Πέμπτη, 24 Μαρτίου 2016

Το προσφυγικό κι η ευρωπαϊκή ασφάλεια

Από τη Θεσσαλονίκη
γράφει
ο Μιχάλης Δεμερτζής

Η κύρια διαφορά ανάμεσα στη περίπτωση της 13ης Νοεμβρίου και αυτή της 22ης Μαρτίου έγκειται στη καθαρότητα του συμβολισμού.
Αν και η Γαλλία είναι χώρα-ορόσημο του ευρωπαϊκού πολιτισμού, το δεύτερο τρομοκρατικό χτύπημα επικεντρώνεται πολύ περισσότερο στην ίδια την Ευρώπη από ότι στο Βέλγιο συγκεκριμένα ή στη Δύση γενικότερα.
Αν οι Βρυξέλλες δεν αποτελούσαν την ντε φάκτο πρωτεύουσα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, είναι πολύ
πιθανό να μην απασχολούσαν τους τρομοκράτες του ISIS.
Το θέμα της ασφάλειας που εγείρεται λοιπόν, δεν αφορά γενικά και αόριστα τον «δυτικό κόσμο».
Αφορά (εκτός από το ίδιο το Βέλγιο φυσικά) τα κράτη-μέλη της ΕΕ και είναι σχεδόν σίγουρο πως θα ενισχύσει ακόμα περισσότερο τις τάσεις εσωστρέφειάς τους και θα αυξήσει την πίεση προς τη χώρα μας.
Καταρχάς, τίθεται εν αμφιβόλω το σχέδιο διασποράς των προσφύγων από την Ελλάδα στην υπόλοιπη Ευρώπη και, κατά δεύτερον και σημαντικότερον, η Ελλάδα σταδιακά (όσο δεν ανταποκρίνεται στις υποχρεώσεις της) καθίσταται ένα επιζήμιο για την ασφάλεια της Ένωσης μέλος.
Με άλλα λόγια, υπό τις παρούσες συνθήκες, μία χώρα της ΕΕ (η Αυστρία εν προκειμένω) δεν θα αισθάνεται απλά νομιμοποιημένη να γκρινιάζει για την ανυπαρξία του ελληνικού κράτους, επειδή η ίδια «δεν αντέχει να φροντίζει τους πρόσφυγες», αλλά και να το καθιστά υπόλογο για ζητήματα της δικής του εσωτερικής ασφάλειας.

Με αυτά τα δεδομένα, δεν υπάρχουν περιθώρια ευελιξίας πια για την Ελλάδα.
Αν η κυβέρνηση νομίζει πως υπάρχουν, επιβαρύνει τη θέση της χώρας.
Δεν γίνεται να επικαλούμαστε επ’ άπειρον τον ανθρωπισμό, ώστε να μην κάνουμε τα αυτονόητα, όχι ως χώρα σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης (που δεν απέχουμε και πολύ από αυτό), αλλά ως οργανωμένο κράτος.
Μπορεί να είμαστε ένας λαός που αρέσκεται στη θεσμική χαλαρότητα- και δεν είμαστε ο μόνος- αλλά δεν νοείται να κυκλοφορεί εντός μίας ευνομούμενης πολιτείας ελεύθερο, χωρίς κανένα περιορισμό, ένα άτομο χωρίς στοιχεία.
Παλιότερα, μπορεί αυτό να ήταν ανεκτό, όμως οι συνθήκες διέφεραν αρκετά από τις παρούσες.

Επιπλέον, οι θεσμοί και οι νόμοι υπάρχουν ακριβώς για να μπορεί το κράτος να ξεπερνάει όσο το δυνατόν αποτελεσματικότερα και ανώδυνα τις κρίσεις.
Μία κρίση είναι και το προσφυγικό και ο δημόσιος διάλογος για την αντιμετώπισή της δεν έχει κανένα νόημα, αν το κράτος απέχει.
Ας είναι παρόν, και κατόπιν ας συζητήσουμε αν οι πρακτικές του είναι «ανθρωπιστικές».  
Το να απέχει δεν είναι ούτε «ανθρωπιστικό» ούτε «απάνθρωπο».
Είναι απαράδεκτο.
Η ισορροπία ανάμεσα στην ελευθερία και την ασφάλεια αφορά μόνο και πάντα το θεσμικό τοπίο μίας πολιτείας. Αυτό εξασφαλίζει, διευρύνει ή καταπιέζει την ελευθερία του ατόμου.
Η θεσμική απουσία δεν δικαιολογείται στο όνομα καμίας ελευθερίας.
Αντίθετα, ευνοεί την ασυδοσία γιατί καταργεί το κοινωνικό πλαίσιο, δηλαδή τους κανόνες κάθε κοινωνίας.
Αν θέλουμε οι κανόνες μας να σταματούν στην Ειδομένη, ας τραβήξουμε μια γραμμή για να την κάνουμε αυτόνομο κρατίδιο.
Ειδάλλως, η απουσία του κράτους από το πρόβλημα δεν δικαιολογείται από πουθενά.
Αν δε οι κανόνες μας είναι ανεπαρκείς για να ελέγξουμε το πρόβλημα, μπορούμε να ανατρέξουμε στο επόμενο κανονιστικό πλαίσιο που μας περιλαμβάνει:
Σύμφωνα με την ευρωπαϊκή νομοθεσία, επιτρέπεται η κράτηση όσων δεν αιτούνται άσυλο και από πουθενά δεν προκύπτει ότι η «κράτηση» σημαίνει αυτόματα και «απάνθρωπες συνθήκες».

Ο δημόσιος διάλογος αυτή τη στιγμή κινείται στο κατά πόσο μία «Αμυγδαλέζα» είναι προτιμότερη από μία «Ειδομένη», λες και ο ανθρωπισμός πρέπει υποχρεωτικά να απουσιάζει από τις ελληνικές κρατικές δομές.
Το ζήτημα εδώ όμως είναι η ικανότητα της Ελλάδας για τις απαραίτητες δομές.
Αυτές απαιτούν σκληρή δουλειά και οργάνωση, καθώς, εκτός από τις συνθήκες αξιοπρεπούς διαβίωσης, οφείλουν να προσφέρουν στα άτομα την προοπτική καλύτερου μέλλοντος (προώθηση σε άλλο ευρωπαϊκό κράτος ή ενσωμάτωση στη κοινωνία μας), εξετάζοντας ξεχωριστά τις περιπτώσεις τους, διασταυρώνοντας τα στοιχεία που τους αφορούν, παρέχοντάς τους κίνητρα συνεργασίας κ.α.
Ωστόσο, γνωρίζουμε το ανεπαρκές οργανωτικό επίπεδο της χώρας μας και τη κάκιστη σχέση της κυβέρνησης Συριζανέλ με τη δουλειά.
Η οποία κυβέρνηση, όπως συμβαίνει με οποιονδήποτε μένει αδρανής ενώ όλα γύρω του αλλάζουν, τιμωρείται από τις εξελίξεις.
Σύρθηκε να εφαρμόσει μία συμφωνία η οποία έχει ήδη ξεπεραστεί από τα γεγονότα, εξ αιτίας των οποίων θα κληθεί οσονούπω να αυστηροποιήσει τον έλεγχο, τόσο στις εξ ανατολών εισροές, όσο και στους ήδη υπάρχοντες μετανάστες/πρόσφυγες.
Είναι απορίας άξιο πώς θα ανταπεξέλθει σε τέτοιες αξιώσεις, όταν για παράδειγμα ο υπουργός Προστασίας του Πολίτη αποφεύγει στις τηλεοπτικές του εμφανίσεις να απαντήσει ευθέως σε οποιαδήποτε ερώτηση που ξεκινά με «Τί θα γίνει, εάν..».
Όλες οι απαντήσεις του θα μπορούσαν να είναι ένα απλό «Θα επιβληθεί η τάξη» ή «Θα εφαρμοστεί ο νόμος».
Φευ... Η δημόσια εκφορά λέξεων όπως «τάξη», «νόμος», «επιβολή» μάλλον έχει απαγορευθεί στους υπουργούς από την κυβέρνηση.
Εντούτοις, όσο κι αν στο εσωτερικό η κοινωνία ανέχεται αυτή τη κυβερνητική πολιτική, στο εξωτερικό, όπως προείπαμε, τα περιθώρια ευελιξίας έχουν στενέψει.
Δεν μπορεί η χώρα να παραμείνει μέλος της ΕΕ και να μην έχει την εμπιστοσύνη των άλλων μελών σε θέματα ασφάλειας.
Τα κυρίαρχα κράτη έχουν τη πολιτική νομιμοποίηση να μην ρισκάρουν την εισροή μουσουλμάνων προς όφελος μίας αδύναμης ένωσης, η οποία ούτως ή άλλως δεν έχει το θεσμικό οπλοστάσιο να ανταπεξέλθει στη νέα πρόκληση.
Αυτό σημαίνει πως το πεδίο που θα διεξαχθεί η (κρίσιμη για το μέλλον της ΕΕ) σύγκρουση μεταξύ των κρατών-μελών πάνω στα εν λόγω ζητήματα, είναι η Ελλάδα.

Η κυβέρνησή μας, ως συνήθως, θα παρακολουθεί άπραγη, και εμείς θα περιμένουμε, μετά τη μεταφορά των ευρωπαϊκών συνόρων στα νώτα μας, να μας ανακοινώσουν και την υποχρέωση έκδοσης βίζας για τα ταξίδια μας στην υπόλοιπη ήπειρο.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου