Παρασκευή, 25 Σεπτεμβρίου 2015

ΕΥΑερα: Μια κούκλα στο κουτί


Γράφει
η Εύα Τσαροπούλου


Μου πήρε μια βδομάδα να γεννηθώ.
Δεν αποφάσιζα να έρθω σε τούτο τον κόσμο, στύλωνα τα ποδάρια μου μέσα στα τοιχώματα της μήτρας της μάνας μου κι ούρλιαζα να μείνω μέσα.
Προστατευμένη, εκεί στο σάκο, τα είχα όλα: τροφή, ύπνο και χάδια, γιατί να θέλω να βγω; Σαν κάτι να μου έλεγε πως εκεί έξω θα τα βρω σκούρα κι ας κάτσω καλύτερα να παριστάνω το αυγό.

Δεν ήταν στο χέρι μου όμως να παραμείνω, με τραβήξανε κάποτε με το ζόρι!
Ήμουνα λέει «κορίτσι, μια κούκλα στο κουτί».
Έκανα το γιατρό να καμαρώνει, λες και
με φύτεψε εκείνος εκεί μέσα.

Γεννιέσαι εξυπηρετώντας τις προδιαγραφές.
Είσαι κορίτσι κι είσαι μια κούκλα στο κουτί…
Να σε κοιτάζουνε, να σε αγγίζουνε, να παίζουνε μαζί σου…
Αν το καλοσκεφτείς, λίγο πολύ, αυτή μοιάζει να είναι η ιστορία της ζωής κάθε γυναίκας…
Γεννιέσαι γυναίκα και πρέπει να προσπαθείς για όλα πιο πολύ.

Ακόμα και για το όνομά σου.
Πρόσεξες πως είναι γενική το όνομά σου; Και μάλιστα γενική κτητική!
Η κόρη του τάδε και πιο παλιά, η σύζυγος του δείνα. 
Πάντως, σίγουρα, η «κάτι του κάποιου», ούτε καν η «κάποια» του!

Πόσος αγώνας να «μην είσαι του πατρός σου, να μην είσαι του ανδρός σου και να είσαι απλά ο εαυτός σου»!

Μετά μεγαλώνεις. Πας σχολείο.
Ευτυχώς, στα χρόνια τα δικά μου, η γνώση ήταν ένα δικαίωμα που είχε προ πολλού κατακτηθεί.
Αλλά κι εκεί η κούρσα συνεχίζεται, γιατί ταυτόχρονα με όλα τα σχολικά, εσύ πρέπει να περάσεις απ’ την αχαριστία της εφηβείας, στη γυναικεία κομψότητα.
Απ’ τις ελβιέλες στα ψηλοτάκουνα. 
Κι όλα αυτά με χάρη, ματώνοντας ταυτόχρονα και μια βδομάδα κάθε μήνα, τιμωρία-κληρονομιά, απ’ τη ζωηρή γιαγιά σου, την Εύα.

Κάνεις φίλους. Κάνεις σχέσεις. Αγαπάς.
Ξαναγίνεσαι η κούκλα στο κουτί.
Σε κοιτάζουν, σε αγγίζουν, σε εγκρίνουν ή σε απορρίπτουν, ακριβώς όπως διαλέγει ένα παιδί το δώρο του και, αν είσαι αρκετά τυχερή και σε θελήσουν, μετά σε χρησιμοποιούν για να παίζουνε μαζί σου!

Πόσος αγώνας, μόνο και μόνο για να είσαι το καλύτερο παιχνίδι, στη βιτρίνα της ζωής…

Ύστερα μεγαλώνεις κι άλλο. Αρκετά για να μπορείς να δουλέψεις, να μπορείς να κερδίσεις τη ζωή σου, υποτίθεται, το ίδιο καλά με τον παλιό συμμαθητή σου. 
Αλλά δεν τα καταφέρνεις ποτέ κι ας έχει κατακτηθεί προ πολλού και το δικαίωμα να φοράτε και οι δύο παντελόνια. 
Κι ας ήσουνα εσύ καλύτερη μαθήτρια από εκείνον στο σχολείο.
Ας ήσουνα πιο έξυπνη.

Φαίνεται τα δικά σου παντελόνια, ράφτηκαν για να τονίσουν τις γραμμές σου, ενώ τα δικά του, για να γεμίσουν απ’ τη «βαριά του εξάρτηση», ένα μεγάλο «προσόν», που δυστυχώς, δεν προβλεπόταν για σένα απ’ τον κατασκευαστή σου. 
Στο κάτω κάτω, τι ψάχνεις;
Ένα πλευράκι ήσουν, από τον παππού σου, τον Αδάμ, μην τα ζητάς και πιο πολλά!  

Έτσι «κερδίζετε» κι οι δύο τη ζωή σας, σ’ ένα παιχνίδι που κάποιος το «έραψε», ξεχνώντας να πάρει μέτρα κι απ' τους δυο.
Κακός ο ράφτης, μα, αν το καλοσκεφτείς, τι είναι;
Μόνο κουτά παντελόνια, σχεδιασμένα να φουσκώνουν σε διαφορετικά σημεία.
Όχι δηλαδή, για να μην δίνουμε μεγάλη αξία και στις διαφορές!

Αν τύχει να γκρινιάξεις για όλα τούτα, πίνοντας καφέ, μια Κυριακή πρωί στη μάνα σου, θα σου πει «να μην μιλάς, να λες κι ευχαριστώ που έχεις μια δουλειά και στο κάτω της γραφής, τι σε νοιάζει εσένα αν αυτός παίρνει περισσότερα, αφού εσύ θα παντρευτείς και θα κάνεις οικογένεια μια μέρα».
Κουνάς το κεφάλι σου καταφατικά.
Βαριέσαι να ανοίξεις συζήτηση μαζί της. Δεν οδηγεί πουθενά, εκείνη έζησε μια άλλη εποχή και πού ν’ αλλάζει μυαλά τώρα!
Προτιμάς να επικεντρωθείς στον καφέ σου, που του έχει παραπέσει η ζάχαρη!
Τώρα πρέπει να κάνεις τρεις μέρες δίαιτα να χάσεις τις θερμίδες κι αυτό από μόνο του σου είναι αρκετή σκοτούρα!
Αυτό είναι πρόταγμα της δικής σου εποχής!

Και δες τώρα!
Μια μέρα, τελικά, παντρεύεσαι και κάνεις οικογένεια.
Είδες που η μάνα σου ήξερε τι έλεγε;
Κληρονομικό χάρισμα, το λένε και το έχουν όλες οι μανάδες, από κατασκευής τους.

Πραγματοποιείς το όνειρό της να σε «καμαρώσει νυφούλα, με λουλούδια στα μαλλιά, να φτιάχνεις το καινούργιο σπιτικό σου».
Βλέπεις, κάπου εκεί τελειώνει η έγνοια της για σένα, αφού πλέον «βρήκες τον προορισμό σου»…

Το στήνεις λοιπόν το έρμο το σπιτικό, για να ανακαλύψεις πως δεν γράφει πουθενά «The End» στο ηλιοβασίλεμα, όπως δείχνουν οι ταινίες με τα ερωτευμένα ζευγαράκια. 
Γιατί το «σπιτικό» θέλει κάθε μέρα τσουκάλιασμα, σκούπισμα, πλύσιμο και σιδέρωμα.
Και κουμπιά!
Πολλά κουμπιά, που όλο έχουνε την τάση να δραπετεύουν απ’ τα πουκάμισα και να ’τανε τα δικά σου, δεν πείραζε! 

Μάταια προσπαθείς  να θυμηθείς ποιος αποφάσισε και πότε πως αυτή πρέπει να είναι η δική σου συνεισφορά στο νέο σπιτικό, μάταια προσπαθείς να καταλάβεις ποιος τα μοίρασε έτσι, ώστε εσύ να πρέπει να συνεχίζεις να δουλεύεις, ακόμα κι όταν γυρνάς απ’ τη δουλειά.
Και τι είδους μοιρασιά είναι πάλι τούτη, που προϋποθέτει πως η δική σου μέρα έχει 48 ώρες και όλες πρέπει να είναι εργάσιμες;

Μα πού να το ’βρεις;
Η σκέψη σου θολώνει απ’ τον ιδρώτα που σου χαλάει τα τσουλούφια, καθώς, σκυμμένη πάνω από μία λεκάνη τουαλέτας, είσαι ταυτόχρονα αναποφάσιστη για το αν το καθαριστικό που λέει πως είναι για τα μάρμαρα, κάνει και για την πορσελάνη της λεκάνης σου.
Τόσα θεμελιώδη ερωτήματα μαζεμένα, πώς γίνεται ν’ απαντηθούν με μιας;

Έπειτα, α… έπειτα αξιώνεσαι να γίνεις «Μάνα»!

Χωρίς να το καταλάβεις, κάποιος προσπαθεί να τραβήξει από μέσα σου ένα πλάσμα που αρνείται κατηγορηματικά να βγει, εκδικούμενο τη δική σου μάνα γι’ αυτά που τράβηξε από σένα!
Κι όταν τελικά στο βγάζει με το ζόρι, σκίζοντάς σε στα δύο, αρχίζει ένας άλλος Γολγοθάς. Ετούτο το άγνωστο πλάσμα, που τρώει, κλαίει, κατουριέται, πρέπει, λέει –εσύ- να το φτιάξεις άνθρωπο!
Να το μεγαλώσεις, γιατί είσαι η Μάνα!
Ποιος μπορεί να το κάνει καλύτερα από σένα, που αξιώθηκες;
Για εκείνον που σε «αξίωσε»… ούτε λόγος!

Με τα μάτια κόκκινα απ’ την αϋπνία, με τα μαλλιά αχτένιστα κάτι μήνες, με το σώμα σου να μοιάζει με ξεχαρβαλωμένο ακορντεόν, με τα στήθη σου βαριά, να κρέμονται όλη την ώρα έξω από ένα μπλουζάκι που δεν προλαβαίνεις να το πλύνεις, αναπολείς με αγάπη τις μέρες που ο μόνος σου αγώνας ήταν με τη λεκάνη της τουαλέτας και με τις άτακτες τουφίτσες των μαλλιών σου! 
Εκείνος ο συνάδελφος που δεν είχε ούτε τα μισά σου προσόντα κι έπαιρνε πάντα μεγαλύτερο μερίδιο απ’ την πίτα στη δουλειά, τώρα μοιάζει να σου είναι εξαιρετικά συμπαθής, τόσο καιρό που έχεις να τον δεις.
Άσε που νοσταλγείς την εικόνα σου με τα παντελόνια να διαγράφουν τέλειες καμπύλες που ταυτόχρονα –και- ανήκουν σε σένα –και- βρίσκονται στο σωστό μέρος του σώματός σου!
Το πίσω!

Γιατί, χρειάζεται, επιβάλλεται μην σου πω, πριν προλάβεις καν να συνέλθεις απ' την ταλαιπωρία που έχει υποστεί το έρμο σου κορμί, να συνεχίσεις να είσαι μια «κούκλα στο κουτί»!
Είναι ανάγκη να είσαι όμορφη και μοσχομυρισμένη, επιθυμητή κι ακούραστη.
Γιατί αυτός ο ρόλος είπαμε, είναι γραμμένος για σένα απ’ την ώρα που γεννήθηκες.
Ελπίζω τουλάχιστον, να αξίζει ολάκερη η θυσία και να ευχαριστιέσαι κι εσύ, τις ώρες που… αξιώνεσαι!

Όχι, όχι, δεν ανησυχώ καθόλου! Δεν θα το βάλεις ποτέ κάτω!
Θα αποδείξεις σε όλους πως όλα τα καταφέρνεις!
Στη δουλειά, η καλύτερη, στο σπίτι, η καλύτερη, στο παιδί σου, η καλύτερη, ερωμένη, η καλύτερη!
Κι επειδή σου περισσεύει και λίγος χρόνος, θα ασχοληθείς και με την κοινωνία! Για να τα καταφέρεις κι εκεί καλύτερα απ’ άλλους.

Σε τούτο το τελευταίο, μην βιαστείς να ζητήσεις βοήθεια απ’ τις άλλες, παλιές σου συμμαθήτριες, που πάνω κάτω τα ίδια με σένα περάσανε. Γιατί τη βοήθεια αυτή φοβάμαι πως δύσκολα θα σου τη δώσουν.
Ίσως, αν τα παντελόνια δεν σου πάνε τόσο πολύ, αν δεν δείχνεις τόσο «καλύτερη» -κι ας είσαι- αν δεν είσαι τόσο «κούκλα στο κουτί» ή τόσο έξυπνη ή τόσο άξια, ίσως τότε να σου δώσουν ένα χεράκι να διακριθείς. Όχι γιατί είναι κακές, μωρέ, αλλά γιατί στο διάβα της ζωής, κουράστηκαν κι εκείνες να αγωνίζονται και στάθηκαν στην άκρη των κουλουάρ.
Όσο να πεις, δεν είναι κι εύκολο, δεν είναι πάντα αποδεκτό, εσύ να στέκεσαι και να χειροκροτείς εκείνον που ακόμα αντέχει να συνεχίζει…
Ποιος έχασε την τελειότητα για να τη βρούμε εμείς; 
Εμείς που, τι είμαστε; Μόνο καλογυαλισμένα άλογα κούρσας…

Στη ζωή αρέσει να σου κάνει πλάκα, οπότε σε ξυπνάει μια μέρα, πολλά χρόνια μετά και σου βάζει μες στη μούρη έναν καθρέφτη, αναγκάζοντάς σε να ρωτήσεις, σαν άλλη μητριά της Χιονάτης, αν υπάρχει στο βασίλειο άλλη πιο όμορφη από σένα.
Καημένη μου! Μην ξεγελαστείς! Να μην ρωτήσεις!
Διότι η απάντηση δεν θα είναι ποτέ αυτή που θέλεις να ακούσεις.

Ένα μόνο είναι στο χέρι σου: Να διαλέξεις, αν θα είσαι η Χιονάτη ή η μητριά της. 
Αν θες οι απαντήσεις που θα λάβεις να είναι άλλες, μόνο να κάνεις αλλιώς τα πράγματα μπορείς.

Μπορείς να δεις πού είναι το λάθος;

Διαβάζοντας τούτη εδώ τη μεγάλη ιστορία, τη δική σου ιστορία, μήπως εντόπισες πουθενά το άλλο μισό της Ανθρωπότητας;
 Όχι.
Βλέπεις, εγώ γράφω για μένα, που είσαι εσύ. Δεν έχω πει τίποτα για εκείνον.
Όμως, εδώ είναι νομίζω το λάθος και το δικό μου και το δικό σου:

Κι εκείνος είσαι εσύ…

Κάποτε στήθηκε για σας τους δύο ένα παιχνίδι άδικο.
Δεν σας ρώτησαν για τους κανόνες, απλώς σας τοποθέτησαν σαν πιόνια.
Κι εσείς, συνεχίζετε να πρωταγωνιστείτε σε αυτή τη συνωμοσία των φύλων, χωρίς να πάει ο νους σας πως μπορείτε να αλλάξετε τους κανόνες.
Όχι ίσως ο καθένας μόνος, αλλά μαζί σίγουρα!

Μαζί μπορείτε να διδαχθείτε απ’ την αρχή πως όλα όσα ήρθατε να φτιάξετε σε τούτο τον κόσμο, φτιάχνονται καλύτερα, όταν το ρόλο του κεφαλιού κι εκείνον τον άλλον, του λαιμού, τον παίζετε εναλλάξ. Ναι, το δίκιο ίσως το έχει πάντα μόνο ένας τη φορά.
Αλλά όχι ο ίδιος ένας, όχι κάθε φορά.
Μην του χρεώνεις πως εκείνος το διεκδικεί πάντα για λογαριασμό του, γιατί μπορεί να μην είναι έτσι…

Αν δεν θέλεις να περιμένει από σένα να είσαι ο «μάστερ σεφ», τότε μην περιμένεις από κείνον να είναι ο «κουβαλητής» της πρώτης ύλης που θα μαγειροτσουκαλιάσεις!
Τούτοι οι ρόλοι και τα άγχη τους, όσο βαραίνουν εσένα, βαραίνουν κι αυτόν κι ούτε κι εκείνον τόνε ερώτησαν όταν του τους ανέθεσαν.

Αν νιώθεις ευλογημένη γιατί έγινες «Μάνα», αναγνώρισέ του ότι εκείνος βοήθησε να «ευλογηθείς» κι απολαύστε από κοινού τις ευθύνες και τη χαρά ενός δημιουργήματος που χρειαστήκατε -και-οι δύο για να γίνει!
Γιατί κι εσύ τον αξίωσες να γίνει «Πατέρας», οπότε κανείς δεν χρωστάει σε κανέναν, κανείς δεν έχει αξιωθεί πιο πολύ απ’ τους δύο.
Οπότε, γιατί εσύ να δικαιούσαι μεγαλύτερο κομμάτι απ’ το παιδί σου ή να πρέπει να ξυπνάς απ’ την ευθύνη της ανάσας του περισσότερο από εκείνον;
Μην βιαστείς να πεις ότι στο ζήτησε.
Όχι μόνο επειδή το κουβαλούσες εννέα μήνες στην κοιλιά σου, αυτό δεν είναι πια αρκετά καλή δικαιολογία.

Θα μου πεις: «Πάλι εγώ πρέπει να τα σκεφτώ όλα αυτά; Εγώ να κουραστώ να αναγνωρίσω, να δεχτώ, να εκπαιδεύσω;»
Αλήθεια, η εκπαίδευση των ανθρώπων είναι δουλειά πολύ κοπιαστική και σίγουρα, δεν είναι μόνο δική σου. Ζήτα τη βοήθειά του, μην τον υποτιμάς, πιστεύοντας ότι δεν θα στη δώσει... Μην τον αδικείς.

Ξέρεις, οι κοινωνίες δεν αλλάζουνε μέσα σε μία μέρα, ούτε καν μέσα σε μία ζωή.
Μπορείς να σπαταλήσεις όλο σου το είναι και να χρειαστούν τρεις ζωές ακόμα, για να μπορέσει κάποτε η τρισέγγονή σου να παίρνει τα ίδια χρήματα με τον λιγότερο ικανό συμμαθητή της.
Αλλά παραδέξου, ο κόσμος προχωράει, έστω κι έτσι!

Δεν ήταν έτσι στα χρόνια της μάνας σου, άρα σταμάτα να κουνάς το κεφάλι σου όταν πίνεις καφέ μαζί της και πες της το! Θα το καταλάβει, αν της το πεις!
Οι εποχές αλλάζουν!
Οι άνθρωποι αλλάζουν και, στα χρόνια της τρισέγγονής σου, θα έχουν αλλάξει κι άλλο…

Απ’ το μικρόκοσμό μας ξεκινάμε…

Αν όμως δεν μάθεις να συνεργάζεσαι με το άλλο μισό του πληθυσμού αυτού του πλανήτη…
Αν δεν αποφασίσεις πως αυτή είναι μια δουλειά που πρέπει να την κάνετε μαζί, αγκαλιάζοντας με κατανόηση όλα εκείνα που σας κάνουν να είστε διαφορετικοί, γιατί αυτά ακριβώς είναι που αξίζουν...
Αν δεν αποδεχτείς ότι δεν χρειάζεται να αποδεικνύεις συνεχώς πόσο καλύτερη είσαι, αφού κι εκείνος ευθύνεται να αποδείξει το ίδιο, αρκεί να του δώσεις την ευκαιρία να το κάνει…
Αν συνεχώς αναλαμβάνεις να τα κάνεις εσύ όλα αυτά, θεωρώντας σίγουρο ότι εκείνος δεν θα συμμετάσχει…
Αν δεν του δώσεις μια ευκαιρία να αποδείξει πως κι εκείνος γραμμένα τα βρήκε και δεν τα ζήτησε ποτέ να είναι έτσι…
Αν δεν καταφέρεις να τον συγχωρέσεις που τον έχουν μεγαλώσει πιστεύοντας πως δεν πρέπει να κλαίει, τουλάχιστον όχι την ώρα που διαφεντεύει τούτο τον κόσμο -κι εσένα μαζί- και δεν τον αφήσεις να σε συγχωρέσει που κι εσένα σε έχουν μεγαλώσει να θεωρείς ότι του επιτρέπεται να σε διαφεντεύει, χρεώνοντάς σου μία αδυναμία, που δεν την έχεις στ’ αλήθεια…
Αν δεν τον αγαπήσεις σαν τον εαυτό σου…

Τούτος ο κόσμος, πίστεψέ με, θα προχωράει μπουσουλώντας και τρεκλίζοντας κι ίσως ούτε η τρισέγγονή σου να μην τον προλάβει αλλαγμένο…

Μα αν πάλι σε κουράζουν όλα τούτα, γιατί τα θεωρείς μάταια, μπορείς πάντα να συνεχίσεις να αποδέχεσαι να είσαι η κούκλα στο κουτί…
Θα σε κοιτάζουν, θα σε αγγίζουν, αλλά πάντα θα παίζουν μαζί σου…



Κι αν η ιστορία μου αυτή, σας φάνηκε λίγο πικρή, ο James Brown επιβεβαιώνει μια αλήθεια: Ακόμα «Its a mans world», όμως επίσης είναι αλήθεια πως «women make better men…»


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου