Σάββατο, 26 Δεκεμβρίου 2015

Μεταξύ μας με καφέ και με τσιγάρο (Νο 54)

Το εβδομαδιαίο χρονογράφημα του grpost,
δια χειρός Πέμυς Γκανά


Μια στιγμή σ ένα ταξίδι.
Χριστούγεννα 2015, σε χώρα παράξενη, βορινή…


Οι εικόνες εναλλάσσονται.
Πρώτα ήταν μια αντανάκλαση του ήλιου που έσκισε το βαρύ χειμωνιάτικο καιρό και φώτισε μ ένα περίεργο φως τους θάμνους στο προαύλιο του μουσείου, κάνοντας την πρωινή δροσιά να μοιάζει με μικροσκοπικά διαμάντια που παιχνιδίζουν στο φως οι άψογα κομμένες πλευρές τους.
Οι περαστικοί ντυμένοι ζεστά, σαστισμένοι ανασηκώνουν ελαφρά το βλέμμα τους κοιτάζοντας τον ουρανό.
Μοιάζει περίεργο, δεν
ανασηκώνουν το κεφάλι παρά μόνο το βλέμμα...
Μου κάνει εντύπωση, τους χαμογελώ.
Κάποιοι συνοφρυώνονται, κάποιοι άλλοι κάνουν ένα νεύμα μόνο με τα μάτια, οι περισσότεροι ούτε καν με βλέπουν και με προσπερνούν.
Κάνει πολύ κρύο και δέχομαι με ανακούφιση το ζεστό, κόκκινο, αρωματισμένο με κανέλα και μπαχάρι κρασί. Πιάνω κουβέντα με το άγνωστο που το μοιράζει.
Γελώ σε κάθε του παρατήρηση.
«Αλήθεια», με ρωτά, «κάνει πάντα ζέστη στην Ελλάδα;».
«Ναι, σχεδόν πάντα»...
«Ωραία πρέπει να είναι», λέει κουνώντας το κεφάλι του σαν να νοσταλγεί.
«Προς Θεού, όχι. Η ζέστη δεν αντέχεται».
Μιλά γελαστός στην γλώσσα του και μου κάνει νόημα πως κάτι δεν πάει καλά με το μυαλό μου.
Κουνάω δήθεν αδιάφορα τους ώμους...
 «Ποιος ξέρει;», του απαντώ στην δική μου γλώσσα.
Μου αρκεί να ακούω κάτι σαν τον πάγο που τρίζει κάτω από τις τρακτερωτές σόλες της μπότας μου. Η απόλυτη ευτυχία για μένα είναι απλά ένα παγωμένο, γκρίζο πρωινό.
Και τίποτα άλλο.
Η αντανάκλαση του ήλιου χάθηκε και φυσά δυνατά.
Οι βλεφαρίδες μου αρχίζουν να παγώνουν.
Τα πρόσωπα των ανθρώπων μοιάζουν πανέμορφα.
Χιονίζει και απλώνω τα χέρια μου σαν σε έκσταση, ρουφώντας άπληστα τον καθαρό αέρα.
Σε δευτερόλεπτα οι νιφάδες του χιονιού ακουμπούν απαλά στο μαύρο πανωφόρι μου.
«Μοιάζεις με χιονάνθρωπο», μου φωνάζει ένας νεαρός που προσπαθεί να ισορροπήσει στο ποδήλατο του.
Γελώ και πάλι και προχωρώ στο δρόμο για τον σταθμό.
Παίρνω το πρώτο τρένο που έχει προορισμό τον ωκεανό.
Οι εικόνες εναλλάσσονται και η διαδρομή με ενθουσιάζει, απέραντες εκτάσεις καλυμμένες από ελαφρύ πάγο, ποτάμια και έδαφος ένα σε μια ευθεία, ομίχλη, που και που λίγο χιόνι.
Σμήνη από αγριοπούλια μας ακολουθούν, βουτούν κρώζοντας χαμηλά ως το γρασίδι σχεδόν και ύστερα στρέφουν και πετούν προς τον νότο ακολουθώντας έτσι το ένστικτο της επιβίωσης τους.
Βλέπω έναν άνδρα στην κορυφή του χαμηλού λόφου πέρα μακριά, να στέκεται.
Τον βλέπω να κουνά αργά τα χέρια του χαιρετώντας το τρένο.
Τον φαντάζομαι να φορά σκούρα φανελένια ζεστά ρούχα, μ ένα πράσινο μακρύ κασκόλ τυλιγμένο πολλές φορές γύρω απ τον λαιμό του και μαύρες γαλότσες.
Ηλικιωμένος, που έχει χόμπι να μετρά τα τρένα.
Ίσως πάλι να είναι νέος.
Με ολόμαυρα ρούχα και αφού αποχαιρετήσει το τρένο θα φύγει στην αντίθετη κατεύθυνση, ακολουθώντας την αφόρητη ευθεία της ζωής....
Και το τρένο φτάνει στον προορισμό του.
Στον ωκεανό.
Σύννεφα, θάλασσα και ουρανός ένα κουβάρι.
Το βλέμμα δεν μπορεί να αναγνωρίσει τι είναι τι.
Περπατώ κατά μήκος της ακτής, αφήνω τα αποτυπώματα των παπουτσιών στην μαλακή άμμο, το κύμα σκάει και τα σβήνει μα εγώ προχωρώ, κοιτάζοντας συνεχώς πίσω μου.
Στην είσοδο της υπερσύγχρονης προβλήτας ένα ζευγάρι αγκαλιασμένο φιλιέται στην άκρη, ένα κόκκινο κασκόλ τους τυλίγει και ανεμίζουν τα κρόσσια του στον αέρα.
Χαμογελώ, πόσα ζευγάρια άραγε φιλιόνται αυτή την στιγμή στις προκυμαίες όλου του κόσμου;
Κουκκίδες όλοι μας μοναχές, ενωμένες όμως μας χαρίζουν τον κόσμο ολόκληρο.
Τον κόσμο σ ένα φιλί.
Κόκκινα και διάφανα λαμπιόνια είναι κρεμασμένα και αιωρούνται πάνω απ το κεφάλι μας δίνοντας μια εκτυφλωτική λάμψη στην προστατευμένη από βαριά τζάμια προβλήτα.
Ένας χαρωπός Άγιος Βασίλης στρουμπουλός με πλησιάζει, κρατά ένα καμπανάκι.
«Ότι ευχηθείς», μου λέει «ότι ευχηθείς σήμερα, θα γίνει»…
Σκύβει και του μουρμουρίζω την ευχή μου.
Φεύγει γελώντας.
Η παλίρροια ανεβαίνει.
Τα κύματα σκάνε με μανία πάνω στα τζάμια, πλησιάζω κοντά και αγγίζω τον γυάλινο τοίχο.
Είμαι μέσα στο ωκεανό, στα σπλάχνα του.
Τι άλλο να ζητήσω;
Παίρνω τον δρόμο της επιστροφής, το κόκκινο κασκόλ στροβιλίζεται στον αέρα και χάνεται στο βάθος...
Το κοιτώ μόνο για λίγο και φεύγω με γρήγορο βήμα, η νύχτα έρχεται φουριόζα.
Και έχω ένα τρένο να προλάβω και μια ολόκληρη ζωή...

Καλά Χριστούγεννα να έχουμε και καλή χρονιά....

Χαμόγελα στα πρόσωπα και ζεστασιά στην καρδιά...



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου