Τρίτη, 6 Οκτωβρίου 2015

Από το Κωνσταντίνο Καραμανλή στον…

Όλες οι εκλογές προέδρων της Νέας Δημοκρατίας από το 1974 μέχρι σήμερα, 
με παρασκήνια και παραλειπόμενα….

Γράφει
ο Νίκος Γ. Σακελλαρόπουλος

Ήταν 4 Οκτωβρίου του 1974.
Πρωθυπουργός της Ελλάδας με κυβέρνηση Εθνικής ενότητας ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, ο οποίος μέχρι πριν λίγες ημέρες κοιμόταν ακόμη σε βάρκες έξω από τη Βουλιαγμένη ή τη Φρεαττύδα εξ αιτίας του φόβου των θλιβερών απομειναριών της χούντας…
Όμως, είχε αρχίσει να ριζώνει για τα καλά η πιο ανθεκτική κι ίσως πιο συναρπαστική περίοδος δημοκρατίας που γνώρισε ο τόπος από την ανάδειξη του σε
ελεύθερο κράτος  κι ύστερα.
Ο Καραμανλής, ίδρυσε τη Νέα Δημοκρατία, το κόμμα που έμελλε να λάβει τις πιο σημαντικές και κρίσιμες αποφάσεις για την πορεία του τόπου.
Πρωτίστως, αποκατέστησε πλήρως τη Δημοκρατία στην Ελλάδα, νομιμοποίησε το μέχρι τότε παράνομο ΚΚΕ και κύρωσε το νέο Σύνταγμα του τόπου.
Επιπλέον, ο σταθερά ευρωπαϊκός προσανατολισμός της Νέας Δημοκρατίας, έγινε συνείδηση του μεγαλύτερου μέρους της ελληνικής κοινωνίας, ανεξαρτήτως αν ήταν ή όχι φιλικά προσκείμενη σ’ εκείνη και τις ιδέες της.
Η είσοδος της χώρας στην τότε ΕΟΚ των δέκα μελών –κρατών, ήταν προσωπικό επίτευγμα του Κωνσταντίνου Καραμανλή λόγω του σεβασμού που ενέπνεε στην Ευρώπη, ως ο κορυφαίος ευρωπαϊστής πολιτικός.
Και σε πείσμα του εγχώριου λαϊκισμού που περί άλλων τύρβαζε.


1980 Γεώργιος Ράλλης
Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής παρέμεινε πρωθυπουργός της Ελλάδας και πρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας μέχρι τις 8 Μαΐου του 1980, όταν και συνήλθε η Κ.Ο. τη Νέας Δημοκρατίας για να εκλέξει νέο πρόεδρο, αφού ο ιδρυτής της εξελέγη Πρόεδρος της Δημοκρατίας.
Οι υποψήφιοι ήταν δυο.
Ο υπουργός Εξωτερικών Γεώργιος Ράλλης κι ο υπουργός Εθνικής Άμυνας Ευάγγελος Αβέρωφ.
Το παρασκήνιο εκείνων των ημερών αναφέρει ότι για να μη δημιουργηθούν αντεγκλήσεις κι εσωστρέφεια, αποφασίστηκε τις υποψηφιότητες να προτείνουν μόνο πέντε (5) βουλευτές από κάθε πλευρά και δη εξ εκείνων που δεν ετύγχαναν ιδιαίτερης προβολής.
Έτσι, την υποψηφιότητα του Γεωργίου Ράλλη πρότειναν:
  1. Ζ. Παπαλαζάρου
  2. Δ. Γρίβας
  3. Ι. Κοντοβράκης
  4. Ε. Ελευθεριάδης
  5. Θ. Κονίτσας
Την υποψηφιότητα του Ευ. Αβέρωφ πρότειναν:
  1. Α. Κονταξής
  2. Χ. Ιωάννου
  3. Φ. Πιτούλης
  4. Κ. Μαυρίδης
  5. Α. Ταχυρίδης

Πριν τη διαδικασία των εσωκομματικών εκλογών, οι δυο υποψήφιοι μπροστά στον Καραμανλή έδωσαν λόγο ότι ο ηττημένος θα γίνει αντιπρόεδρος του κόμματος και της κυβέρνησης.
Ο ίδιος ο Καραμανλής, (πηγές α. βιβλίο Γιάννη Βαρβιτσιώτη «Όπως τα έζησα», β. βιβλίο Νίκου Γ. Σακελλαρόπουλου «Ο γέρος του Βοριά»), είχε ζητήσει πλήρη ουδετερότητα και δη από τρεις ανθρώπους που αν εκδήλωναν προτίμηση, όλοι θα θεωρούσαν ότι είναι και δική του.
Οι τρεις αυτοί άνθρωποι ήταν οι Αχιλλέας Καραμανλής, Τάκης Λαμπρίας και Πέτρος Μολυβιάτης.
Νικητής της πρώτης εσωκομματικής εκλογής της Νέας Δημοκρατίας, ήταν ο Γεώργιος Ράλλης με 88 ψήφους έναντι 84 του Ευ. Αβέρωφ κι έγινε αμέσως ο νέος πρωθυπουργός της χώρας.
Όμως, ο Αβέρωφ δεν θέλησε να γίνει αντιπρόεδρος του κόμματος και της κυβέρνησης, όπως είχε υποσχεθεί.
Η νίκη του Ράλλη αποτελούσε μια μικρή έκπληξη, δεδομένου ότι όλη την περίοδο πριν τις εκλογές ο Αβέρωφ και το επιτελείο του είχαν δημιουργήσει την αίσθηση ότι η νίκη τους αναμενόταν με συντριπτικό υπέρ τους ποσοστό.
Έτσι, ξεκίνησε μεγάλος κύκλος εσωστρέφειας, αφού ο Αβέρωφ και το επιτελείο του κατηγόρησαν παρασκηνιακά τον Καραμανλή ότι πριμοδότησε τον Ράλλη.
Κάτι που ουδέποτε συνέβη ή δεν αποδεικνύεται ότι συνέβη.

Είναι χαρακτηριστικό ότι τότε στο επιτελείο του Αβέρωφ «έλυναν κι έδεναν» δυο άνθρωποι.
Ο νεαρός Αντώνης Σαμαράς, βουλευτής Μεσσηνίας κι ο Γιώργος Τζιτζικώστας, βουλευτής Θεσσαλονίκης και πατέρας του σημερινού υποψηφίου προέδρου της ΝΔ, Απόστολου.
Οι καυγάδες τους εξ αιτίας της ήττας Αβέρωφ ήταν παροιμιώδεις.
Ο Τζιτζικώστας κατηγόρησε τον Σαμαρά ότι με την αλαζονική συμπεριφορά του δημιούργησε αποσυσπειρώσεις  κι αντισυσπειρώσεις πέριξ της υποψηφιότητας Αβέρωφ, με κορυφαία πράξη του το μοίρασμα… περισσότερων  υπουργικών θώκων απ’ όσους υπήρχαν, για να δελεάζει βουλευτές!

Την ίδια ακριβώς περίοδο ο Αντώνης Σαμαράς ήταν ο κύριος εκφραστής των αντικαραμανλικών διαρροών…
Κι είναι χαρακτηριστικό ότι οι παλαιότεροι ακόμη θυμούνται έναν καυγά του στους διαδρόμους της Βουλής με τον Αχιλλέα Καραμανλή.
Ο αδελφός του Κωνσταντίνου Καραμανλή, ρώτησε έξαλλος τον Αντώνη Σαμαρά για ποιον λόγο βρίζει εκείνον που τον έβαλε στην πολιτική και εκτός άλλων τον αποκαλεί «κουφό»…
Ο Σαμαράς, παρουσία πολλών άλλων βουλευτών της Νέας Δημοκρατίας, έσκυψε το κεφάλι και δεν απάντησε…
Τότε, ο Αχιλλέας Καραμανλής, με πολύ έντονο ύφος του είπε ότι «να είσαι βέβαιος ότι αν ο Καραμανλής ήθελε να βγει ο Ράλλης, δεν θα έβγαινε με τέσσερις ψήφους διαφορά»…

1981 Ευάγγελος Αβέρωφ
Μετά την ήττα της Νέας Δημοκρατίας στις εκλογές του 1981 από το ΠαΣοΚ, κορυφώθηκε η κρίση που σοβούσε ενάμιση χρόνο στο κόμμα εξ αιτίας και της μεγάλης εσωστρέφειας και της εσωκομματικής διαμάχης.
Ο Γεώργιος Ράλλης ζήτησε από την Κ.Ο. ψήφο εμπιστοσύνης, την οποία δεν έλαβε και παραιτήθηκε.
Έτσι, το κόμμα οδηγήθηκε σε νέα εσωκομματική διαδικασία εκλογής νέου προέδρου.
Η εκλογή έγινε στις 9 Δεκεμβρίου του 1981.
Οι υποψήφιοι ήταν τρεις.
Ο Ευ. Αβέρωφ με ερείσματα στην σκληρή Δεξιά του κόμματος.
Ο Κωστής Στεφανόπουλος, με ερείσματα στην ανανεωτική –τότε- τάση του κόμματος.
Κι ο Γιάννης Μπούτος με ερείσματα, κυρίως, στην μετριοπαθή κεντρογενή της τάση.
Νικητής της εσωκομματικής διαδικασίας ο Ευ. Αβέρωφ με 67 ψήφους, έναντι 32 του Στεφανόπουλου και 12 του Μπούτου.

Ο Αβέρωφ έμεινε πρόεδρος του κόμματος τρία χρόνια.
Δεν το ανανέωσε σ’ επίπεδο έμψυχου δυναμικού αλλά το οργάνωσε και δη τη νεολαία του.
Κι όχι μόνο αυτό.
Πούλησε προσωπική περιουσία του για να συμμαζέψει τα οικονομικά του.
Ήταν η περίοδος που το ΠαΣοΚ άλωσε την κρατική μηχανή με «ημετέρους» που αποκαλούνταν «πρασινοφουροί», γεγονός που οδηγούσε σε συνεχείς εντάσεις την πολιτική ζωή της χώρας.
Όμως, όπως είχε γίνει και στην περίοδο Ράλλη, έτσι και τότε δεν άργησε η αμφισβήτηση και δη εκ των έσω.
Όπως ο Αβέρωφ αμφισβητούσε συνεχώς τον προκάτοχό του, έτσι κι εκείνον άρχισαν να τον αμφισβητούν οι Κ. Μητσοτάκης και Κ. Στεφανόπουλος.
Στις ευρωεκλογές του 1984, η Νέα Δημοκρατία έχασε και πάλι κι η εσωστρέφεια κορυφώθηκε, ενώ ως συνήθως δημιουργήθηκε και πάλι ρεύμα αντικαραμανλισμού, με πρωτεργάτη –ποιον άλλο- τον Αντώνη Σαμαρά!

1984, Κωνσταντίνος Μητσοτάκης
Σε πολιτικό κλίμα ιδιαιτέρως πολωτικό και με τεράστια ρεύματα εσωστρέφειας εντός της Νέας Δημοκρατίας, αναζητήθηκε ο…. αντιανδρέας.
Αυτός που θα μπορούσε να νικήσει τον Παπανδρέου και να ξαναφέρει τη Νέα Δημοκρατία στην εξουσία.
Έτσι, δημιουργήθηκε ο «μύθος» του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη, με το επιχείρημα ότι… ξέρει τα… μυστικά του Ανδρέα από την παλιά Ένωση Κέντρου και θα τον νικήσει…
Οι εκλογές για νέο πρόεδρο, έγιναν την 1η Σεπτεμβρίου του 1984.
Υποψήφιοι ήταν ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης που είχε τη στήριξη του Αβέρωφ και της σκληρής Δεξιάς που έψαχνε αντιανδρέα κι ο Κωστής Στεφανόπουλος που είχε τη στήριξη της ανανεωτικής πτέρυγας της Νέας Δημοκρατίας και νέων βουλευτών.
Ο Κ. Μητσοτάκης έλαβε 70 ψήφους κι ο Κωστής Στεφανόπουλος 40 κι ο πρώτος έγινε ο τέταρτος πρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας.

Η εσωστρέφεια, φυσικά, δεν εξέλιπε.
Ειδικά μετά την ήττα στις εκλογές του 1985 (παρ’ ότι η Νέα Δημοκρατία ανέβασε σημαντικά τα εκλογικά ποσοστά της).
Ο Μητσοτάκης ζήτησε από την Κ.Ο. επαναβεβαίωση της εμπιστοσύνης της κι έλαβε 82 ψήφους έναντι 37 λευκών.
Ο Στεφανόπουλος, που ουσιαστικά ήταν «νομιμόφρων» και δεν είχε αμφισβητήσει τον Μητσοτάκη, θεώρησε ότι το αίτημα Μητσοτάκη για ψήφο εμπιστοσύνης, έδειχνε εκείνον ως υπονομευτή του κόμματος και τον εξέθετε στα μάτια της κομματικής βάσης.
Αρχικά ανεξαρτητοποιήθηκαν οι βουλευτές Γιάννης Μπούτος και Διονύσης Λιβανός (αργότερα προσχώρησαν στο ΠαΣοΚ) και τον Σεπτέμβριο του 1985 αποχώρησε κι ο Κωστής Στεφανόπουλος με άλλους 9 βουλευτές (Μανουσάκη, Γάτσο, Βρεττάκο, Πρίντζο, Μαλεβίτη, Γιατράκο, Μουτζουρίδη, Αναστασόπουλο και Στρατήγη) που ίδρυσαν την Δημοκρατική Ανανέωση.

Ο Μητσοτάκης, αργότερα, εκμεταλλευόμενος, κυρίως, τα ταραχώδη σκάνδαλα των κυβερνήσεων Παπανδρέου και την άσχημη οικονομική κατάσταση του τόπου που ήδη είχε αρχίσει να ζει με δανεικά, έγινε πρωθυπουργός με το δεύτερο μεγαλύτερο ποσοστό (47%) της ιστορικής διαδρομής της Νέας Δημοκρατίας, μετά το 54,37% του 1974.
Παρέμεινε δε πρωθυπουργός με πλειοψηφία ενός (1) βουλευτή, μέχρι το 1993.
Τότε, που πάλι ο Σαμαράς, πλήγωσε βαθύτατα το κόμμα με τις πράξεις κι ενέργειές του.
Ευνοημένος σφόδρα από τον Μητσοτάκη ο Σαμαράς, αφενός μεν δημιούργησε ουσιαστικά με τον άκρατο εθνικισμό του το Σκοπιανό ζήτημα, αλλά ταυτοχρόνως είχε φτάσει στο σημείο να κάνει υποδείξεις στον Καραμανλή για το πώς θ’ ασκεί τους προεδρικούς διπλωματικούς χειρισμούς!
Κι όχι μόνο αυτό.
Είχε ήδη δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για να μπουν ανεξέλεγκτα στην Ελλάδα εκατομμύρια Αλβανοί –κι όχι η κοινωνική αφρόκρεμα της γείτονος χώρας-  με πολλές συνέπειες στην ελληνική κοινωνία.
Κορύφωση ήταν η αποχώρηση του από τη Νέα Δημοκρατία, τον Οκτώβριο του 1992 κι η ίδρυση της Πολιτικής Άνοιξης, στις 30 Ιουνίου 1993.
Στις 6 Σεπτέμβρίου 1993, ο Σαμαράς με αφορμή την ιδιωτικοποίηση του ΟΤΕ, δηλώνει ότι
«μόνο η διακοπή ανοχής προς τη σημερινή κυβέρνηση μπορεί να αποτρέψει επερχόμενα δραματικά γεγονότα», προαναγγέλλοντας έτσι την άρση της εμπιστοσύνης των βουλευτών που τον ακολουθούν στην κυβέρνηση Μητσοτάκη.
Τα γεγονότα εξελίσσονται ραγδαία.
Την επομένη, 7 Σεπτεμβρίου, ο βουλευτής της ΝΔ Στέφανος Στεφανόπουλος αποχωρεί από το κόμμα, προσχωρώντας στην ΠΟΛΑΝ και μειώνοντας τη δύναμη της ΝΔ κατά μία έδρα. Στις 8 Σεπτεμβρίου οι βουλευτές Νίκος Κλείτος και Βασίλης Ματζώρης αποχωρούν από τη ΝΔ, αλλά παραιτούνται από τη βουλευτική τους ιδιότητα αφήνοντας αλώβητη την κοινοβουλευτική πλειοψηφία της ΝΔ.
 Ο «πόλεμος νεύρων» μεταξύ Μητσοτάκη – Σαμαρά βρίσκεται στο απόγειό του.
Η 9η Σεπτεμβρίου 1993 αποδεικνύεται η πιο κρίσιμη μέρα του πολέμου.
Ίσως κι η ημέρα που άλλαξε την πορεία της χώρας.
Ο βουλευτής Γιώργος Συμπιλίδης, σχεδόν άγνωστος στους κοινοβουλευτικούς κύκλους και πάντως μη-ύποπτος για συμμετοχή στην ομάδα Σαμαρά, ανεξαρτητοποιείται με δήλωσή του, φέρνοντας την κοινοβουλευτική πλειοψηφία της ΝΔ. στα όρια των 150 βουλευτών.
Η κυβέρνηση παραιτείται και ο Κ.Μητσοτάκης κατηγορεί ευθέως τον Σαμαρά για εξυπηρέτηση οικονομικών συμφερόντων που σχετίζονται με τον ΟΤΕ (καθιερώνοντας τον όρο «διαπλεκόμενα συμφέροντα»).
Η επαναφορά του ΠαΣοΚ στην εξουσία, ήταν μοιραίο επακόλουθο.

1993, Μιλτιάδης Έβερτ
Ο Μητσοτάκης, αμέσως μετά στις εκλογές παραιτήθηκε.
Νέα σύγκλιση της Κ.Ο., νέες διαδικασίες εκλογής αρχηγού.
Υποψήφιοι δυο πρόσωπα με κοινά πολιτικά χαρακτηριστικά και πολιτική καταγωγή.
Ο Μιλτιάδης Έβερτ κι ο Ιωάννης Βαρβιτσιώτης.
Νικητής ο πρώτος, με 141 ψήφους, έναντι 31 του δευτέρου.
Και με μπόλικο παρασκήνιο.
Όλοι, εκείνη την εποχή θεωρούσαν ότι ο Μητσοτάκης θα υποστήριζε τον Βαρβιτσιώτη, κάτι που τελικά δεν έγινε.
Γιατί;
Το αποκαλύπτει ο Γιάννης Βαρβιτσιώτης στο βιβλίο του «Όπως τα έζησα, 1981-2001».
Αναφέρει ότι δυο ημέρες πριν την ψηφοφορία, άλλαξαν όλα.
Έγινε μια συνάντηση του Έβερτ με τη Ντόρα Μπακογιάννη, στο σπίτι του Γιώργου Βουλγαράκη.
Κι εκεί, η πλευρά Μητσοτάκη έδωσε στήριξη στον Έβερτ μ’ αντάλλαγμα την υστεροφημία της προηγούμενης κυβέρνησης.
Κάτι που αγότερα τηρήθηκε ποτέ…
Ο Βαρβιτσιώτης, τότε κατάλαβε όλο το παρασκήνιο και μάλιστα δέχθηκε πιέσεις –κυρίως από την οικογένειά του- να παραιτηθεί από την κούρσα, κάτι που δεν έκανε, επικαλούμενος ότι δεν μπορεί να πετάξει στο αέρα μια μάχη που ήδη είχε δώσει, ούτε να προδώσει όσους τον στήριζαν.
Επί της ηγεσίας του Έβερτ έγινε ακόμη πιο φανερή η έρπουσα αντιπαλότητα εντός του κόμματος.
Οι –ισμοί μεγεθύνθηκαν.
Καραμανλικοί από τη μια μεριά, μητσοτακικοί από την άλλη.
Οι δεύτεροι θεωρούσαν ότι αδίκως είχε χαθεί η εξουσία του κόμματος κι ότι ήταν η μοναδική περίοδος κατά την οποία κυβέρνηση και κόμμα είχαν ξεκινήσει ένα τιτάνιο μεταρρυθμιστικό αγώνα (αποκρατικοποιήσεις, μείωση του δημοσίου κλπ) που θα απέβαινε προς όφελος του τόπου αλλά και της παράταξης.
Ο πρώτοι θεωρούσαν το κόμμα ως, περίπου, οικόπεδό τους και τους μητσοτακικούς ως… μουσαφίρηδες.
Ο κλεφτοπόλεμος κι ο εσωτερικός διχασμός, αλλά και η μη ουσιαστική ανανέωση του κόμματος σε ιδέες και πρόσωπα αλλά κι η μη σαφής ιδεολογική τοποθέτηση του, οδήγησαν στην ήττα του Έβερτ από τον Σημίτη, στις εκλογές του 1996.

1996, ήρθε η ώρα του Καραμανλή
Μ’ ένα κόμμα, σε συνεχή φθορά, με φατρίες, «νονούς» και μπόλικους αριβίστες, ο Έβερτ παραιτήθηκε μετά την ήττα του κι η Νέα Δημοκρατία οδηγήθηκε σε νέα εκλογή προέδρου.
Αντίπαλοι ο Μιλτιάδης Έβερτ κι ο Γιώργος Σουφλιάς.
Οι καραμανλικοί με τον πρώτο, οι μητσοτακικοί με τον δεύτερο.
Νικητής ο Έβερτ με 103 ψήφους, έναντι 84 του αντιπάλου του.
Όμως, η διαρκής εσωκομματική ένταση κι οι αλλεπάλληλες κρίσεις, οδήγησαν τον Έβερτ σε έκτακτο συνέδριο με θέμα την αποσαφήνιση της κατάστασης και την εκλογή νέας ηγεσίας.
Η μεγέθυνση του διχασμού ήταν βέβαιη.
Στις διαδικασίες του συνεδρίου θα ήταν και πάλι υποψήφιοι τα ίδια πρόσωπα.
Έβερτ και Σουφλιάς.
Η δε ενότητα του κόμματος κρεμόταν σε μια κλωστή.
Τότε με πρωτοβουλία του Ιωάννη Βαρβιτσιώτη και μερικών νέων βουλευτών, εμφανίστηκε ως υποψήφιος ο νεαρός Κώστας Καραμανλής, ο οποίος κατάφερε εν ριπή οφθαλμού να δημιουργήσει ελπίδα κι όραμα σ’ ένα κόμμα βαθύτατα διχασμένο.
Εξελέγη πρόεδρος κι έγινε ο μακροβιότερος πρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας, αφού η θητεία του διήρκησε μέχρι τις 4 Οκτωβρίου 2009.

Ο Καραμανλής είχε πολλά προβλήματα να διαχειριστεί.
Το πρώτο και μεγαλύτερο ήταν ο τρόπος με τον οποίο θα μπορούσε να υπερβεί την αναπόφευκτη σύγκριση με τον θείο του.
Πολύ πιο προσηνής  και σύγχρονος, δεν άργησε να κυριαρχήσει.
Όχι μόνο στο κόμμα του, αλλά και στην κοινωνία που εμφάνιζε ήδη απογοήτευση για την διακυβέρνηση των εκσυγχρονιστών του ΠαΣοΚ, εστιάζοντας στα σκάνδαλα, στη διαφθορά και στην κατάπτωση των πολιτικών ηθών.
Παρά την πολυσυζητημένη ήττα του 2000, για μερικές δεκάδες ψήφους, ο Καραμανλής στη συνέχεια νίκησε σε δυο συνεχείς εκλογικές αναμετρήσεις (2004 και 2007), ενώ λόγω των απειλών του Γιώργου Παπανδρέου για προσφυγή στις κάλπες εν όψει προεδρικής εκλογής, αλλά και της άρνησή του να συναινέσει σε δημοσιονομική προσαρμογή εν όψει της διαφαινόμενης κρίσης, προχώρησε σε εκλογές, το 2009, τις οποίες έχασε σχεδόν αμαχητί.
Κι αμέσως παραιτήθηκε, θέτοντας σε έναρξη τις εσωκομματικές διαδικασίες για την ανάδειξη νέου προέδρου.
Προηγουμένως, με μεγαθυμία, είχε επανεντάξει στη Νέα Δημοκρατία τον Αντώνη Σαμαρά, αρχικά με ανώδυνο τρόπο ως ευρωβουλευτή κι εν συνεχεία δίνοντάς του υπουργικό αξίωμα.

2009, Αντώνης Σαμαράς
Στις 6 Νοεμβρίου 2009, η Νέα Δημοκρατία οδηγήθηκε και πάλι σε εσωκομματική διαδικασία εκλογής προέδρου.
Και μάλιστα για πρώτη φορά με ψήφο από την κοινωνία (ψήφισε ο κάθε περαστικός) κι όχι από τα όργανα του κόμματος, είτε αυτά ήταν η Κ.Ο. είτε, πολύ περισσότερο το συνέδριο.
Ο Σαμαράς, με τον οποίο συνετάχθη μεγάλη μερίδα καραμανλικών (!!!) που προφανώς διέλαθαν της μνήμης τους πολλά στα οποία περιήλθε η παράταξη εξ αιτίας του, αλλά κι αγνοώντας τη σαφή Δεξιά του τοποθέτηση που θα απομάκρυνε το κόμμα από τον Μεσαίο χώρο, ήταν ο τελικός νικητής με ποσοστό 50.06%, έναντι 39,72% της Ντόρας Μπακογιάννη και 10,22% (!!!) του Παναγιώτη Ψωμιάδη.

Όλα όσα συνέβησαν μετά, είναι πολύ πρόσφατα στις μνήμες της κοινωνίας.
Ο δε Σαμαράς είναι ο άνθρωπος που υπό την ηγεσία του η Νέα Δημοκρατία κατέγραψε το χαμηλότερο ποσοστό της ιστορίας της και με τις πολιτικές του τη διέσπασε σε μικρότερα κόμματα.
Επιπλέον, είναι ο πολιτικός που επί ημερών του η κοινωνία προτίμησε να ψηφίσει την …πρώτη φορά Αριστερά κυβέρνηση τον Ιανουάριο του 2015.
Υπό το βάρος των συνεχών αποτυχιών, παραιτήθηκε μετά το δημοψήφισμα της 28ης Ιουλίου 2015.

2015, Βαγγέλης Μεϊμαράκης
Τότε ορίστηκε μεταβατικός πρόεδρος με σκοπό να οδηγήσει τη Νέα Δημοκρατία σε νέα εσωκομματική διαδικασία εκλογής προέδρου, ο Βαγγέλης Μεϊμαράκης, πρώην πρόεδρος της Βουλής κι εκ των παλαιοτέρων στελεχών του κόμματος.
Η προκήρυξη των εκλογών της 20ης Σεπτεμβρίου, «πάγωσε» κάθε διαδικασία και το κόμμα οδηγήθηκε σ’ αυτές υπό την ηγεσία του και μάλιστα με μέγιστο βαθμό συσπείρωσης.
Η ήττα που ακολούθησε κι η καθήλωση των ποσοστών της Νέας Δημοκρατίας σε ποσοστό σταθερά κάτω από το 30%,  άνοιξε και πάλι τον ασκό της εσωστρέφειας.

Η Νέα Δημοκρατία, σε σαφή φθίνουσα πορεία κι όλο και λιγότερη διεισδυτικότητα ακόμη και σε κοινωνικά στρώματα που παραδοσιακά την υποστήριζαν, αναζητά τον 9ο πρόεδρο της στα 41 χρόνια της ύπαρξής της.
Πριν την οριστικοποίηση της υποψηφιότητας των τεσσάρων (Μεϊμαράκης, Μητσοτάκης, Τζιτζικώστας και Γεωργιάδης) παρέλασαν από τα ΜΜΕ τα ονόματα ουκ ολίγων γραφικών και αμετροεπών δήθεν υποψηφίων.
Γεγονός που δείχνει πόσο χαμηλά έχει κατέβει ο πήχης ενός κόμματος που ακόμη κι οι πιο πιστοί οπαδοί του –τουλάχιστον- κατανοούν ότι αποτελεί ένα απολύτως φθαρμένο προϊόν, μη ελκυστικό και μοιραζόμενο μεταξύ φατριών, κομματαρχών και κομματικών κοτζαμπάσηδων…
Κι από την άλλη πλευρά, κάποιοι –δυστυχώς πολλοί- εξακολουθούν να ζουν και να πορεύονται με πεπαλαιωμένα στερεότυπα.
Οι χαρακτηρισμοί δίνουν και παίρνουν.
Ο Κυριάκος χαρακτηρίζεται… μητσοτακέϊκο…
Ο Μεϊμαράκης … παλιός και… καραμανλικός…
Ο Τζιτζικώστας …ακροδεξιός…
Ο Άδωνις…γραφικός…
Ο δε Σαμαράς εξακολουθεί να κάνει πάντα αυτό που ξέρει καλά:
Να κινείται στο παρασκήνιο και να ετοιμάζει την επιστροφή του ως αντ’ αυτού….




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου