο, στο γείσο της πόρτας κι έσκαγα κάτι γέλια όταν του φώναζε η γιαγιά του παππού, γιατί τον έβλεπα κρυφά πως μου έκανε νοήματα,  κοροϊδεύοντάς την, γιατί βλέπεις, εκείνος δεν της φώναζε ποτέ, μόνο της γκριμάτσαγε.
Αλλά όταν έπαιρνε χαμπάρι η γιαγιά μου τις γκριμάτσες του κι εμένα που χασκογελούσα, βρε καλώς τον κυρ-Αλίμονο! 
Επειδή δεν μπορούσε να πειράξει εκείνον, μου έριχνε ένα τράβηγμα στα κουρλιά μου, που έβλεπα πράσινες, κόκκινες και μπλε πεταλούδες! Άρχιζα τα σκουσμάρια εγώ και ο παππούς της φώναζε τότε, μόνο και μόνο γιατί πείραζε «το παιδί, που τι της έκανε τώρα το παιδί;»!
Κι ύστερα που λες, ερχόταν το καλοκαίρι… Ο παππούς, πιστός στη συνήθειά του, κάθε μεσημέρι πήγαινε στο καφενεδάκι, σιγά-σιγά με τις πατερίτσες του. Έπινε το καφεδάκι του κι έπειτα γύριζε στο σπίτι, να με παίξει, αφού είχα ξυπνήσει απ’ το μεσημεριανό μου ύπνο…
Κατεβαίναμε με τη γιαγιά στο δρόμο για να τον βοηθήσουμε που θα ανέβαινε το στενό με τις πατερίτσες κι εγώ έτρεχα βολίδα όλη τη Λάρνακος κάτω, για να πάω να τον προφτάσω, να ανεβώ μαζί του. Εκείνος μου έλεγε πάντα:
«Τι έχει ο παππούς για το Ευάκι του;» «Τι; τι;» πηλάλαγα εγώ, λες και δεν ήξερα!
«Για ψάξε την τσέπη μου!» έλεγε ο παππούς κι έχωνα εγώ το μικρό μου χεράκι μέσα στην τσέπη του σακακιού του -χειμώνα, καλοκαίρι ο παππούς σακάκι φορούσε- κι έβγαζα από μέσα ένα τόσο δα κυπελάκι παγωτό κακάο!
Δεν ήταν μεγάλο, μια τόσο δα μικρή συσκευασία ήταν, αλλά ήταν ακόμα οι εποχές που τα παγωτά ήταν «αληθινά» και μύριζε πραγματικό κακάο! Είχε κι ένα πλαστικό κουταλάκι τόσο δα, ίσα ίσα για το στόμα μου ήταν! Το έπαιρνα εγώ, του έσκαγα φιλί όπου τον έφτανα, γιατί ούτε εκείνος μπορούσε να σκύψει, ούτε εγώ να ψηλώσω κι έτρεχα γυρωτρίγυρά του μέχρι να φτάσουμε κι οι δυο στη γιαγιά. Εκείνη κάθε φορά τον μάλωνε γιατί μου έπαιρνε παγωτό, «να πονέσουν τα λαιμά της, να μην ξέρουμε τι να την κάνουμε, να δεις εσύ μετά!». Αλλά ποτέ δεν πονούσαν τα λαιμά μου απ’ το παγωτό, μόνο το χειμώνα έβγαζα κάτι κουβάδες αίμα απ’ τις αμυγδαλές και δεν ήξεραν τι να με κάνουνε και περίμεναν όλοι να πάω οκτώ χρονών να τις πετάξω απ' το λαιμό μου κι ο παππούς σημασία δεν της έδινε της γιαγιάς και τι καλά που τό ’κανε!
Ένα μεσημέρι, είχε χειμωνιάσει πολύ πια, άδικα περίμενα τον παππού να γυρίσει. Μόνο τον κόσμο που μπαινόβγαινε στο σπίτι μας είδα κι όλοι τότε μου έλεγαν στεναχωρημένα πως «ο παππούς έφυγε». Έφυγε και δεν πρόλαβα να τον αποχαιρετήσω, τόσο αλαφιασμένη ξύπνησα από εκείνον τον μεσημεριανό ύπνο, που κάτι είχα χάσει κι ήταν η παιδική μου αθωότητα και τότε δεν ήξερα πως δεν θα την ξανάβρισκα ποτέ...
Η αδελφή μου τότε ήταν μικρή, πιο μικρούλα από μένα. Η μεγάλη μου ξαδέλφη στην κοιλιά της μάνας της, δεν έφταξε ο παππούς να τη γνωρίσει. Ούτε εκείνη, ούτε τις άλλες που ακολούθησαν. Είχα όλη του την αγάπη, την αποκλειστική. Εγώ, το Ευάκι του, το Ευουλιώ του…
Είχα την αποκλειστική του αγάπη, τη διάθεσή του να ζήσει για το χατίρι μου, όλα τυλιγμένα σε εκείνη τη μικροσκοπική συσκευασία από παγωτό κακάο, που όσα χρόνια κι αν περάσουν ούτε την ξέχασα, αλλά ούτε και την ξαναβρήκα ποτέ…
Δεν έφαγα ποτέ ξανά παγωτό κακάο….
Όμως, κάθε φορά που νιώθω άσχημα, κάθε φορά που είμαι βαθιά στεναχωρημένη, κάθε που η ζωή μου τα φέρνει ανάποδα, μου έρχεται στη μύτη η μυρωδιά από εκείνο το αληθινό κακάο.
Λες κι οι όμορφες στιγμές κλείστηκαν όλες μέσα εκεί, έγιναν θύμησες κι έρχονται πάντα στο μυαλό μου μέσα απ’ την άκρη της μύτης μου, με εκείνο το άρωμα από κακάο...σαν παρηγόρια απ’ το χέρι του παππού μου, παρηγόρια που μυρίζει καλοκαίρι…

Μάριος Φραγκούλης-Χρώματα πήρα και καμβά


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου