Παρασκευή, 26 Αυγούστου 2016

ΕΥΑερα: «Στη βάση των βάσεων...καλή σου τύχη»!



Γράφει
η Εύα Τσαροπούλου


Στα απόνερα των αποτελεσμάτων των βάσεων για τις σχολές των ανώτερων και ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων της χώρας, οι δηλώσεις των ιθυνόντων στη σχετική συνέντευξη Τύπου, που αναρωτιέμαι αν μόνο σε μένα φάνηκαν το λιγότερο -και επιεικώς επιεικώς- άσχετες! Σαν να ζούσαν σε άλλη χώρα ένα πράμα!

Ως «μεγάλη επιτυχία του θεσμού του νέου λυκείου» μέτρησε η εισαγωγή των επτά στους
δέκα υποψηφίους στα εκπαιδευτικά ιδρύματα της χώρας, χωρίς ωστόσο να λαμβάνεται υπόψιν ο χαμηλός μέσος όρος βαθμολογίας που χρειάστηκε γι' αυτό.
Αίφνης, θεωρήθηκε ως «ιδιαίτερα ευχάριστο κι ελπιδοφόρο» το ότι οι σχολές Πυροσβεστών, που εγκαινιάστηκαν φέτος, ήταν πρώτη επιλογή πολλών υποψηφίων, αφού μεταφράστηκε ως «αύξηση της κοινωνικής ευαισθησίας» των νέων μας, που «απέδειξαν ότι επιζητούν δουλειές που θα τους επιτρέψουν να προσφέρουν στο κοινωνικό σύνολο»!
Αντίθετα, «φαινόμενο υπό εξέταση» χαρακτήρισαν το χαμηλό ποσοστό των βάσεων όλων των Παιδαγωγικών Τμημάτων κι ευτυχώς, δεν βιάστηκαν να βγάλουν το συμπέρασμα ότι οι υποψήφιοι παρουσιάζουν κάποια ξαφνική αποστροφή προς τη διδασκαλία στα μικρά παιδιά ή ακόμα μεγαλύτερη προς τα νήπια ή τα βρέφη, που Κύριος οίδε τι άλλο νοσηρό και αυταπόδεικτο υπονοούμενο θα υπέκρυπτε!
Τέλος, ανάμεσα σε άλλα, «πολύ αισιόδοξο» χαρακτηρίστηκε το ότι στη Θεολογία και συγκεκριμένως, στο τμήμα Μουσουλμανικών Σπουδών, οι υποψήφιοι έφτασαν τους 2.800 για μόλις 30 διαθέσιμες θέσεις και μάλιστα, όπως μας είπε ο γενικός γραμματέας του Υπουργείου, χωρίς «κανένας απ’ αυτούς να είναι Μουσουλμάνος»!
Την κατάσταση προσπάθησε να σώσει λίγο η υπεύθυνη (και μοναδική) διοικητική υπάλληλος, η οποία παρουσίασε απλώς στοιχεία, παραλείποντας τη διεξαγωγή συμπερασμάτων, εκτός μόνο του –μάλλον υπερβολικού- ότι «η επιτυχία ήταν γένος θηλυκού», αφού στο 69% του συνόλου των επιτυχόντων, το να είναι τα κορίτσια το 37%, αφήνοντας τα αγόρια στο 32% δεν το λες και τεράστιο άνοιγμα της ψαλίδας.

Εγώ ειδικός δεν είμαι. Ούτε εκπαιδευτικός είμαι, ούτε στατιστικολόγος κι ευτυχώς, ούτε αρμόδιος υπουργός!
Ούσα μητέρα όμως παιδιού, που φέτος ήταν υποψήφιο στις εξετάσεις, με αυτό το νέο και, μέχρι σήμερα, καθόλου ξεκάθαρο σύστημα και πολίτης αυτής της χώρας που έχει περάσει και συνεχίζει και περνάει τα πάνδεινα, σε κάθε δυνατό επίπεδο, μπορώ να πω ότι βγάζω ορισμένα πολύ απλά και εξαιρετικά εμφανή –όσο και δυσάρεστα- συμπεράσματα:

Το ότι μπήκαν «επτά στους δέκα» υποψήφιοι, ειδικά με τις βαθμολογίες που το έκαναν, στο δικό μου μυαλό, αποτελεί μάλλον πρόβλημα κι όχι επιτυχία, αφού ο μαθητής του τέσσερα και του πέντε, ξαφνικά απέκτησε τις ίδιες «τυπικές» δυνατότητες με τον άλλον, που τόσα χρόνια σκιζόταν να διαβάσει. Στη διεκδίκηση θέσης εργασίας μάλιστα, ο πρώτος ίσως έχει και περισσότερες πιθανότητες, αφού –ως γνωστόν- χωράει πολύ νερό σε αυτό που καλείται «προσόν» και το οποίο ουδέποτε μέχρι τώρα δεν έχει αξιολογηθεί σωστά. Ας είναι καλά το μέσο, η γνωριμία που θα χρησιμοποιηθεί και θα προσμετρήσει περισσότερο. Στη χώρα όπου η αριστεία θεωρείται ρετσινιά, είναι απολύτως θεμιτό να θεωρείται επιτυχία η όποια –και όπως όπως- εισαγωγή στα πανεπιστήμια, αρκεί να μεγαλώνουν τα νούμερα που θα παρουσιάζουν την εικόνα πιο «εύπεπτη» στις μάζες. Η συνολική και σε βάθος χρόνου καταστροφή της εκπαίδευσης δεν είναι κάτι που φαίνεται να αφορά την εφήμερη πολιτική. Είναι γνωστό ότι εδώ όλοι έρχονται να κυβερνήσουν, όχι να αφήσουν κάτι πίσω τους. Αλλά ξεχνούν –κι αυτοί και εμείς που τους ψηφίζουμε- πως κάθε φορά, κάτι αφήνουν τελικώς πίσω τους κι αυτό είναι το καθαρό χάος…

Στη λογική του ότι η εκπαίδευση είναι συνυφασμένη με την επαγγελματική αποκατάσταση, είναι πολύ φυσικό, εντός κρίσης, οι επιλογές να καθορίζονται με βάση τα δεδομένα που αυτή έχει δημιουργήσει. Άρα, ένα παιδί που φοβάται για τη δυνατότητά του να αποκατασταθεί αμέσως μετά το τέλος της φοίτησής του, αναγκαστικά θα στραφεί σε σχολές που μοιάζουν αρκετά «αναγκαίες» ώστε να του την προσφέρουν. Η πυροσβεστική λοιπόν, όπως και όλες οι σχολές αυτού του τύπου (αστυνομίας, στρατιωτικές, αλλά και όλες οι άλλες -ιατρική, οικονομικά- οι σχετιζόμενες όμως με το στρατό) είναι φυσικό να φαντάζουν ελκυστικότερες για τα παιδιά, σε σχέση τόσο με τις κλασικές πολυτεχνικές, όσο και με τις λοιπές οικονομικές.
Να κάνουν τι δηλαδή; Να χτίσουν σπίτια σε μία χώρα που η οικοδομική δραστηριότητα έχει εδώ και χρόνια πεθάνει; Να γίνουν οικονομολόγοι, σε μία χώρα όπου η επιχειρηματική δραστηριότητα συνεχώς εξαφανίζεται; Όχι, θα γίνουν πυροσβέστες, αφού κάθε χρόνο, ως σταθερή αξία, η γη μας καίγεται. Θα γίνουν αστυνομικοί, αφού πάντα θα χρειάζεται ασφάλεια στην επικίνδυνη κοινωνία μας. Θα γίνουν στρατιωτικοί, διότι ακόμα είναι δόξα και τιμή το «πατρίς, θρησκεία, οικογένεια». Θα γίνουν θεολόγοι ή κληρικοί για τον ίδιο λόγο, αφού μέχρι τώρα Εκκλησία και κράτος βαδίζουν χέρι - χέρι. Κι ως τέτοιοι, θα πληρώνονται! Λίγο, αλλά θα πληρώνονται! 
Βλέπεις, στην Ελλάδα σήμερα, δεν έχουμε θέση για άλλους «τεχνοκράτες». Δεν έχουν πια καμιά δουλειά εδώ, άλλωστε ούτε η ιδεολογία μας τους χωνεύει…
Οι μόνοι που μπορούν να επιβιώσουν –και λόγω πρακτικής ανάγκης και λόγω ιδεολογίας- είναι οι δημόσιοι υπάλληλοι κι ως τέτοιοι τρέχουν να προετοιμαστούν… Κι όχι όποιοι όποιοι δημόσιοι υπάλληλοι!
Βλέπεις, τα σώματα ασφαλείας, εμπίπτουν στον εξαιρετικά στενό πυρήνα του δημοσίου. Εκεί δηλαδή που, ακόμα και ο πιο σκληροπυρηνικός φιλελεύθερος, που αύριο μπορεί να έρθει στα πράγματα, αναγνωρίζει ότι το κράτος πρέπει να έχει το μοναδικό έλεγχο. Με άλλα λόγια: Σιγουράκι η αποκατάσταση.Ενώ αντίθετα, τα παλιά σιγουράκια, οι «παιδαγωγοί», που πλέον δεν πρόκειται να ξαναδιοριστούν -αφού η επετηρίδα είναι κάτι που αναφέρεται μόνο στη Βικιπαίδεια, ως ιστορικό στοιχείο του παρελθόντος- δεν χαίρουν καμίας ιδιαίτερης προτίμησης απ’ τους νέους μας. Πολύ λογικό μεν, αλλά θα ήθελα σε κάποια κοινωνιολογική, συγκριτική μελέτη του μέλλοντος να γίνει λόγος και για αυτούς που μέχρι σήμερα γίνονταν παιδαγωγοί, με κριτήριο –μόνο- την επαγγελματική τους αποκατάσταση και όχι την αγάπη τους για τα παιδιά. Τότε, ίσως έχουμε και κάποια πολύ σοβαρή δικαιολογία για την άμεση ανάγκη ψυχολογικής αξιολόγησης των ήδη διορισμένων!

Αν κανείς θέλει να ξεκινήσει σενάρια συνωμοσίας, μπορεί πολύ εύκολα, ξεκινώντας απ’ το πόσο ανησυχητικό και καθόλου «αισιόδοξο» όπως χαρακτηρίστηκε, μοιάζει το ότι 2.800 νέοι μας _που δεν είναι μουσουλμάνοι_ επιθυμούν να φοιτήσουν στο τμήμα μουσουλμανικών σπουδών. Καλύτερα να μην επεκταθούμε σε αυτό, διότι η συγγραφή σεναρίων εμπίπτει στον τομέα των ανθρωπιστικών σπουδών, οι οποίες γνώρισαν και το μεγαλύτερο ποσοστό αποτυχίας φέτος, αποδεικνύοντας ότι μάλλον δεν έχουμε έφεση σε τούτη!

Με τούτα και εκείνα, αυτό που μοιάζει προβληματικό, δεν είναι οι επιλογές των παιδιών μας, οι οποίες καθοδηγούνται από λογικούς φόβους και παραδοσιακές ανατροφές.
Προβληματικό είναι το ότι ακόμα και σήμερα, κάτι τόσο εξόφθαλμα κραυγαλέο, μεταφράζεται κι επικοινωνείται εντελώς λάθος από τους ιθύνοντες, οι  οποίοι αδυνατούν να λάβουν το μήνυμα που καιρό τώρα έχουν λάβει όλοι οι άλλοι:
Στην Ελλάδα, σήμερα, η πρώτη επιλογή είναι η «ασφάλεια», που σημαίνει ότι είναι αυτό ακριβώς που λείπει απ’ τους πολίτες της, ιδίως τους νέους, οι οποίοι δεν επιθυμούν να ρισκάρουν, όταν το αποτέλεσμά τους εμπεριέχει τόσο μεγάλο ποσοστό βεβαιότητας αποτυχίας.

Η οικογένεια, οι γονείς, η παράδοση, δεν είναι άμοιροι ευθυνών. Παρουσιάζουν επίσης προβληματικές όψεις, αφού, παρά τη συνολική απαξίωση του εκπαιδευτικού συστήματος στη χώρα μας, εξακολουθεί η οικογενειακή οικονομική αφαίμαξη, κάθε φορά που το δικό της παιδί ετοιμάζεται να δώσει εξετάσεις και οι όποιες άλλες «λύσεις» εξετάζονται μόνο στην περίπτωση της μη επιτυχίας εισαγωγής τους.

Αντίθετα από πολλούς, έχω μεγάλη εκτίμηση στο ελληνικό πανεπιστήμιο. Θεωρώ ότι είναι πολύ δύσκολο να εισαχθείς, αλλά και -το κυριότερο- να ολοκληρώσεις τις σπουδές σου σε αυτό. Οι φοιτητές μας έρχονται αντιμέτωποι με τρομερές, όσο και άχρηστες εντελώς «προκλήσεις», όπως τις απεργίες των καθηγητών που τους τσακίζουν τις εξεταστικές, τα βιβλία που δεν υπάρχουν, τις κομματικές παρατάξεις που ανοίγουν τα μαγαζάκια τους μέσα εκεί, ωστόσο έχει πολλές φορές αποδειχτεί –κυρίως όταν πλέον αυτοί πηγαίνουν να εργαστούν έξω- ότι το επιστημονικό επίπεδό τους είναι το ίδιο καλό, αν όχι και καλύτερο, από αυτό πολλών άλλων χωρών. Επιπλέον, Έλληνες έχουν διαπρέψει σε πολλούς τομείς, πάντα εκτός της χώρας τους, αφού ουδείς Μωάμεθ στη Μέκκα!

Παρά την εκτίμηση που έχω στο ελληνικό πανεπιστήμιο όμως, είμαι σε θέση να αντιληφθώ ένα απλό γεγονός, που πολλοί γονείς αδυνατούν να συλλάβουν:

Όλοι δεν είμαστε φτιαγμένοι για πανεπιστημιακές σπουδές. Δεν χρειάζεται να είμαστε, διότι αυτή η κοινωνία χρειάζεται πάρα πολλούς άλλους στυλοβάτες, πέρα απ’ τον παντεπιστήμονα! Δεν χρειάζεται να έχεις διδακτορικό, για να γίνεις επιτυχημένος σε αυτό που θα επιλέξεις, ούτε και γίνεσαι απαραίτητα αν το έχεις! Υπάρχουν εξαιρετικά επιτυχημένοι άνθρωποι, που δεν πέρασαν ποτέ ούτε απ’ έξω απ’ το πανεπιστήμιο –ελληνικό ή ξένο- όπως και πάρα πολλοί άλλοι, που έφαγαν με το κουτάλι τα θρανία, αλλά προκοπή δεν είδανε!

Είναι μεγάλη επιτυχία να μπορείς να αντιληφθείς έγκαιρα, εσύ ο γονιός, αλλά και το παιδί σου, για τι είναι φτιαγμένο, τι του αρέσει εκείνου στ’ αλήθεια να κάνει –κι όχι τι θέλεις εσύ ή τι ορίζει το δικό σου επαγγελματικό παρελθόν- και να αρχίσεις να δαπανάς εσύ πόρους κι αυτό προσπάθεια προς αυτή, τη σωστή γι’ αυτό κατεύθυνση.
Είναι μεγάλη επιτυχία να μην εθελοτυφλείς για το τι _μπορεί_ να κάνει το παιδί σου κι αν θέλεις να το βοηθήσεις στ’ αλήθεια, οφείλεις να του παρέχεις εκείνα τα μέσα που θα το βοηθήσουν να βρει τον αληθινό του δρόμο, την αληθινή του κλίση, όποια κι αν είναι αυτή, όπως κι αν λέγεται κι ανεξαρτήτως του πώς θα την κρίνει ο περίγυρός σου!
Είναι μεγάλη επιτυχία να μην φοβηθείς να το αφήσεις να στραπατσαριστεί, να πονέσει, να αποτύχει, να φύγει μακριά, να αναζητήσει την τύχη του σε άγνωστους τόπους, να αναμετρηθεί με δυσκολίες πολύ πιο απτές απ’ αυτή την εξετάσεων. Δεν αμφισβήτησα ποτέ την αξία της γνώσης που παρέχει το «πανεπιστήμιο της ζωής» κι έχω άπειρα παραδείγματα για το ότι πετυχημένος είναι πάντα μόνο εκείνος που κάνει αυτό που αγαπάει. Γιατί μόνο αγαπώντας το θα το κάνει καλά.

Στη βάση των βάσεων, είδαμε και φέτος μία ακόμα κοινωνία που δεν μπορεί να βρει το βηματισμό της. 
Παλεύει μεταξύ του τι είναι σωστό, τι είναι λάθος, μπερδεύει αυτό που είναι πετυχημένο με αυτό που αξίζει.
Είμαστε όλοι μέσα σ’ αυτό το παιχνίδι, γονείς, κράτος, κοινωνία.

Με λάθος ιδανικά, προβληματικά πρότυπα, δημιουργώντας αφόρητες πιέσεις, μειώνοντάς τους κάθε ευκαιρία, κάνοντας ό,τι μπορούμε για να δυσκολέψουμε αυτό που λέγεται αύριο για τα παιδιά μας, ενώ ταυτόχρονα, τους ευχόμαστε υποκριτικά «καλή τύχη»…



Children of the world



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου