Παρασκευή, 30 Οκτωβρίου 2015

ΕΥΑερα: "Όχι" το ηρωικόν...

Γράφει
η Εύα Τσαροπούλου

Παρέλαση: Η μαγική διαδικασία των παιδικών μου χρόνων…
Παιδί του κέντρου και το σχολείο μου λάμβανε μέρος, χρονιά παρά χρονιά, στη μεγάλη παρέλαση στο Σύνταγμα, δημιουργώντας μου τις καλύτερες αναμνήσεις:
Πρόβες με τη γυμνάστρια, που θα ήταν εξαιρετικά κουραστικές, αν δεν αποτελούσαν εναλλακτική των Μαθηματικών που χάναμε, με «καλή δικαιολογία».
Πρόβες για τις στολές που θα φορούσαμε. Εκεί αντίρρηση δεν σήκωνε. 
Η γυμνάστριά μας, η κυρία Παπαθανασίου -καλή της ώρα όπου και να ’ναι- σού ’κοβε τα πόδια έτσι και η φούστα σου περνούσε το κάτω μέρος απ’ το γόνατό σου. 
Η επιθεώρηση των παπουτσιών –γιατί το τακούνι δεν έπρεπε να αλλάζει το ύψος με το οποίο μας είχαν τοποθετήσει– και του πουκαμίσου τελευταία στιγμή, θυμάμαι είχε στείλει
πίσω στο σπίτι κάποιους πολύ αγαπητούς μου φίλους, διότι το «41ο» (το σήμα του σχολείου μας) δεν ήταν ραμμένο εκεί ακριβώς που μας είχε ζητηθεί ή το μαλλί τους δεν ήταν αρκετά κοντοκουρεμένο.
Πρόβες στο Καλλιμάρμαρο. Οι καλύτερες! Ήταν οι μπάντες μπροστά μας, να δίνουνε το ρυθμό για το βήμα, ήταν όμως και τα άλλα σχολεία των γύρω περιοχών… Ευκαιρία για «γάμπρισμα», αφού γνώριζες ένα σωρό καινούργια αγόρια –να τα λέμε κι αυτά – κι όσο να πεις το εθνικό φρόνημα δεν αποτελούσε αυτό που λέμε «προτεραιότητα», με τόσο νέο κόσμο να γνωρίσεις!

Όταν έφτανε η «μεγάλη» μέρα, εμείς στημένοι απ’ το αχάραγο στην αρχή της παρέλασης, αρπάζαμε την πρώτη πούντα της σεζόν. Βλέπεις, μέσα Οκτώβρη, το πουκαμισάκι δεν κρατούσε τ’ αγιάζι κι εκεί η μάνα σου δεν μπορούσε να σου πει να «βάλεις ζακέτα», αφού μόνο τι θα πει η γυμνάστρια μετρούσε. Βέβαια, οι δαιμόνιες μάνες πάντα το κλέβανε λιγάκι και μας υποχρέωναν να φοράμε κασκορσέ, σωτήρια λύση στα παγωμένα πρωϊνά.

Όμως το κρύο πήγαινε καλιά του όταν η μπάντα άρχιζε και πάλι να παίζει κι εμείς «ένα-δύο, εν-δυο, πρώτα τ’ αριστερό, δεξί χέρι-αριστερό πόδι, πρώτα τ’ αριστερό λέμε!», ξεκινούσαμε τη μεγάλη διαδρομή.
Με τη γυμνάστρια στο πλάι, αυστηρή, να σε φαρμακώνει με το βλέμμα -κουβέντα δεν επιτρεπόταν στη διαδρομή- με μόνη έννοια να θυμηθούμε να γυρίσουμε προς τους επισήμους με κοφτή κίνηση του κεφαλιού, όταν έπεφτε το χέρι του παραστάτη, κι έβλεπες τον μπάρμπα-Αλίμονο έτσι και ξεχνιόσουν, χαζεύοντας!
Όλο εκείνο το υπέροχο αίσθημα του αέρα που φυσάει τα μαλλιά σου και τα παίρνει πίσω ενώ προχωράς, τη μάνα σου να τρέχει στο πλάι του δρόμου και να φωνάζει το όνομά σου, προσπαθώντας να σε απαθανατίσει με εκείνες τις παλιές, κλασικές φωτογραφικές μηχανές, που δεν ήσαν ικανές να «αρπάξουν τη στιγμή»…

Και τα χρόνια να παρελαύνουν με τα ηρωϊκά «ΟΧΙ» να τα διαδέχονται τα συμβιβασμένα «ΝΑΙ», που αν είχαμε έστω και τόσο την αίσθηση του χιούμορ, θα άξιζαν να έχουν τη δική τους, μικρή, εορταστική παρέλαση…

Βίωσα πολλές παρελάσεις στη ζωή μου, άλλες ως μαθήτρια κι άλλες ως επαγγελματίας, γιατί η κάλυψή τους είναι κι αυτή μικρό μέρος της δουλειάς μου. Προχθές παρακολουθούσα ακόμα μία, από μία τέτοια, επαγγελματική διαστροφή…

Τίποτα δεν είναι πια το ίδιο. Οι μαθήτριες συναγωνίζονται στο πιο κοντό μήκος της φούστας με τις καθηγήτριές τους, κάτι που σίγουρα θα έκανε την καλή μου κυρία Παπαθανασίου να ανατριχιάζει σύγκορμη και τα αγόρια θυμίζουν λιγάκι κλαρινογαμπρούς στις παρελάσεις, που δεν θέλω ούτε να σκεφτώ τι θα την έκανε…
Αν με ρωτάς, δεν πειράζει. Αυτό είναι το μικρότερο κακό απ’ όσα μας συμβαίνουν. Μόδα είναι, θα περάσει κι αυτό –θέλουμε δεν θέλουμε- είναι στοιχείο της εποχής.

Σωστό ή λάθος, αυτοί είμαστε όλοι εμείς. Τα σημερινά «παιδιά, της Ελλάδος παιδιά». Αντάμα με εκείνα τα χιλιάδες, που έχουν άλλο χρώμα απ’ το δικό μας, αλλά έχουν γεννηθεί εδώ, έχουν την Ελλάδα πατρίδα τους, την ελληνική γλώσσα τους και παιδεύονται 12 ολόκληρα χρόνια διδασκόμενα Θρησκευτικά, για μια θρησκεία που δεν είναι καν δική τους. Εκείνα τα παιδιά, που δικαιούνται να σηκώνουν τη σημαία τη δική μας με την ίδια περηφάνια, αφού τη νιώθουν σύμβολο κι απόδειξη της αξιοσύνης τους και της προσπάθειάς τους να ζήσουν ανάμεσά μας ως συμ-πατριώτες μας.
Βλέποντας ετούτη, την «μοντέρνα» παρέλαση, ξεκούδουνη στα τόσα που περνάμε, στην παράνοια μιας εποχής που έχει χάσει τα ιδεώδη της ή όλα μοιάζουν ένα αστείο παραμύθι, που μόνο αν το χλευάσεις μπορείς να νιώσεις λίγο καλύτερα στην καθημερινότητά σου...

…έπιασα τον εαυτό μου να ανασύρει απ’ την εσωτερική -κρυφή του- μνήμη το ίδιο ρίγος από τη μουσική της μπάντας που έπαιζε το «Μακεδονία ξακουστή, του Αλεξάνδρου η χώρα» κι ας μην υπήρξα ποτέ μου Μακεδονοπούλα κι ας έχει γίνει τόσος λόγος για το αν η Μακεδονία είναι ελληνική ή για το τι «προτιμήσεις» είχε ο Αλέξανδρος.

Ένιωσα την ίδια συγκίνηση που νιώθω κάθε φορά που βλέπω πως, στα τόσα που χάσαμε, εκείνοι οι ανάπηροι-θύματα πολέμου, που έδωσαν τα πόδια τους, τα χέρια τους γι’ αυτό που κάποτε σήμαινε η πατρίδα γι’ αυτούς, εξακολουθούν να στέκουν υπερήφανοι κι αμετανόητοι δίπλα στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, όταν τελειώνει η δική τους παρέλαση, χωρίς να σκέφτονται εκείνη τη στιγμή τα παρατράγουδα που ακούστηκαν σ’ αυτήν την εκλογή Προέδρου, χωρίς να γκρινιάζουν για τα επιδόματα που τους κόπηκαν, χωρίς να αμφισβητούν το αν άξιζε να κάνουν αυτό που έκαναν τότε, για να έχουν αυτό που έχουν τώρα…

Κατάλαβα πως τελικά μόνο μοντέρνα δεν είμαι, αφού αποφάσισα πως όλα τούτα τα «ξεθωριασμένα», όπως οι σημαιούλες, οι στολές, οι μπάντες, όσο παράταιρα κι αν είναι την επόμενη μέρα που θα έρθω αντιμέτωπη με όλα εκείνα που δεν δουλεύουν σε αυτήν την πατρίδα που αγαπώ, τα θέλω ωστόσο στη ζωή μου.

Γιατί όλα αυτά είναι αυτά που είμαι σήμερα εγώ. Κι εσύ. Και τα παιδιά μας κι ας μπερδεύουν ποιο πόλεμο γιορτάζουμε την 28η Οκτωβρίου και ποιον την 25η Μαρτίου.

Ναι, είναι σημαντικό να μην επιτρέπεις στο παρελθόν σου να σε κρατάει δέσμιο απ’ το να ζεις την εποχή σου, ούτε απ’ αυτά που χρειάζεται να κάνεις για το μέλλον σου…
Αλλά είναι εξίσου σημαντικό να μην ξεχνάς όλα εκείνα που έφεραν εσένα και τα παιδιά σου ως εδώ να κυνηγήσεις αυτό το μέλλον…
Είναι η προσωπική μας ιστορία, εκείνη που έστρωσαν με τα καλά της και τα κακά της οι πρόγονοί μας, σε μία άλλη εποχή, κάνοντας τα δικά τους λάθη…
Είναι αυτή η ίδια ιστορία που σήμερα επιτρέπει σε μας να κάνουμε τα δικά μας, αφήνοντάς τα παρακαταθήκη για τη μνήμη και για τη ζωή των παιδιών μας…

Ένα μονοπάτι είναι εκείνο που χωρίζει το παρελθόν με το μέλλον μας κι αυτό το μονοπάτι δεν ανιχνεύεται δίχως το φως της προσωπικής ιστορίας του κάθε έθνους…

Το θέλω αυτό το παρελθόν, ως φωτεινό σηματοδότη για το παρακάτω.
Αλλά αναγνωρίζω πως σήμερα πια μιλάμε για μια Ελλάδα διαφορετική, που προχωράει μπροστά με δυσκολίες, με προκαταλήψεις, με πόνο…
Κι όπως καταντήσαμε, χρειάζεται κάποιος να βουτήξει βαθιά στη μνήμη μας για να ανασύρει τη χαμένη μας αξιοπρέπεια, στο όνομα της οποίας λαμβάνονται οι πιο κουτές αποφάσεις.

Δεν το θέλω λοιπόν αυτό το παρελθόν ως τροχοπέδη… Όχι σαν χορταστικό «όπιο», που θα μου θολώνει τη ματιά και το νου και θα με κάνει υποταγμένο στον κυματισμό μιας σημαίας…

Δεν είμαι λιγότερο πατριώτης επειδή μιλάω κι άλλες γλώσσες ή επειδή έχω φίλους Ιταλούς και Γερμανούς, ούτε επειδή επιτρέπω στους ανθρώπους να λατρεύουν τους θεούς που θέλουν ή να έχουν τη μορφή της οικογένειας που αυτοί θα επιλέξουν. Δεν είμαι περισσότερο πατριώτης αν καταφέρω να θυμηθώ τελικά πως πρέπει να ξεκινάω με «πρώτο τ’ αριστερό βήμα», ούτε επειδή στο μπαλκόνι μου έχω μεγαλύτερη σημαία απ’ του γείτονα, ούτε επειδή υπηρετώ το στράτευμα κανονικά και χωρίς να λουφάρω…

Προσπαθώ να βρω το σωστό βηματισμό μου μέσα στο χρόνο, να τοποθετήσω τον δικό μου ύμνο, ανάμεσα στους άλλους.

Γίνομαι πολίτης του κόσμου, χωρίς να ξεχνάω ποια είναι η δική μου πατρίδα… κι είμαι περήφανη γι’ αυτήν μόνο όταν στ' αλήθεια το αξίζει. Για να είμαι συνέχεια περήφανη γι’ αυτήν λοιπόν… μία λύση βλέπω:
Να είμαι εγώ εκείνη που θα την κάνω συνέχεια να το αξίζει…



Ο Διονύσης Σαββόπουλος μας περνάει έναν εξάψαλμο, εμάς τους «Κωλοέλληνες»…


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου