Δευτέρα, 14 Μαρτίου 2016

…Κάλλιο τούρκικο φακιόλι παρά …Φράγκος εις την Πόλη

Από τη Θεσσαλονίκη
Γράφει
ο Μιχάλης Δεμερτζής

Σε μια προσπάθεια καταμερισμού των ευθυνών για τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν η χώρα και η ευρωπαϊκή ήπειρος, το ασφαλέστερο είναι να έχουμε ως βάση την άποψη που υποστηρίζει ότι για τα δεινά της Ελλάδας, την ευθύνη έχει η Ελλάδα και για τα δεινά της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής «ΕΕ»), την ευθύνη έχει η ίδια η Ένωση.
Ωστόσο, γνωρίζουμε ότι αυτό δεν είναι απόλυτο και πως, ιδιαίτερα τον καιρό της παγκοσμιοποίησης, κανένα κοινωνικό και
πολιτικό ζήτημα δεν αναλύεται επαρκώς αν δεν ληφθούν υπόψη και εξωγενείς παράγοντες.
Αναμφισβήτητα λοιπόν, η Ελλάδα έχει ένα σημαντικό μερίδιο ευθύνης για τα ευρωπαϊκά προβλήματα (άλλωστε είναι, ακόμα, μέλος της ΕΕ) και, από την άλλη, η ΕΕ έχει κάνει τα δικά της λάθη στην αντιμετώπιση του ελληνικού ζητήματος.
Σ’ ένα αμιγώς πολιτικό επίπεδο, κατά τη γνώμη μας, οι ευθύνες της ΕΕ συνοψίζονται στη φράση του Ζ.Κ. Γιουνκέρ που αφορά στην αρχή της κρίσης και μας πληροφορεί ότι:
 «Οι Γερμανοί έδειξαν τιμωρητική διάθεση απέναντι στην Ελλάδα».
Εδώ, ο πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, εκτός φυσικά από την λανθασμένη προσέγγιση της Γερμανίας στο ζήτημα, μας κοινοποιεί την αποδυνάμωση της Ένωσης.
Η Γερμανία ανέλαβε πρωτοβουλίες αρκετά νωρίς κι έφερε προ τετελεσμένων τους εταίρους της. Αυτό το γεγονός- το οποίο επ’ ουδενί δεν απαλλάσσει την Ελλάδα από τις δικές της ευθύνες (τις οποίες άλλωστε έχουμε αναπτύξει πολλάκις)- συντέλεσε σημαντικά ώστε οι διαπραγματεύσεις να διεξαχθούν περισσότερο με όρους δύναμης παρά με όρους ενότητας, με ό,τι δυσάρεστο αυτό συνεπάγεται.
Είναι δεδομένο πως η ΕΕ δεν είναι ένας απλός συνεταιρισμός κυρίαρχων κρατών.
Παρότι αντλεί ισχύ από αυτά, είναι κάτι περισσότερο από τη κάθε «Γερμανία» και αυτό συνεχίζει να υφίσταται, ακόμα και αν διάγει περίοδο κρίσης.  
Παρά ταύτα, το γερμανικό προσωπείο της Ένωσης αποτέλεσε έναν βασικό λόγο για την άνοδο του εθνικολαϊκισμού στη χώρα.
Δόθηκε στο κοινό εξ αρχής (και πολύ περισσότερο, μετά την αποχώρηση Σαρκοζί) η εντύπωση πως το επίπεδο της διαπραγμάτευσης είναι διακρατικό και είναι αλήθεια πως, στο θυμικό του Έλληνα, η Γερμανία ως σύμμαχος βρίσκεται πολύ χαμηλά στη λίστα προτίμησης. Σίγουρα πιο κάτω από Γαλλία, Ρωσία, ΗΠΑ, πιθανότατα ακόμα και Κίνα.
Ο ΣΥΡΙΖΑ και τα ακροδεξιά κόμματα εκμεταλλεύτηκαν το προαναφερόμενο λαϊκό αίσθημα στο έπακρο. Ο Αλέξης Τσίπρας στο συγκεκριμένο κομμάτι δικαίωσε τις προσδοκίες του κοινού του και μας απομάκρυνε από τους «αντιπαθείς» Γερμανούς, για να μας πάει.... στους Τούρκους!
Δεν γνωρίζουμε αν ο πρωθυπουργός επιθυμούσε να μας φέρει πιο κοντά στους «συμπαθέστερους» Ρώσους και τελικά δεν το πέτυχε, αλλά είναι μάλλον τυχερός που δεν υπάρχει ένας αντίστοιχος Τσίπρας στην αντιπολίτευση για να ερεθίζει προκλητικά τα αντιτουρκικά αισθήματα του κοινού.
Τελευταίο δείγμα αυτής της στροφής, η συμφωνία για Τούρκους παρατηρητές στα ελληνικά νησιά, προκειμένου να ελέγχει η απέναντι πλευρά τις επαναπροωθήσεις στο έδαφός της. Προφανώς συνηθίσαμε τόσο στην ανεπάρκειά μας, που μας φαίνεται λογικό να προσπαθούμε να λύσουμε ένα πρόβλημα, υποδεχόμενοι στην επικράτειά μας φορείς από το κράτος- δημιουργό του προβλήματος.
Θα χαρούμε ωστόσο να πληροφορηθούμε, ότι η συμφωνία περιλαμβάνει κάτι αντίστοιχο σε τουρκικό έδαφος. Την αποστολή ελληνικού κλιμακίου επί παραδείγματι, σε ενίσχυση των τουρκικών αρχών για την αντιμετώπιση των διακινητών.
Εντούτοις, αν ίσχυε κάτι τέτοιο, λογικά θα έσπευδε να μας το κοινοποιήσει ο υπουργός που ανήγγειλε την είδηση (έχει αξία και ο τρόπος με τον οποίο διευκρίνισε ότι ο παρατηρητής «δεν θα είναι σώνει και καλά αστυνομικός»).
Να θυμίσουμε ότι ομιλούμε για την ίδια κυβέρνηση που αρχικά αρνήθηκε την βοήθεια της FRONTEX.

Είναι πάντως γεγονός πως υπό τις τρέχουσες συνθήκες, η Τουρκία φαίνεται να μας ταιριάζει περισσότερο σαν συμμαχικός εταίρος.
Δεν δείχνουμε ως  χώρα τη διάθεση να μεταρρυθμιστούμε προς το «ευρωπαϊκότερον», ως κυβέρνηση φαίνεται να ζηλεύουμε τον ολοκληρωτισμό του Ερντογάν και, σε αισθητικό επίπεδο, οι υπουργοί και ο πρωθυπουργός μας δεν διαφέρουν σχεδόν σε τίποτα με τους αντίστοιχους της τουρκικής κυβέρνησης.
Δεν είναι ακριβώς περίεργο λοιπόν, που ο Αλέξης Τσίπρας έδειχνε αρκετά χαλαρός στην πρόσφατη επίσκεψή του στη γείτονα χώρα, σε αντιδιαστολή με τις εικόνες που λαμβάνουμε όταν επισκέπτεται τις Βρυξέλλες.
Οφείλουμε να ομολογήσουμε επίσης πως, αν η κυβέρνηση έχει σκοπό να συνεχίσει την αντιευρωπαϊκή της πορεία, μάλλον δεν τα πάει και άσχημα στο διπλωματικό πεδίο.
Το ενδεχόμενο να περάσουμε στη σφαίρα επιρροής της Άγκυρας, άπαξ και βγούμε και τυπικά από την ΕΕ, συγκεντρώνει πολλές πιθανότητες.
Πριν από όλους, θα έχουμε να κάνουμε με τη γείτονα, καθώς είναι ο ρυθμιστής της περιοχής.
Επιπροσθέτως, το επίπεδο διαβίωσης ενός λαού σχετίζεται πλέον στενά με το μέγεθος της προσβάσιμης σε αυτόν αγοράς και δεν είναι ρεαλιστικό να περιμένουμε ότι, υπό το τρέχον διεθνές περιβάλλον, δεν θα αναπτύξουμε προνομιακές σχέσεις με ένα μεγαλύτερο κράτος- όπως η Τουρκία.
Θα πει κανείς «Γιατί Τουρκία; Χάθηκαν η Ρωσία ή η Κίνα;».
Ο Κίσινγκερ θα απαντούσε «Look at the map!» («Κοίτα τον χάρτη»).
Αν δεν μας αρέσει αυτό το σενάριο, υπάρχει πάντα και το πρότυπο της Βόρειας Κορέας.
Το κατά πόσο μπορούμε βέβαια να γίνουμε ένα περήφανο απομονωμένο κράτος- την εποχή του διαδικτύου και της παγκοσμιοποίησης και μένοντας ανεξάρτητοι από τη Τουρκία- χωρίς να έχουμε προηγουμένως στρατιωτικοποιήσει τη κοινωνία μας, είναι και αυτό ένα θέμα. Αλλά με λίγη βοήθεια και υψηλό κομμουνιστικό (ή φασιστικό) φρόνημα, όλα γίνονται.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου