Σάββατο, 4 Απριλίου 2015

Μεταξύ μας με καφέ και με τσιγάρο (Νο 19)

Το εβδομαδιαίο χρονογράφημα του grpost
δια χειρός Πέμυς Γκανά

...Μ’ αρέσει ν’ ακούω γέλια…


Το μάτι εξοικειωμένο, προσπερνά...
Κρατώ την αναπνοή μου μόνο σαν περνώ δίπλα τους...
Άστεγοι...
Πριν χρόνια εξοργιζόμουν ¨που είναι η πολιτεία; οι συνάνθρωποι μας κείτονται αβοήθητοι και η πολιτεία, κωφεύει...¨ .
Τώρα απλά κρατώ την αναπνοή μου μην αντέχοντας την αποφορά.
...Αποφορά;
Κακή λέξη όταν πρόκειται για ανθρώπους.
Δαγκώνω τα χείλη μου.
Ντροπή, τι σκέφτομαι άραγε...
Πως άλλαξε έτσι αυτή η πόλη;
Που πήγαν τα χαμόγελα μας;
Στο μετρό δεν έβγαλα
για πρώτη φορά βιβλίο.
Παρατηρούσα μόνο τους συνεπιβάτες μου.
Ανέκφραστοι, άκουγαν μουσική απ τα smart κινητά τους, ή διάβαζαν...
Κάποιοι κολλημένοι στάσεις ολόκληρες στην ίδια σελίδα..
Βουβοί ακολουθώντας ο ένας τον άλλο, ανέβηκαν τις κυλιόμενες σκάλες...
Στάθηκαν δεξιά, όπως πρέπει, ακουμπώντας το χέρι στον ιμάντα της σκάλας.
Μια στρατιά από ήσυχους πολίτες.
Μαύρα μπουφάν, σκούρες καμπαρντίνες και παλτά.
Μόνο κάποια κορίτσια με κόκκινα πανωφόρια σπάνε την μονοτονία των μαυροφορεμένων.
Μοιράζουν φυλλάδια.
Τυπικά χαμογελαστές, ψεύτικα χαρούμενες.
Με βαμμένα έντονα μάτια και κρεπαρισμένα πλατινέ μαλλιά.
Μού έδωσαν ένα φυλλάδιο.
Βιαστικές, λες και τους έτρωγα τον χρόνο.
Το πήρα και το τσαλάκωσα στο επόμενο δευτερόλεπτο.
Ούτε που μπήκα στον κόπο να το κοιτάζω, δεν του έριξα ούτε μια ματιά, παρά μόνο το κράτησα σφιχτά για να τον πετάξω στο πρώτο κάδο που θα βρω.
Το πλήθος ξεχύθηκε έξω.
Ερμού και Αθηνάς γωνία...
Και προσπέρασαν τους άστεγους.
Ούτε ματιά συμπόνιας.
Χάσαμε και την συμπόνια.
Το μάτι εξοικειωμένο, προσπερνά.
Συνηθίζει και τίποτα δεν του φαίνεται παράξενο.

Ένα ξύλινο παρτέρι -που πριν χρόνια ήταν πράσινο- με πρόχειρα φυτεμένες κόκκινες και κίτρινες φρέζες, δίνει ένα ελάχιστο χρώμα.
Μόνο εγώ στέκομαι και το χαζεύω.
Παλεύουν να μεγαλώσουν τα λουλούδια, σε στενό χώρο, μες στο καυσαέριο.
Στέκομαι και κάποιοι σκουντουφλάν πάνω μου, δεν με βλέπουν άραγε;
Άργησε η άνοιξη φέτος.
Ο καιρός γκρίζος και μουντός, σαν την διάθεση μας...
Ριπές βορινού αέρα με κάνουν να κουκουλωθώ περισσότερο με το γκρίζο σάλι.
Τα κρόσσια μακριά μπλέκονται μεταξύ τους.
Τα παρατηρώ με την άκρη του ματιού μου.
Για λίγα λεπτά περπατώ και το μόνο που κοιτάζω είναι τα κρόσσια.
Σαν είναι το επίκεντρο του κόσμου μου.
Ανεβαίνω την Ερμού.
Κλείσανε τα μαγαζιά και στην θέση τους άνοιξαν φούρνοι, που πουλάνε στρογγυλά εφτάζυμα ψωμάκια, με σουσάμι, κορνέ με σαντιγί -λες και είμαστε στην δεκαετία του 80.
-Είναι ανάπτυξη αυτό; είχα ρωτήσει την Μαργαρίτα. Είσαι και οικονομολόγος...
-Καλό είναι, μου είχε απαντήσει αποφεύγοντας το βλέμμα μου.
-Ανάπτυξη όμως; είχα επιμείνει.
Κούνησε ανεπαίσθητα το κεφάλι της αρνητικά.
-Ξέρεις, μου είπε, αν δεν πιάσουμε τους στόχους η εταιρεία φεύγει απ την Ελλάδα.
Άναψε τσιγάρο, νομίζω πως το είχε κόψει πάνω από δέκα χρόνια.

Ο θόρυβος απ τις μπότες μου πάνω στο πλακόστρωτο με ενοχλεί.
Πρέπει να αλλάξω τα λάστιχα, μάλλον έχουν φθαρεί...
Και το πλυντήριο, πότε είπαν θα το φέρουν;
10.00 με 13.00 ή 11.00 με 13.00;
Δεν θυμάμαι.
Η αντανάκλαση του ήλιου φώτισε ένα μόνο κτίριο του κεντρικού δρόμου.
Σαν να το επέλεξε και το στόχευσε επιδεικνύοντας το αυτό και μόνο αυτό.
Βρώμικα τζάμια, σκονισμένα απ την λασποβροχή της προηγούμενης εβδομάδας.
Ο ήλιος ξανακρύφτηκε.
Έπιασε να ψιχαλίζει.
Να ανοίξω την ομπρέλα μου; αναρωτιέμαι.
Όχι ακόμα, αν δυναμώσει...
Από που ξεφύτρωσαν οι Πακιστανοί;
Πουλούν ομπρέλες...
Πολύχρωμες.
Κόκκινες, μοβ, πράσινες, κίτρινες.
-4 ευρώ κυρία...
-Ευχαριστώ, δεν θέλω.
-Καλά δώσε 3...
Τους προσπερνώ.
Αρχίζει να βρέχει.
Βαριεστημένα ανοίγω και εγώ την ομπρέλα.
Γαλάζια, με λογότυπο.
Απομεινάρι της παλιά εποχής...που ευτυχισμένοι σε επίπλαστη νιρβάνα σπαταλούσαμε σε άσκοπα ψώνια, χρήματα και χρόνο.
Η βροχή σταματά.
Εναλλαγές του καιρού...
Που το συνάντησα ξανά; σε ποια πρωτεύουσα;
Στο Άμστερνταμ...
Ναι, ναι, στο Άμστερνταμ, όμορφη πόλη, διαφορετική...
Εκεί δεν με ενοχλούσε, εδώ με εξοργίζει.
Βγάζω το κινητό μου, κοιτώ την ώρα 4.30 το απόγευμα.
Ωραία, όλο το απόγευμα είναι δικό μου, θα χαζέψω τις βιτρίνες, θα συναντήσω την Αλίνα, θα πιούμε καφέ και μετά στο σεμινάριο...
Έσβησα άραγε το θερμοσίφωνο;
Δεν θυμάμαι.
Οι βιτρίνες στολισμένες, έτοιμες για το Πάσχα, με όμορφα χρώματα να ξεπηδούν.
Σαν μπουκέτο λουλουδιών.
Το μόνο που χαλά την ομορφιά είναι οι βρεγμένες σόλες των παπουτσιών και οι σταγόνες της βροχής που τρέχουν απ τις ομπρέλες...
Αισθάνομαι ένα χέρι να με ακουμπά απαλά στο ώμο.
-Σε φώναζα, δεν με άκουσες;
Η Αλίνα ακούγεται λαχανιασμένη.
Γελώ.
-Συγνώμη, απολογούμαι, συγνώμη είχα χαθεί στις σκέψεις μου.
Την κοιτάζω καλύτερα...
-Καινούργια γυαλιά;
-Ναι, είπα να αλλάξω την διάθεση μου.
-Πολύ όμορφα...
-Ευχαριστώ, έλα πάμε έχω νέα, πάμε για καφέ και τα λέμε εκεί...
Βγαίνουμε και κατευθυνόμαστε στο πρώτο καφέ.
Ένας τεράστιος καθρέφτης στολισμένος με λαμπάκια μονόχρωμα, ο θόρυβος της μηχανής του εσπρέσο και η μυρωδιά του.
Από μια μαργαρίτα στο κάθε τραπέζι, δίπλα στα γυάλινα μπολάκια με την καστανή ζάχαρη.
Ξύλινα παρκέ.
Και γέλια, τρανταχτά.
-Μ αρέσει να ακούω γέλια, λέει η Αλίνα.
Κουνώ το κεφάλι μου...
-Και εμένα μ αρέσει...
Καλημέρες...


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου