Πέμπτη, 28 Ιανουαρίου 2016

Δεν περισσεύει κανείς άξιος, ευφυής και τολμηρός

Γράφει ο Ανακρέων Ματαράγκας
Σύμφωνα με έναν εμπειρικό ορισμό, η αισιοδοξία είναι το άθροισμα της ελπίδας πως τα πράγματα δεν θα γίνουν χειρότερα και της πίστης πως εμείς θα γίνουμε καλύτεροι.
Καθώς το 2016 έχει ήδη ξεκινήσει, τα νέα που ακούμε και οι αναλύσεις που διαβάζουμε δεν αφήνουν σημαντικά περιθώρια ελπίδας. Ενδεικτικά:
Στις 12 Ιανουαρίου σε άρθρο του o Nigel Lowry, ανταποκριτής στην Ελλάδα της ναυτιλιακής επιθεώρησης Lloyd's List, κατέληγε ως εξής: "...Confirmation of Cosco’s sole bidder status came on a bad day for the economy. Also on Tuesday, Canada’s Eldorado Gold mining group, which has made one of the largest foreign investments in Greece, announced it was curtailing one of its projects, with the loss of 600 jobs, citing the government’s “confrontational attitude” and bureaucratic delays."
Μία ημέρα αργότερα, σύμφωνα με
το ναυτιλιακό ειδησεογραφικό ιστότοπο "The Sea Nation", η εφημερίδα Wall Street Journal φιλοξενούσε τη δήλωση του εκπροσώπου της APM Terminals, Tom Boyd: "μετά από προσεκτική επανεξέταση καταλήξαμε στο συμπέρασμα ότι ο Πειραιάς δεν είναι μια ελκυστική επένδυση για μας".
Μία εβδομάδα πριν, η (μεγαλύτερη σε κυκλοφορία) βουλγαρική εφημερίδα "Sega" είχε κυκλοφορήσει με πρωτοσέλιδο «Thanks Greece», ευχαριστώντας μας (!) για τη δημιουργία 250.000 (;) νέων θέσεων εργασίας από την έλευση 60.000 (;) ελληνικών επιχειρήσεων.
Και μολονότι έχει μεσολαβήσει ένας χρόνος από το αφιέρωμα της εφημερίδας The Guardian, ο τίτλος παραμένει τραγικά επίκαιρος: "Young, gifted and Greek: Generation G – the world’s biggest brain drain"
Ελάχιστοι εξ ημών είναι σε θέση να γνωρίζουν τα πλήρη στοιχεία περί της μετανάστευσης Ελλήνων πολιτών και της αποχώρησης ελληνικών επιχειρήσεων και σίγουρα ο γράφων δεν συγκαταλέγεται μεταξύ εκείνων που έχουν πρόσβαση σε τέτοια πληροφόρηση. Ωστόσο, ουδείς είναι σε θέση να αμφισβητήσει πως το ρεύμα εξόδου από τη Χώρα αποτελεί μία δυσάρεστη πραγματικότητα.
Όταν λοιπόν στο αναιμικό επενδυτικό ενδιαφέρον επιχειρηματικών οίκων του εξωτερικού, ένας ουδέτερος παρατηρητής αθροίσει το "business run" των εκατοντάδων (ή χιλιάδων) Ελληνικών επιχειρήσεων και στο άθροισμά τους προσθέσει το "brain drain" δεκάδων (ή εκατοντάδων) χιλιάδων Ελλήνων επιστημόνων και επαγγελματιών, καταλήγει με σχετική βεβαιότητα στο συμπέρασμα πως η Χώρα μας τιμονεύεται πρόσω ολοταχώς προς την "τέλεια καταιγίδα".
Πολιτική αστάθεια, κομματική αναξιοπιστία, κεφαλαιακοί έλεγχοι, υπερφορολόγηση, εύθραυστο τραπεζικό σύστημα, γραφειοκρατία... Οι λόγοι είναι ασφαλώς πολλοί και η συμμετοχή ενός εκάστου ποικίλει, ανάλογα με την οπτική γωνία του καθενός. Το αποτέλεσμα όμως παραμένει: η αρνητική ψυχολογία εντός και η άσχημη εικόνα εκτός οδηγούν στη μείωση των επενδύσεων και στην αύξηση της ανεργίας.
Εάν υποθέσουμε -για λίγα δευτερόλεπτα- πως οι Έλληνες πολίτες, που δεν μισθοδοτούνται και δεν συνταξιοδοτούνται από το Ελληνικό κράτος, λάβουν και αποδεχθούν μία πρόσκληση από Χώρα της αρεσκείας τους προκειμένου να εργαστούν εκεί: Ποιοι θα μείνουν, τι θα υπομείνουν και τι θα ελπίζουν όσοι απομείνουν εδώ; Ευτυχώς για τη δική μας Χώρα, τέτοια μαζική πρόσκληση δεν υπάρχει. Υπάρχει όμως η ατομική πρόκληση να φύγουν οι πιο άξιοι, οι πιο ικανοί, οι πιο ευφυείς, οι πιο αποφασισμένοι, οι πιο ευπροσάρμοστοι και οι πιο τολμηροί. Ή για να είμαστε ακριβείς: να φύγουν όσοι δεν έχουν ήδη φύγει.
Ας υποθέσουμε τώρα -για ακόμη λιγότερα δευτερόλεπτα- πως η κατάσταση εντός Ελλάδας συνεχίσει ως έχει. Αντίστοιχα και αναμενόμενα, θα συνεχίσει ως έχει και η φυγή, με την επίγνωση ή την απόγνωση του "sauve qui peut". Και εν τέλει θα καταλήξουμε να μείνουμε "εμείς". Οι όποιοι και όσοι "εμείς", που -ακόμη και εάν θέλουμε- απλώς δεν μπορούμε να φύγουμε. Είτε γιατί είμαστε πιο μεγάλοι από όσο πρέπει είτε γιατί δεν είμαστε όσο καλοί πρέπει. Εκτιμώ -και εύχομαι- πως όλοι αντιλαμβανόμαστε πως δεν έχει νόημα να αναπτύξουμε περισσότερο ένα τέτοιο απευκταίο σενάριο.
Μοιραία λοιπόν, περιοριζόμαστε στο δεύτερο συστατικό της αισιοδοξίας: την πίστη πως εμείς θα γίνουμε καλύτεροι. Το ευτυχές της υπόθεσης είναι πως -προϊόντος του χρόνου- ολοένα και περισσότεροι πολίτες αποδεικνύεται πως ασπάζονται την άποψη πως δεν μπορούμε να γίνουμε καλύτεροι, εν απουσία θετικών προτύπων, ισχυρών κινήτρων και υγιούς ανταγωνισμού. Επιστημονικά, επαγγελματικά, επιχειρηματικά και πολιτικά. Ως κοινωνία, πλεύσαμε επί σειρά ετών σε ρότα ήσσονος προσπάθειας, εξιδανικεύοντας τη μετριότητα και επιβραβεύοντας τη φαυλότητα.
Πλέον, καθίσταται σαφές πως ακόμη και εάν ήταν ο γιαλός, σίγουρα ήμασταν κι εμείς που στραβά αρμενίζαμε.
Το 2016 μπορεί να είναι ένα ακόμη έτος κρίσης και δοκιμασίας, αλλά δεν πρέπει να είναι μία ακόμη χαμένη χρονιά ακρισίας και άρνησης παραδοχής.
Ο Douglas MacArthur είχε πει πως είμαστε νέοι όσο η πίστη μας, γέροι όσο η αμφιβολία μας. Νέοι όσο η αυτοπεποίθησή μας, γέροι όσο ο φόβος μας. Νέοι όσο η ελπίδα μας, γέροι όσο η απελπισία μας.
Με τον προσήκοντα σεβασμό σε ένα Στρατηγό πέντε αστέρων, ας μας επιτραπεί να προσθέσουμε πως δεν έχει σημασία πόσοι θέλουν, αλλά ποιοι θα τολμήσουν. Δεν έχει σημασία πόσοι περιμένουν αλλά ποιοι ετοιμάζουν. Δεν έχει σημασία πόσοι ονειρεύονται, αλλά ποιοι σχεδιάζουν. Δεν έχει σημασία ότι το 2015 τελείωσε. Έχει σημασία ότι το 2016 ξεκίνησε και είτε νέος είτε μη, δεν περισσεύει κανείς άξιος, ικανός, ευφυής, αποφασισμένος, ευπροσάρμοστος και τολμηρός.

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην ναυτιλιακή εφημερίδα  «Ακτή Μιαούλη», με τίτλο "Περί ελπίδας και πίστης".

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου