Σάββατο, 30 Δεκεμβρίου 2017

Μεταξύ μας με καφέ και με τσιγάρο (Νο 154)


Το εβδομαδιαίο χρονογράφημα του grpost
δια χειρός Πέμης Γκανά

Γράμμα στον Άγιο Βασίλη

Επιστολή 39η


Αγαπημένε μου άγιε Βασίλη, εύχομαι κατ αρχήν να είσαι και φέτος καλά στην υγεία σου.
Να είσαι γερός και δυνατός.
Γιατί πως αλλιώς θα στείλεις δώρα σ’ όλα τα παιδιά του κόσμου;
Η αλήθεια είναι πως εκεί, τόσο βόρεια που ζεις, είναι απορίας άξιο πως δεν έχεις αρπάξει καμιά βρογχοπνευμονία, ή κάτι απλούστερο όπως, χιονίστρες ή κρυοπαγήματα, μάλλον πρέπει να φοράς συνεχώς κασκόλ και γάντια, και σίγουρα θα είσαι αγκαλιά με κάνα μαγκάλι, ξέρω, ξέρω το πετρέλαιο είναι πανάκριβο, εμείς για παράδειγμα, δεν το ανάβουμε το καλοριφέρ στο σπίτι, μόνο τζάκι ανάβουμε, και άντε στο
τσακίρ κέφι και το ψοφόκρυο, τα πάνελ που έχουμε στους τοίχους.
Μην τα ρωτάς πως ζεσταινόμαστε, σαν του Εσκιμώους κυκλοφορούμε εντός του σπιτιού, και λέω εντός γιατί εκτός, κομμάτι καλύτερο το κόβω!
Μια καλή ιδέα είναι να παίρνεις βιταμίνες πουχου εχινάκεια.
Κάνει θαύματα λένε (στους άλλους, γιατί σε μένα δεν ευδοκίμησε, και την τσάκωσα την γρίπη) 
Αλήθεια, ο Ρούντολφ είναι καλά;
Η μύτη του είναι πράγματι κόκκινη;
Ντρέπεται άραγε ακόμη;
Οι άλλοι τάρανδοι, τον έχουν φίλο;
Τα ελαφάκια;
Τον κοροϊδεύουν ή το ξεπέρασαν, επιτέλους;
Σόρρυ, ξέχασα τα ξωτικά.
Εργάζονται ή κάνουν κοπάνες;
Να τα προσέχεις γιατί δεν είναι (απ’ ότι ακούω τουλάχιστον) και πολύ αξιόπιστα, όλο ζαβολιές λέει κάνουν
Αλλά θα μου πεις, εσύ ξέρεις καλύτερα, η δουλειά σου είναι άλλωστε.
Αγαπημένε μου άγιε Βασίλη, ήμουν και φέτος – όπως συνήθως - ένα μάλλον, καλό κορίτσι.
Δεν τσακώθηκα με κανέναν, στη πραγματικότητα δεν ύψωσα σε κανέναν την φωνή μου (όπως δεν μου αρέσει να μου φωνάζουν και εμένα δηλαδή) δεν έβρισα κανένα, δεν ζήλεψα τις άπειρες Μπάρμπι της φίλης Αθηνούλας (καθόλου δεν μ αρέσουν), δεν είπα ψέματα (εντάξει, παρά μόνο κάτι μικρά, που και εγώ τα ξέχασα) δεν κορόιδεψα την κυρία Ευθαλία της γειτονιάς μας (ούτε καν πίσω από την πλάτη της), ούτε γέλασα με τα καμώματα της απέναντι συριζαίας (δεν έχεις ιδέα πόσο δύσκολο είναι αυτό το τελευταίο).
Αντίθετα, χάρηκα με τις χαρές των άλλων, και λυπήθηκα με τις στεναχώριες τους.
Προσπάθησα (όχι πάντα με υπερβάλλοντα ζήλο, είναι αλήθεια) να βοηθήσω, κι έτρεξα όπου με είχαν ανάγκη... (κάποιες φορές)
Ήμουν ένας μάλλον καλός, και σίγουρα, ήσυχος άνθρωπος δηλαδή.
Επίσης, ήμουν υπόδειγμα ευσυνείδητου πολίτη.
Πλήρωσα τον ΕΝΦΙΑ, τον φόρο εισοδήματος, το ΕΦΚΑ, την ΔΕΗ, τα τέλη κυκλοφορίας, την ΕΥΔΑΠ, μου έμειναν και 32ευρώ και 79 λεπτά και αγόρασα δυο κιλά χοιρινό και ένα κιλό μοσχάρι να κάνω αυτό το γιούλμπασι (που όλο τάζω, και ποτέ δεν κάνω) που είχα υποσχεθεί στα παιδιά για το χριστουγεννιάτικο τραπέζι, και με ότι απόμεινε πήρα παστουρμά για να φτιάξω μια πίτα Καισαρείας, γιατί Χριστούγεννα δίχως παστουρμαδόπιτα, δεν λογάται!
Τι άλλο πια θες από εμένα;
Είναι η 39η επιστολή που σου στέλνω!
Απόκριση δεν έχω πάρει ποτέ, καλά ούτε και δώρο, αλλά λίγο με νοιάζει το δώρο.
Αυτό που με στεναχωρεί είναι ότι ενώ τσακίζεις τους κουραμπιέδες και πίνεις όλο το ποτήρι γάλα, που σου αφήνω δίπλα στο χριστουγεννιάτικο δέντρο, δεν μου μιλάς.
Ενώ έρχεσαι, δεν μιλάς.
Να πεις « κοίτα με ήρθα, δεν σε ξέχασα» κι ας μην μου αφήσεις δώρο.
Να πεις, δεν σου έφερα τίποτα, αλλά σε έχω στο νου μου...
Μα μην νιώθω, βρε αδελφέ, πως παλεύω μόνη, να σε έχω σαν αποκούμπι, σαν ελπίδα, σαν το φως στην άκρη του τούνελ που όλοι οι συμπατριώτες μου ψάχνουν!
39 συναπτά έτη σου γράφω.
Πέρα από κάτι παιχνίδια και κάτι χαζοκούκλες που μου είχες χαρίσει όταν ήμουν μικρή, δεν μου έχεις δώσει καμιά απόκριση, κι ας σε πιστεύω περισσότερο απ όσο σε πιστεύουν κάτι τετράχρονα, και ας καθαρίζουμε παραμονές πρωτοχρονιάς την καμινάδα του τζακιού μπας και λερωθείς, κι ας σου γράφω γράμματα αγάπης!
Τόσο σε νοιάζομαι.
Αγαπημένε μου άγιε, σε παρακαλώ θα ήθελα για φέτος να μας χαρίσεις σύνεση, συμπόνια, αγάπη και υγεία...
Σ αυτόν τον τόπο που ταλαιπωρείται, μα σίγουρα ΔΕΝ δοκιμάζεται τόσο άσχημα όσο άλλα μέρη του κόσμου, θα ήθελα να χαρίσεις αδελφοσύνη, ψυχραιμία, και δύναμη...
Θα ήθελα να βλέπω χαμόγελα στο μετρό, και να μην υπάρχουν άστεγοι στους δρόμους, θα μου πεις είναι δουλειά της κυβέρνησης αυτά και όχι δική σου...
Θα ήθελα να βλέπω παρτέρια γεμάτα λουλούδια, και λιγότερα σπασμένα πεζοδρόμια με λακκούβες γεμάτες βρώμικα νερά και σκουπίδια, θα μου πεις τώρα πως είναι θέμα δήμων και ΥΠΕΧΩΔΕ, αλλά θα σου πω ένα μυστικό «Δεν τα καταφέρνουν, άγιε μου» .
Θα ήθελα να σου ζητήσω, επίσης, να προσέξεις τα παιδιά.
Τα παιδιά της χώρας μου, αλλά και όλου του κόσμου, να είναι χαρούμενα και ευτυχισμένα!
Να μην πεινάνε, να μην αρρωσταίνουν, να μην γνωρίσουν τι πάει να πει πόλεμος, δυστυχία και θάνατος, ούτε και ορφάνια.
Θα τα μάθουν όταν θα μεγαλώσουν, έχουν χρόνο μπροστά τους, δυστυχώς...
Αγαπημένε άγιε Βασίλη δεν με νοιάζει αν φας τους κουραμπιέδες, πρόσεχε μόνο να χρησιμοποιήσεις πια-τά-κι, πέρυσι μου γέμισες άχνη ζάχαρη τον τόπο, μεγάλος άνθρωπος και δη άγιος είσαι, σκέψου και λίγο την (λέμε και κανα αστείο) νοικοκυρά...
Και το ποτήρι από το γάλα, στο νεροχύτη...
Δεν το έμαθες πια τόσα χρόνια, υπηρεσία δεν διαθέτουμε!
Σε φιλώ και σε περιμένω.
Για μια ακόμη φορά, και σίγουρα όχι τελευταία.

ΥΓ1. Εάν είναι να μου κάνεις ένα δώρο, αυτό θα ήθελα να είναι, η ησυχία και η πίστη, κάπου τα χάνω και τα δυο και, με ξέρεις τώρα, αποσυντονίζομαι.

ΥΓ2. Φάε όσα μελομακάρονα θες, δεν λερώνουν!!!


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου