Σάββατο, 26 Μαρτίου 2016

Ελληνικό έθνος και θρησκεία

Από τη Θεσσαλονίκη
Γράφει
ο Μιχάλης Δεμερτζής


Με αφορμή την γιορτή της 25ης Μαρτίου γίνονται πολλές αναφορές για τον ρόλο της Εκκλησίας στην ελληνική επανάσταση, που επεκτείνονται σχεδόν πάντα στο ζημιογόνο ρόλο της θρησκείας έναντι της «ελληνικότητας» του έθνους μας.
Υπάρχουν απόψεις που υποστηρίζουν πως ο ελληνισμός παρήκμασε λόγω του χριστιανισμού ή ότι το
ιδανικό της θρησκείας έπαιξε δευτερεύοντα ρόλο κατά τη περίοδο της εθνικής εξέγερσης, και αυτές τις μέρες ακούγονται λίγο παραπάνω.
Σε αυτό το άρθρο θα επιχειρηθεί μία ιστορικής βάσης ανάλυση της σχέσης μεταξύ ελληνικού έθνους και ορθοδοξίας, που σκοπό έχει να αναδείξει την ουδετερότητα του παράγοντα «θρησκεία», πρώτον, καθιστώντας την αρχικά σαν αποτέλεσμα (παρά σαν διαμορφωτή) νοοτροπίας, δεύτερον, τονίζοντας το ρόλο της στην ιστορική ελληνική συνέχεια και, τρίτον, καταλήγοντας πως είναι περιττό να φορτίζεται αρνητικά ή θετικά η αδιαιρετότητα μεταξύ ελληνισμού και ορθοδοξίας.
Στα εδάφη της κεντρικής και ανατολικής μεσογείου, το πέρασμα από το διοικητικό πρότυπο της αυτάρκους και αυτόνομης κοινότητας σε αυτό των αχανών αυτοκρατοριών, συνοδεύτηκε από μία αντίστοιχη αλλαγή στη θρησκευτική θεώρηση των κοινωνιών. Τη θέση των παγανιστικών θρησκειών, που γιόρταζαν τη γονιμότητα και την αφθονία, πήρε ο χριστιανισμός. Παραχωρώντας τη κυριαρχία τους οι τοπικές κοινωνίες στην αυτοκρατορία, εξέθεσαν εαυτούς στις συγκεντρωτικές τάσεις της πρωτεύουσας, μετατρέποντας τον άλλοτε ενεργό πολίτη σε υπήκοο. Αυτή η «υποβάθμιση» ταίριαζε πολύ καλύτερα με μία θρησκεία που έβλεπε τη ζωή σαν καθημερινό αγώνα.
Ιδιαίτερα στον ελλαδικό χώρο, το νέο δόγμα, όντας προϊόν της Μέσης Ανατολής, δηλαδή ενός τρόπου ζωής νομαδικού και διανθισμένου με παραδόσεις βασισμένες στη μετανάστευση και τον κατατρεγμό, κωδικοποιεί λατρευτικά την αβεβαιότητα που προέκυπτε από την αποτυχημένη διοικητική αποκέντρωση της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας (οπότε και αναδύθηκε η βυζαντινή), αλλά και τις σχετικά νωπές μνήμες από ελληνιστικά «περασμένα μεγαλεία». Με αυτά τα γνωρίσματα και θεωρώντας γενικότερα τη θρησκεία ως συλλογική νεύρωση (Φρόιντ), μπορούμε να πούμε πως η Ορθοδοξία εξέφρασε ένα λαϊκό αίσθημα αυτολύπησης και μοιρολατρίας, συνοδευόμενο από έντονη εσωστρέφεια.
Κατά την βυζαντινή περίοδο, διαμορφώνεται το τυπικό της νέας θρησκείας, που περιλαμβάνει τόσο την αυτολύπηση όσο και πολλά ελληνικά στοιχεία:
Σημαντικός ο ρόλος του πένθους και της ταπεινότητας (παραχωρείται έτσι η αρχαιοελληνική καλαισθησία στη Δύση), το δόγμα κοινωνείται με την ελληνική γλώσσα (οπότε και ως ένα βαθμό προσαρμόζεται σε αυτήν) και τα θεία μυστήρια διακρίνονται από θεατρικότητα (το πένθος αποκτά ένδοξη δραματικότητα).
Επιπλέον, η εξωστρέφεια της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας περιορίζεται σε θρησκευτικά στοιχεία (εκχριστιανισμός Σλάβων), καθώς η εξομολόγηση και η προσευχή παίρνουν τη θέση των «αρχαιοελληνικών» εξωστρεφών συνηθειών (φιλοσοφία, επιστήμες).
Για πολλούς, όλα τα παραπάνω αποτελούν παρακμή. Κατά βάση είναι προσαρμογή στην αυτοκρατορική εποχή. Πολλά θα μπορούσαν να είναι διαφορετικά, αλλά κατά πόσο αυτό θα σήμαινε βελτίωση με όρους σημερινούς, είναι μία άλλη, πολύ υποθετική συζήτηση, που κινείται στα πλαίσια του ιστορικού αναχρονισμού.
Επίσης, ενώ η Αυτοκρατορία είναι αχανής και η αποκέντρωση γίνεται μέσω θρησκευτικών όρων, δημιουργείται ελληνισμός "τριών ταχυτήτων": της Βασιλεύουσας, της Μικράς Ασίας (εμπορική ανάπτυξη, κοσμοπολιτισμός) και της Επαρχίας (εκκλησίασμα).
Στην Επαρχία συνυπάρχουν διαφορετικές εθνότητες (συνήθως με μη Έλληνες περιφερειάρχες) με κοινό τόπο την ορθοδοξία, ενώ στη παραμεθόριο αναπτύσσεται ελληνισμός που έχει επαφές με εξωτερικό, λιγότερη εξάρτηση από το Πατριαρχείο και για τον οποίο η χρήση της ελληνικής γλώσσας, λόγω τοποθεσίας, είναι σημαντικότερη από ότι για τους ελλαδίτες.
Η ορθοδοξία ως κοινό ιδεώδες μεταξύ αυτών των τριών "ελληνισμών" ήταν τόσο αποτελεσματική, ώστε να συντηρήσει την αυτοκρατορία για περίπου 1000 χρόνια, όμως ,ως δόγμα, δεν προσφερόταν για μετασχηματισμό και ανανέωση. Αυτή η έλλειψη ευελιξίας κόστισε την περίοδο της παρακμής (που μετά από 1000 χρόνια, ήρθε μάλλον φυσιολογικά).
Όταν η κεντρική αρτηρία, η Πόλη, κατέρρευσε από τους Οθωμανούς, σε πολιτισμικό επίπεδο επιβίωσαν ξεχωριστά οι ελληνικές ενορίες- σε στενό, τοπικό κύκλο- και οι μικρασιατικού τύπου (δεν υπήρχαν μόνο στη Μικρά Ασία) ελληνικές εύρωστες κοινότητες- πιο εξωστρεφείς, με κοσμοπολίτικο προσανατολισμό. Αυτοί ήταν και οι δύο πυλώνες στους οποίους βασίστηκε και η επανάσταση του 1821. Ο δεύτερος διαμόρφωσε την ιδεολογία της και εισέφερε από το εξωτερικό απαραίτητους πόρους και ο πρώτος αποτέλεσε το λαϊκό της έρεισμα.
Οι ίδιες συνθήκες που διαμόρφωσαν την προαναφερόμενη κατάσταση, οδήγησαν και στο Σχίσμα που σφράγισε το οθωμανικό μέλλον του ελληνισμού. Σε κάθε περίπτωση, δεν μιλάμε για μια εποχή που κράτος και Εκκλησία ήταν κάτι ξεχωριστό. Το Σχίσμα ήταν πολιτική απόφαση. Τα στεγανά με τη Δύση ήταν αποτέλεσμα του ανταγωνισμού και εκφράστηκαν εν πολλοίς με θρησκευτικούς όρους, αφού εκείνη την εποχή είχαμε κατ’ουσία «θεοκρατίες». Μία τέτοια διαμόρφωσε τον ελληνισμό της εποχής με διακριτά χαρακτηριστικά, ανταγωνίστηκε με αξιώσεις την αντίστοιχη της Δύσης και έπειτα «επέλεξε» Ανατολή.
Επί Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, μία περίοδο τουλάχιστον ασύμβατη με εθνικούς αυτοπροσδιορισμούς, η δημιουργία κοινωνικών ομάδων με βάση τη θρησκεία ευνοήθηκε από τους Οθωμανούς και αυτό, για μία εθνικά και πολιτισμικά συνειδητοποιημένη ομάδα όπως οι Έλληνες, ήταν αρκετό για να διατηρήσει κάποιες "μη θρησκευτικές" ιδιαιτερότητές τους σχετικά αναλλοίωτες. Κάπως έτσι, η ορθοδοξία αποτέλεσε, όπως είναι γνωστό, τη "σωστική λέμβο" του ελληνισμού εκείνο το διάστημα.
Με τα παραπάνω δεδομένα, ο ισχυρισμός που λέει ότι η θρησκεία ως ιδεώδες ήταν δευτερεύον στοιχείο κατά την αφύπνιση της ελληνικής εθνικής συνείδησης στις αρχές του 19ου αιώνα, είναι λανθασμένος.
Από την άλλη, η κατηγορία πως η Εκκλησία αφόρισε την επανάσταση σίγουρα πληγώνει τον θεσμό, αλλά ουσιαστικά τον αγγίζει μόνο στο κομμάτι του εγγενούς και φυσικού συντηρητισμού του, καθώς, οι εξελίξεις της εποχής των εθνικισμών τον είχαν ξεπεράσει κατά πολύ.
Ο ίδιος θεσμός εξέφρασε την ελληνική ιδιαιτερότητα για αιώνες και, αν μας ενδιαφέρει να κάνουμε απολογισμό της εθνικιστικής του δράσης, τότε θα πρέπει να συμπεριλάβουμε στα πεπραγμένα του τη περίοδο του Μακεδονικού Αγώνα.
Εαν δεν υπήρχαν οι σλαβόφωνοι Πατριαρχικοί κατά τα «πύρινα χρόνια» του ζητήματος (1903-1907) είναι μάλλον βέβαιο ότι η επικράτεια του σημερινού ελληνικού κράτος θα ήταν μικρότερη περίπου κατά το ήμισυ.
Εν τέλει, κάθε νόμισμα έχει δύο όψεις. Η άποψη πως ο ελληνισμός παρήκμασε λόγω του χριστιανισμού είναι υπερβολική και επίσης, δεδομένης της συμπαγούς και μακρόχρονης ορθόδοξης ελληνικής παράδοσης, είναι μονοδιάστατη.
Σε ένα γενικό πλαίσιο, κάποιου είδους θρησκεία δεν λείπει από τις κοινότητες των ανθρώπων. Αρχικά διαμορφώνεται σύμφωνα με την τοπική νοοτροπία και κατόπιν περιορίζει την εξέλιξη της κοινωνίας.
Ο υψηλός βαθμός εμμονής στο τυπικό των διαδικασιών (σε αντιδιαστολή με την εξελισσόμενη πραγματικότητα) είναι που μπορεί να καταστήσει μία κοινωνία παράλυτη και αυτός ο βαθμός διαμορφώνεται στο μέτρο που η τελευταία αισθάνεται ανασφαλής.
Η πίστη στο δόγμα είναι το πλέον χαρακτηριστικό παράδειγμα κοινωνικής εμπιστοσύνης στο τυπικό.
Όσο κι αν μας προκαλούν οι μονοθεϊστικές θρησκείες να τις κατηγορήσουμε για τροφοδότηση των ανασφαλειών, ο δείκτης των τελευταίων στο συλλογικό επίπεδο, είναι μάλλον περισσότερο ευαίσθητος στις (σύντομων χρονικών περιόδων) κρίσεις, παρά στην (μακράς περιόδου) θρησκευτική προπαγάνδα.
Εν ολίγοις, όταν η κοινωνία είναι ώριμη, βρίσκει τον τρόπο να προχωρήσει και, όταν αυτό δεν συμβαίνει, η θρησκεία είναι μία εύκολη δικαιολογία.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου