Παρασκευή, 26 Ιανουαρίου 2018

EYAερα: «Η λογική με την καρδιά μαλώνει, γιατί το θέλει καθεμιά δικό της το τιμόνι»



Γράφει
η Εύα Τσαροπούλου


Οι φίλοι μου λένε: «Γιατί δεν γράφεις ένα βιβλίο, αφού γράφεις καλά;». 

Τους απειλώ πάντα ότι, για να κάνω κάτι τέτοιο, θα κλέψω το υλικό απ’ τη δική τους τη ζωή και τους προτείνω να το ξανασκεφτούν, διότι, όχι μόνο θα τα κλέψω, αλλά θα τα γράψω και όπως τα νομίζω…

Αυτό είναι το καλό, όταν «δανείζεσαι» τις ζωές των άλλων, για να τις κάνεις ανάγνωσμα: Βάζεις μέσα αυτά που θέλεις και, αν το επιθυμείς, αλλάζεις και το τέλος των μικρών ιστοριών τους, κατά τον τρόπο που εσύ θα ήθελες να τις δεις να τελειώνουν.

Ετούτη η μυθοπλασία εξασφαλίζει
κατ’ αρχήν την εχεμύθεια· όλοι θα μπορούν να αναγνωρίσουν τον εαυτό τους μέσα σε αυτήν, αλλά κανείς δεν θα μπορεί να σε κατηγορήσει ευθέως για τίποτα, αφού θα φωτογραφίζεις μεν, αλλά κατά τρόπο θολό, «ιμπρεσιονιστικό». Ποιος θα κατηγορήσει το ζωγράφο που τον έκανε «κυρίαρχο θέμα» στον πίνακά του; 
Αλλά τα χρώματα που χρησιμοποιεί ο ζωγράφος είναι καθαρά δική του επιλογή, πολύ διαφορετικά ίσως απ' αυτά που θα διάλεγε ο άλλος να ζωγραφίσει τον εαυτό του. Το ίδιο συμβαίνει και με το λόγο, γραπτό ή προφορικό.

Είναι πάρα πολύ εύκολο να περιγράφουμε ή να εκφέρουμε άποψη για κάτι, όταν δεν μας αφορά άμεσα. Όταν συνέβη σε κάποιον άλλον.

Κάνω πολύ συχνά το πείραμα αυτό: Γράφω τις δικές μου ιστορίες, αλλά βάζω κάποιον άλλον «πρωταγωνιστή». Ο κόσμος που τις διαβάζει, αλλιώς θα αντιδρούσε σε αυτές, αν ήξερε ότι ήταν δικές μου κι αλλιώς αντιδρά, ξέροντας πως είναι κάποιου τρίτου, άσχετου προς αυτούς ανθρώπους. Βάλε με το νου σου τώρα τι θα γινόταν, αν η ιστορία αυτή ήταν η δική τους…

Όσο λιγότερο συναισθηματικά εμπλεκόμενοι είμαστε στο κάθε τι που μας συμβαίνει, τόσο πιο εύκολα εκφέρουμε άποψη, η οποία –τις περισσότερες φορές- αποδεικνύεται και ως η πιο αντικειμενική. Κυρίως διότι μας είναι «ανώδυνη». Το ζήτημα της οδύνης στο πώς βιώνουμε τα πράγματα είναι πάντα πάρα πολύ σημαντικό και σίγουρα αποτρεπτικό της λογικής μας.

Η ζωή, λέει, είναι μια κωμωδία γι’ αυτούς που σκέφτονται, αλλά μπορεί να γίνει τραγωδία γι’ αυτούς που αισθάνονται και η λογική είναι οπωσδήποτε το πρώτο θύμα της όποιας δυνατής συγκίνησης. Βλέπεις, αν η διάθεσή σου δεν υπακούει σε αυτό που της ορίζεις, τότε είναι εκείνη που ορίζει στ' αλήθεια εσένα.

Μοιάζει πως οι γνώμες διαμορφώνονται σχεδόν πάντα απ’ τα αισθήματα κι όχι απ’ το μυαλό κι αυτό είναι τεράστιο πρόβλημα, αν σκεφτείς ότι πολλοί άνθρωποι, όχι μόνο παντρεύονται υπ’ αυτό το πρίσμα, αλλά ψηφίζουν κιόλας ή –το χειρότερο- γίνονται γονείς…


Κι όσο πιο ακραία είναι τα αισθήματα αυτά, τόσο πιο πολύ κερδίζουν έδαφος στο τέλος. 

Σκέψου όλους εκείνους τους ηγέτες που πουλάνε δάκρυα, αίμα, πόνο… αυτούς που λαϊκίζουν...

Είναι πάντα πιο κερδισμένοι απ’ τους άλλους, που προσφέρουν ασφάλεια και σίγουρη μεθοδολογία βελτίωσης. Γιατί συμβαίνει αυτό; 

Διότι, το πρώτο πράγμα που μας μαθαίνουν από μικρά είναι ότι ο άνθρωπος είναι φτιαγμένος ώστε να διαθέτει μεγαλύτερη ευαισθησία στον πόνο, παρά στην ευχαρίστηση. Επιπλέον, όλοι εμείς έχουμε την τάση να γινόμαστε ήρωες στα δύσκολα. Μοιάζει πως όλοι κρύβουμε ένα σούπερμαν μέσα μας, που χτυπάει με τις μπουνιές του, ζητώντας να βγει προς τα έξω, να γίνει πρωταγωνιστής σε δράμα...

Ωστόσο -κι αυτό είναι μια πραγματικότητα- δεν είναι τα αισθήματα των ανθρώπων που γράφουν την ιστορία τους, αλλά οι πράξεις τους…

Αυτό, να ξέρεις, είναι πιο περίπλοκο απ’ όσο ακούγεται.

Για παράδειγμα, πολλές φορές, η κρίση μας, άρα και η δράση που προκύπτει απ’ αυτήν, εξαρτάται από το πόσο έχουμε πιστέψει κάτι που έχουμε μάθει. Αλλά, από κατασκευαστική αδυναμία, δυσκολευόμαστε σίγουρα να πιστέψουμε αυτό που θα πληγώσει τα αισθήματά μας, οπότε πώς μπορούμε να είμαστε σίγουροι ότι έχουμε πράξει τελικώς το σωστό;

Γιατί το άλλο· χειρότερο ακόμα; Πόσες και πόσες φορές οι ενέργειές μας δεν εξαρτώνται απ’ αυτό που νομίζουμε ότι μας συμβαίνει κι όχι απ’ αυτό που μας συμβαίνει στ’ αλήθεια; Ποτέ δεν είμαστε, στ’ αλήθεια, τόσο ευτυχισμένοι ή τόσο δυστυχισμένοι όσο αισθανόμαστε. Αλλά ποιος είναι εκείνος που το ξέρει καλύτερα και θα μπει και στον κόπο να μας το πει κιόλας, πριν να είναι πολύ αργά για μας;

Ή, άλλο παράδειγμα, εμπορευόμαστε. Εκεί το συναίσθημα δεν έχει κανονικά θέση, εκτός αν κάποιος εμπορεύεται ακριβώς αυτό. Σε κάθε άλλη περίπτωση όμως, το εμπόριο χρειάζεται τους νόμους της λογικής για να επιβιώσει…

Ωστόσο, οι έμποροι παίρνουν ρίσκα που αντιτίθενται στη λογική! Κατασκευαστική «αδυναμία» και τούτο: Σκεφτόμαστε μεν λογικά, αλλά ενεργούμε παράλογα, κυρίως διότι η λογική, όταν κυβερνά μόνη της, είναι μια δύναμη πολύ «περιοριστική» και το εμπόριο, για να μεγιστοποιήσει το κέρδος του, χρειάζεται ανοικτό ορίζοντα μπροστά του.

Τι γίνεται, όμως, όταν διάφοροι επιτήδειοι ξέρουν πολύ καλά πώς παίζεται ετούτο το παιχνίδι και το εκμεταλλεύονται κατά πώς θέλουν;

Κι αν έχουμε μιλήσει τόσες και τόσες βολές για τον «ξύλινο λόγο» των πολιτικών...

Μόλις αντιλήφθηκαν, λοιπόν, τι σημαίνει ετούτο το πράγμα, έστησαν ολόκληρα επαγγέλματα γύρω απ’ την επικοινωνία του, αφού τα λόγια, όταν βγαίνουν απ’ την καρδιά φτάνουν γραμμή στην καρδιά, ενώ όταν βγαίνουν απ’ το στόμα, το πολύ που φτάνουν είναι μέχρι τ’ αυτιά.

Κι αφού το καταλάβανε και το έστησαν πολύ καλά, γινήκανε και ελαστικοί ως προς το πώς το χειρίζονται, αφού όσο πιο επιρρεπής είναι ένας λαός σε τούτο, τόσο πιο καλοί γίνονται στο να τον ξεγελάνε.

Ο λαϊκισμός και τα παράγωγά του είναι οι δυνάστες της εποχής μας κι ενώ το ξέρουμε πια πολύ καλά, το αφήνουμε να συμβαίνει.

Τρανό και πολύ πρόσφατο παράδειγμα, όλη αυτή η ιστορία με το ζήτημα της ονομασίας μιας χώρας, που είναι ήδη αναγνωρισμένη έτσι από δεκάδες άλλες.
Η λογική λέει πως το σημαντικό είναι οι διεκδικήσεις που μπορεί να προβάλει αύριο σε εδάφη που είναι δικά μας και πώς αυτό ακριβώς είναι που πρέπει να διασφαλίσει κανείς, αλλά το θυμικό κατεβάζει τον κόσμο στους δρόμους, με σημαία το όνομα…
Προσωπικά, δεν μπορώ να αδικήσω κανέναν για τον τρόπο που σκέφτεται, ούτε τους μεν, ούτε τους δε. Η λογική μου ξέρει πως, όπως και να βαφτίσω μία κατάσταση, το σημαντικό είναι να την έχω στ’ αλήθεια δική μου και να διασφαλίσω το ότι δεν θα μου την πάρουν, όχι το πώς θα τη φωνάζω. Όμως και η δική μου η καρδιά, υπακούοντας στον άγραφο νόμο της, δεν αδιαφορεί στ’ αλήθεια για τούτα τα βαφτίσια… Είπαμε, κατασκευαστική αδυναμία...

Είναι αυτό που λέμε: «Τι θέλει να πει εδώ ο ποιητής;»
Δεν είναι μια απλή απορία· είναι μια κατηγόρια απέναντι στον ποιητή που δεν κατάφερε να μας συγκινήσει αρκετά, να μιλήσει στο θυμικό μας, αλλά ταυτόχρονα κι ένα ολέθριο λάθος μας, διότι αναζητούμε τη λογική έξω απ’ τα όρια της δικαιοδοσίας της. Το λες και χτύπημα κάτω απ’ τη μέση αυτό.

Να σου πω την αλήθεια, πάντα πίστευα στις συνέργειες, έτσι σε έναν άνθρωπο, νομίζω, πρέπει να υπάρχουν ισορροπίες. Κι αν δεν υπάρχουν, πρέπει να φροντίζουμε να «χτίζονται».

Διάβασα κάπου ότι, όπου δεν βγαίνει νόημα, βγαίνει συναίσθημα και τότε το μυαλό είναι καταδικασμένο να αναπαράγει αυτό που η καρδιά δεν μπορεί να διαγράψει. Επομένως, αυτή η διεργασία φαίνεται να γίνεται από μόνη της, χωρίς εμάς.

Σίγουρα όλους μας έχουν προσβάλλει, μας έχουν κοροϊδέψει, μας έχουν ληστέψει. Το πόσο έχουμε καταφέρει όμως εμείς να το ξεχάσουμε είναι εκείνο που θα μας πάει παρακάτω, στο επόμενο βήμα. Κι αυτό είναι κάτι που εξαρτάται από μας, η κάθε επόμενη κίνηση στη σκακιέρα είναι δική μας.

Η αγαπημένη μου Φλόρενς Νάϊτινγκέιλ, η «Κυρία με τη Λάμπα», αυτή η Βρετανίδα ορθολογίστρια, η «απλή» νοσοκόμα, έλεγε πως τα συναισθήματα δεν έχουν κανένα νόημα, αν σπαταλιούνται με τα λόγια. Πρέπει να αποστάζονται σε πράξεις και μάλιστα, σε πράξεις που να έχουν αποτέλεσμα. Και το απέδειξε με το βίο της.

Ίσως κάπου εκεί να βρίσκεται η αλήθεια, σε τούτη τη μακάρια «μέση».

«Πολλές φορές η λογική με την καρδιά μαλώνει, γιατί το θέλει καθεμιά δικό της το τιμόνι»…

Αν με ρωτάς, χρειάζεται πάντα ν’ ανοίγουμε την πόρτα της καρδιάς μας, αλλά σιγά-σιγά, λίγο- λίγο, να μην προλαβαίνει να παγώνει ο νους μας...



The Logical Song - Supertramp




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου