Σάββατο, 28 Φεβρουαρίου 2015

Μεταξύ μας με καφέ και με τσιγάρο (Νο 14)

Το εβδομαδιαίο χρονογράφημα του grpost
δια χειρός Πέμυς Γκανά

Καθαρά βροχερή και γλυκιά…

-Δεν είναι δίκαιο...
Στέκονται στο τζάμι της μπαλκονόπορτας.
Το θολώνουν με το χνώτο τους.
Κοιτάζουν έξω τη βροχή που πέφτει καταρρακτωδώς.
Που και που ένας κεραυνός σκίζει τον ουρανό στην μέση. 
Ενστικτωδώς κάνουν ένα μικρό βήμα προς τα πίσω, και αμέσως ξανακολλάνε την μύτη τους στην παγωμένη επιφάνεια.
-Δεν είναι δίκαιο, καθαρά Δευτέρα και βρέχει...
-Και γιατί να φάω ταραμοσαλάτα...τέτοια αηδία...ούτε αετό πετάμε, ούτε
βόλτα πάμε και θα φάμε και ταραμοσαλάτα.
-Μισώ την Καθαρά Δευτέρα, μια βλακεία είναι. Αφού βρέχει, την μισώ.
Ο Παναγιώτης μουρμουρά από το πρωί.
Ο Δημήτρης πάλι δεν μιλά.
Μόνο γρυλίζει...
Τα ακούσαμε νωρίτερα και από εκείνον.
-Με κοροϊδέψατε, μου είπατε θα πάμε εκδρομή, θα πάμε και στο πολεμικό μουσείο. Και τώρα λέτε άλλα, και δεν ήθελα να ντυθώ Γούντι δεν θέλω να είμαι σερίφης, θέλω να ντυθώ χελωνονιντζάκι...Πότε θα δω τα αεροπλάνα, μου λέτε ε; ε;...
Κάθονται ο ένας δίπλα στον άλλον, κολλητά.
Με σταυρωμένα τα χέρια σφιχτά, στο στήθος.
Αρχίζουν οι πρώτες αγκωνιές.
-Πήγαινε πιο κει, με ενοχλείς.
-Εσύ να πας...
-Φύγε, θα σου δώσω μπουνιά.
-Δεν είσαι η μαμά μου να μου λες τι θα κάνω.
-Είμαι μεγαλύτερος και θα κάνεις ότι σου λέω εγώ.
-Κοντοστούπης είσαι εγώ είμαι ψηλότερος, εγώ θα λέω τι θα κάνουμε.
Αρχίζουν οι πρώτες μπουνιές.
Και οι πρώτες κλωτσιές.
Ο μπαμπάς, άγρυπνος φρουρός της τάξης, παρεμβαίνει καταλυτικά.
Για λίγο.
Δεν φεύγουν από το τζάμι, περιμένουν την βροχή να σταματήσει.
Δεν σταματά όμως.
Αλλά και εκείνοι δεν το βάζουν κάτω.
Γκρινιάζουν διαρκώς.
Μουτρωμένοι.
Η προτροπή μου να ζωγραφίσουμε χαρταετούς πέφτει στο κενό, αφού το βλέμμα τους με κάνει να νοιώθω σαν να εκστόμισα την μεγαλύτερη ανοησία της ζωής μου.
-Αν θέλεις ζωγράφισε μόνη σου, μου λένε με μια φωνή.
-Η λαγάνα είναι σκέτη φρίκη, δεν μου αρέσει... μουρμουράει ο μικρός. Μόνο ο χαρταετός μου αρέσει και εσείς τον κρύψατε στο υπόγειο. Γιατί ε; για να χαλάσει; ε; για να τον ξεχάσουμε; Δεν τον ξεχνάω και θέλω τον αετό μου...
-Και τι έγινε που βρέχει, πάμε να τον πετάξουμε αδελφούλη. Μόνοι μας.
Τώρα μονιάζουν!!!
Φεύγουν σφαίρα προς στο δωμάτιο τους και έρχονται πάλι πίσω φορώντας μπουφάν, σκουφιά και γαλότσες.
Κρεμιόνται στον μπαμπά τους.
-Πάμε...
Ο Νίκος τους εξηγεί πως είναι αδύνατο.
Ο Παναγιώτης βρίσκει την λύση.
-Θα μπούμε στο αυτοκίνητο και θα πάμε μακριά. Όπου σταματήσει η βροχή θα σταματήσουμε και εμείς...
-Και προς τα που να πάμε; τους ρωτά ο Νίκος.
Ο ένας δείχνει την Ανατολή και ο άλλος την Δύση.
Ο Νίκος με κοιτάζει...
Βαριέμαι...
Βαριέμαι ασυστόλως...
Σηκώνομαι βαριεστημένα και σε δέκα μόλις λεπτά φεύγουμε.
Φορτώνουμε τα ποδήλατα (γιατί άραγε;) και τον χαρταετό και μη μας είδατε, μην μας απαντήσατε...
Βροχή παντού...
Οι υαλοκαθαριστήρες δουλεύουν πυρετωδώς.
Αν είχαν φωνή μπορεί και να μας βλαστημούσαν.
Τα παιδιά πίσω μας όλο χαρά.
Μετρούν τους κεραυνούς και ξεχνούν την καθαρά Δευτέρα.
Ούτε που θυμάμαι που φτάσαμε.
Το μόνο που θυμάμαι, είναι όχι το 11880 αλλά ότι σταματήσαμε μπροστά σε μια ταβέρνα.
Παλιομοδίτικη εντελώς, σαν να ξεπετάχτηκε απ΄ την εποχή του μεσοπολέμου.
Αναμμένο τζάκι.
Μυρωδιά καμένου ξύλου και χαμηλά φώτα, σκούρες πέτρες και κιλίμια στους τοίχους.
Στις εσοχές ξύλινα ράφια φορτωμένα με μπουκαλάκια μπαχαρικών.
Δυο παρέες συζητούν χαμηλόφωνα.
Η φωνή του Ξυλούρη απ΄ το βάθος ακούγεται μελωδική και ανατριχιαστική συνάμα.
¨Ήταν μια φορά μάτια μου και ένα καιρό¨...
Χύμα λευκό Σαββατιανό, ψημένο με λάδι και ρίγανη ψωμί και τραγανή λαγάνα.
Τα παιδιά πέφτουν με τα μούτρα στα ντολμαδάκια και στην σπιτική ταραμοσαλάτα.
Τρώνε ότι σαρακοστιανό υπάρχει.
Γελούν με την καρδιά τους.
Γάργαρο γέλιο, αθώο, άσπιλο.
Τα χαζεύουμε χαμογελαστοί, αμίλητοι.
Ευτυχία;
Αναμφισβήτητα.
Χαλβά μας κερνούν, στο τέλος, με μέλι.
Εξαφανίζεται στο δευτερόλεπτο.
Να σας πω την αλήθεια μόλις είδα τον χαλβά με πιάσανε τα γέλια...
Θυμήθηκα κάποιους παλιούς συναδέλφους- καλή τους ώρα όπου και είναι, αρκεί να είναι μακριά μου...
Μα το γέλιο κόπηκε με το που εμφανίστηκαν μυρωδάτα μήλα με κανέλα.
Και γιαούρτι, με γλυκό κυδώνι από πάνω.
Ονειρεμένα όλα.
Ο παππούς ιδιοκτήτης κάθεται μαζί μας, μιλά με τα παιδιά.
Τους δείχνει φωτογραφίες των εγγονιών του που βρίσκονται στην Αμερική.
Έχει χρόνια να τα δει.
Χαϊδεύει τον Παναγιώτη και τον Δημήτρη με στοργή στο κεφάλι.
Βουρκώνει.
Τον ρωτάνε για την άγρια δύση.
Δεν ξέρει τίποτα όμως...
Μας σταυρώνει φεύγοντας και εμείς υποσχόμαστε πως θα ξαναγυρίσουμε.
Παίρνουμε τον δρόμο της επιστροφής.
Σε δυο ώρες θα φτάσουμε στο σπίτι.
Η διαδρομή μαγική, βρεγμένο γρασίδι, ψηλά δέντρα, χαμηλά γκρίζα σύννεφα.
Η βροχή δεν σταμάτησε λεπτό.
Ο αετός δεν πέταξε φέτος.
Δεν θυμάμαι πιο όμορφη Καθαρή Δευτέρα.
Ποτέ όμως.
Ο Νίκος τραγουδά κάποιον απροσδιόριστο σκοπό.
Χαμηλόφωνα.
Και εγώ κλείνω τα μάτια.
Γαλήνη.
Τα παιδιά αποκοιμήθηκαν.
Χαμογελούν στον ύπνο τους.
Σσστ!!!
Ησυχία... μην τα ξυπνήσουμε...
Κοίτα πως γελούν.
Και του χρόνου.





Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου