Πέμπτη, 7 Νοεμβρίου 2013

Ξαφνικός ή αναπόφευκτος θάνατος;

Είναι σαφές ότι ο ιδιωτικός τομέας της οικονομίας διαλύθηκε στα εξ ων συνετέθη και κατέστη  Ιφιγένεια, θυσία στη σωτηρία του αιμοβόρου Κράτους.
Το γνωρίζει πλέον κι ένα μικρό παιδί.
Εξ ίσου σαφές, όμως, αποτελεί το γεγονός ότι χιλιάδες επιχειρηματίες του ιδιωτικού τομέα έμειναν μετέωροι και εξ αιτίας της αδυναμίας τους να παρακολουθήσουν και να προβλέψουν τις εξελίξεις.
Όχι μόνο αυτές που ήταν απόρροια  της κρίσης, αλλά κι αυτές που ήταν της ζωής.
Μπορεί να ξενίζει κάποιους αυτή η άποψή μου, αλλά ας δούμε νηφάλια τα πράγματα.
Για πόσο καιρό άραγε θα μπορούσε να συντηρείται αγορά σε κάθε συνοικία της Αθήνας; Σε κάθε γειτονιά της επαρχίας;
Πόσα καταστήματα πώλησης υποδημάτων θα μπορούσαν να λειτουργούν εσαεί σε κάθε οικοδομικό –εμπορικό τετράγωνο των πόλεων;
Πόσα καταστήματα πώλησης ενδυμάτων, ή άλλων καταναλωτικών αγαθών;
Πόσες οικογένειες μικροεμπόρων θα μπορούσαν να εξασφαλίζουν προς το ζην, πολύ περισσότερο όταν θα είχαν να ανταγωνίζονται πολυκαταστήματα και εμπορικά κέντρα; Κι όταν τα δεύτερα για αντικειμενικούς λόγους (οικονομίες κλίμακος, φθηνότερες αγορές λόγω ποσοτικών εκπτώσεων κλπ) θα είχαν καλύτερες τιμές;
Πόσα καταστήματα θα μπορούσαν εσαεί να ανταγωνίζονται τις κατά πολύ φθηνότερες διαδικτυακές πωλήσεις που αναπόφευκτα έχουν μπει στη ζωή μας;
Μοιραία, λοιπόν, τα κατεβασμένα ρολά σε κάθε δρόμο των πόλεων είναι μια θλιβερή εικόνα, αφού έκλεισαν όσα καταστήματα δεν είχαν κάτι ιδιαίτερο να πουλήσουν και δεν ήταν παρά μερικά ακόμη εκ του σωρού.
Ρεαλιστικά και νηφάλια πρέπει να ομολογήσουμε ότι η κρίση επιτάχυνε βιαίως την θανατηφόρο εξέλιξη των μικροεπιχειρήσεων λιανικού εμπορίου.

Να πάμε και πιο πίσω και να θυμηθούμε.
Τα ίδια δεν έγιναν στα τέλη της δεκαετίας του ’70, όταν άρχισαν να κάνουν την εμφάνισή τους τα πρώτα σουπερμάρκετ;
Δεν έκλεισαν, τότε, χιλιάδες μικρά παντοπωλεία, μανάβικα και ιχθυοπωλεία ανά την Ελλάδα;
Δεν καταργήθηκαν ουσιαστικά πάμπολλα επαγγέλματα -που «τάιζαν» ολόκληρες οικογένειες-, εξ αιτίας της εξέλιξης, της τεχνολογίας, αλλά και των ίδιων των συνθηκών που δημιουργήθηκαν από τις ανάγκες μιας κοινωνίας που άλλαζε;
Πού είναι σήμερα –για να ακριβολογώ εδώ και δεκαετίες- οι τσαγκάρηδες;
Οι παγωτατζήδες;
Πού είναι οι χειμερινοί ή οι θερινοί κινηματογράφοι, που υπήρχαν δυο- τρεις σε κάθε συνοικία;
Πού είναι οι τυπογράφοι (κι ήταν χιλιάδες) των εφημερίδων και των περιοδικών;
Πού είναι οι συνοικιακές «ΕΒΓΑ», που ήταν δυο-τρεις σε κάθε γειτονιά και πουλούσαν φρέσκο γάλα και γιαούρτι και δη χύμα;
Πού είναι τα εκτελωνιστικά γραφεία που συντηρούσαν χιλιάδες οικογένειες;
Πού είναι  τα μικρομάγαζα πώλησης ναυτιλιακών ειδών, με τα οποία ήταν γεμάτος ο Πειραιάς;
Πού είναι τα δισκοπωλεία;
Ακόμη και τα χιλιάδες Video club, που λειτούργησαν στην δεκαετία του ’80;
Πού είναι τα δεκάδες καταστήματα πώλησης αθλητικών ειδών που υπήρχαν πριν 15-20 χρόνια;
Πού είναι τα χιλιάδες βιβλιοπωλεία και καταστήματα πώλησης χαρτικών ειδών;
Πού είναι τα επιπλοποιεία, που κάθε γειτονιά είχε τέσσερα - πέντε ή και περισσότερα;
Πού είναι οι εκατοντάδες διαφημιστικές εταιρείες που ανθούσαν από τις αρχές της δεκαετίας του ’80;
Που είναι τα εκατοντάδες μπαρ που φύτρωναν σε κάθε συνοικία;
Ξέρετε πόσα επαγγέλματα και καταστήματα, που «τελείωσε» ο ρόλος τους, μπορούμε να θυμηθούμε και να καταθέσουμε; Όσο έχουμε χρόνο και συζητάμε, τόσο θα θυμόμαστε.

Είναι σαφές, λοιπόν, ότι όλα αλλάζουν.
Η διαφορά του σήμερα με το τότε, είναι ότι τώρα όλα γίνονται βιαίως και ταχύτατα.
Η κρίση κι η έλλειψη αγοραστικού ενδιαφέροντος εξ αιτίας όσων έχουν συμβεί με τις μειώσεις μισθών και συντάξεων, επιτάχυναν τις αναπόφευκτες εξελίξεις.
Οι συνεχείς φόροι κι οι πανάκριβες εργοδοτικές εισφορές, έφεραν το μοιραίο, αφού
αφαιρέθηκε  το σωληνάκι οξυγόνου που συντηρούσε τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις και καταστήματα.
Ειδικά αυτά που δεν διέβλεψαν ή εκείνα που δεν εκσυγχρονίστηκαν ταχύτατα.
Εκείνα που δεν μπόρεσαν να γίνουν ανταγωνιστικά και δεν θέλησαν να κουνήσουν το τέλμα μέσα στο οποίο ήταν ο βιότοπός τους.
Εκείνα που προτιμούσαν την νιρβάνα τους κι επέμεναν να πορεύονται με συνταγές του παρελθόντος και να βασίζονται σε…κρατικά ωράρια λειτουργίας και στα κελεύσματα του κάθε συνδικαλιστή, περιφερειάρχη, κομματόσκυλου, εμπορικού συλλόγου ή ρασοφόρου.

Υπάρχουν και σήμερα τέτοια καταστήματα και καταστηματάρχες.
Που περιμένουν τα πάντα από το Κράτος.
Τα είδαμε και προχθές, όταν σε κάποιες περιοχές της Ελλάδας προτίμησαν να κρατήσουν τα καταστήματά τους κλειστά, παρά να χάσουν το ραχάτι της Κυριακής….
Ισχυριζόμενοι ένα σωρό ανοησίες (όρα άρθρο με τίτλο «Της Κυριακής τα πρωινά και οι τενεκεδοκέφαλοι….», Τετάρτη 6 Νοεμβρίου) και φληναφήματα.
Όταν κι αυτά θα κατεβάσουν τα ρολά τους, τότε θα τους φταίει το Κράτος που δεν προστάτεψε τον εμποράκο…
Λες και το επιχειρείν είναι ευθύνη του Κράτους….
Λες κι η επιχειρηματικότητα είναι συνυφασμένη με τα απαρχαιωμένα μοντέλα και τα ωράρια…

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου