Δευτέρα, 13 Οκτωβρίου 2014

Η επανάληψη της ιστορίας ως φάρσα

Γράφει
ο Νίκος Γ. Σακελλαρόπουλος

Μετά τις ευρωεκλογές του 2009, όταν ήδη η χώρα είχε μπει στην περιδίνηση της κρίσης, ο Καραμανλής ζητούσε συναίνεση από τον Γιώργο Παπανδρέου.
Συγκαλυμμένα και «προσεκτικά» για να μη χαλάσει κι η νιρβάνα του λαού, μιλούσε για όσα έρχονται αν δεν κάνουμε κάτι και ζητούσε συνεννόηση στην εκλογή προέδρου της Δημοκρατίας. 
Ο Γιώργος Παπανδρέου όμως, μάλλον επειδή
είχε δώσει το μοιραίο για τον ίδιο και την Ελλάδα ραντεβού με την ιστορία και την καταστροφή, βιαζόταν να γίνει πρωθυπουργός, παρ’ ότι γνώριζε τα αδιέξοδα που έρχονταν.
Με μπόλικη δόση λαϊκισμού υποσχέθηκε ότι «λεφτά υπάρχουν» για όλους.
Να φάνε κι οι κότες.
Κι όταν έγινε πρωθυπουργός κι άρχισε να μοιράζει παροχές, «έσκασε» στα χέρια του η βόμβα της αδυναμίας δανεισμού της Ελλάδας από τις αγορές κι όσα ακολούθησαν για όλους μας.

Φαίνεται ότι το μάθημα του μοιραίου πρωθυπουργού, δεν έγινε μάθημα ούτε στον επικεφαλής της αξιωματικής αντιπολίτευσης, ούτε σε μεγάλη μερίδα της ελληνικής κοινωνίας.
Ένας συνετός και κυρίως παραδειγματισμένος από την ιστορία πολιτικός, επ’ ουδενί θα λειτουργούσε και πάλι τόσο ανεύθυνα, όπως πράττει σήμερα ο Αλέξης Τσίπρας.
Τάζοντας σε όλους ότι θέλουν ν’ ακούσουν, πιέζει τα πράγματα στα άκρα, όπως έκανε ο μοιραίος Παπανδρέου.
Έχω την βεβαιότητα, σε συνδυασμό με την όλο και περισσότερη έλλειψη φόβου της αστικής τάξης απέναντι στον ΣΥΡΙΖΑ, ότι αν ο Αλέξης Τσίπρας εκμεταλλευόταν με περισσότερη υπευθυνότητα τη νίκη του στις ευρωεκλογές κι έδειχνε στοιχειώδη συναίνεση στο ζήτημα εκλογής Προέδρου της Δημοκρατίας, πως τα οφέλη του θα ήταν μεγαλύτερα κι ίσως συντομότερα του αναμενομένου.
Όμως, όπως ο μοιραίος Γιώργος Παπανδρέου, έτσι κι εκείνος βιάζεται να γίνει πρωθυπουργός.
Η εικόνα που δείχνει τόσο εκείνος όσο και πάμπολλα στελέχη του κόμματός του, είναι πως το μόνο που τους ενδιαφέρει είναι πότε θα βρεθούν στην εξουσία.
Κάποιοι μάλιστα, έχουν αρχίσει να την διαμοιράζουν, ομού με τους υπουργικούς θώκους και τα άλλα κρατικά αξιώματα σε παλιούς και νέους κομματικούς φυλάρχους.
Ο «κόκκινοπράσινος» στρατός της Κουμουνδούρου βρίσκεται σε απόλυτη ετοιμότητα, ενώ ο κομματικός φανατισμός δεν επιτρέπει νηφάλιες σκέψεις και χάραξη σαφούς πολιτικής γραμμής.

Η ιστορία επαναλαμβάνεται.
Όπως το 2009.
Όταν όμως η ιστορία επαναλαμβάνεται με τα ίδια χαρακτηριστικά, είναι σαφές ότι πρόκειται περί φάρσας.
Η κυβέρνηση μπορεί να έλαβε ψήφο εμπιστοσύνης, αλλά η χώρα εν όψει της πολιτικής αβεβαιότητας βρίσκεται στην απόλυτη παραλυσία.
Πόσο μπορεί ν’ αντέξει;
Πόσο μπορεί ν’ αντέξει τις πιέσεις της τρόικας για τις μεταρρυθμίσεις που δεν έχουν γίνει και για όσα εκ των δεσμεύσεών μας δεν έχουμε κάνει; Πολύ περισσότερο όταν τα πλείστα εξ αυτών δεν θα έπρεπε ν’ αποτελούν επιβολές των δανειστών αλλά θα έπρεπε μόνοι μας να τα έχουμε κάνει;
Πόσο μπορεί ν’ αντέξει την φυγή κεφαλαίων και την στασιμότητα της ανεργίας σε δυσθεώρητα ύψη;
 Πόσο μπορεί ν’ αντέξει την αναμονή επενδυτών εν όψει της πολιτικής αστάθειας, όταν οι πάντες γνωρίζουν ότι ήδη τρία –τέσσερα μεγάλα funds σταμάτησαν τη διερεύνηση της ελληνικής αγοράς για να επενδύσουν;
Κι είναι απορίας άξιο πως δεν παραδειγματίζονται από το κάζο του μοιραίου Παπανδρέου, που έμαθε μια ημέρα ότι η πρόσβαση της χώρας στις αγορές είχε ημερομηνία λήξεως τον Μάρτιο του 2010;
Πώς δεν παραδειγματίζονται από το κάζο εκείνων που άκουγαν τον Σόιμπλε να τους λέει κυνικά το σχέδιό του για βελούδινη εκδίωξη της Ελλάδας από την Ευρωζώνη και το ευρώ;

Η ιστορία επαναλαμβάνεται, όμως κι από την άλλη πλευρά. Την κυβερνητική.
Λες και δεν είμαστε ικανοί να μαθαίνουμε.
Όπως ο μοιραίος πρωθυπουργός κι οι κηπουροί του απέφυγαν όπως ο διάβολος το λιβάνι να βάλουν χέρι στο βαθύ Κράτος και να προχωρήσουν σε διαρθρωτικές αλλαγές, μεγεθύνοντας το πρόβλημα, το ίδιο συμβαίνει και τώρα.
Νομίζουμε ότι προχωρούμε σε μεταρρυθμίσεις και στις ριζικές αλλαγές που έχουμε υποσχεθεί, αλλά ο δημόσιος τομέας παραμένει τεράστιος, ουδείς οργανισμός έχει κλείσει κι οι δαπάνες αντιμετωπίζονται μέσω της υπέρογκης φορολογίας που δημιουργούν φορομπηχτικά πλεονάσματα.

Κι αναρωτιέμαι, πότε θα τελειώσει το θέατρο;
Ο χρόνος στο σημείο μηδέν πλησιάζει κι οι όποιες πολιτικές κινήσεις είτε με τον χωρισμό από το ΔΝΤ, είτε με επιμήκυνση του χρέους, είτε με τις μαγικές λύσεις του προέδρου Αλέξη, δεν μπορεί να κρύβουν εσαεί κάτω από το χαλί την πραγματικότητα.
Που δεν είναι άλλη από την μηδενική ανταγωνιστικότητα, την μη αλλαγή του παραγωγικού κι οικονομικού μοντέλου της χώρας, την ανείπωτη γραφειοκρατία, την πολυνομία, την συνδικαλιστική ασυδοσία, τον λαϊκισμό, την έλλειψη συνεννόησης κι εν πολλοίς όσα πρέπει ν’ αλλάξουμε και δεν θέλουμε ν’ αλλάξουμε…
Παραμένουν, έτσι, σε εκκρεμότητα η πλήρης απελευθέρωση των επαγγελμάτων, ο διαχωρισμός Κράτους κι Εκκλησίας, ή ίδρυση μη Κρατικών Πανεπιστημίων, η κατάργηση των φόρων υπέρ τρίτων, η άρση μονιμότητος στο δημόσιο, η υιοθέτηση κεφαλαιοποιητικού ασφαλιστικού συστήματος και τόσα ακόμη....
Κατά τα άλλα προχωρούμε σε μεταρρυθμίσεις.... 



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου