Τρίτη, 20 Ιανουαρίου 2015

Δεν φτάνει μόνο η διαγραφή του χρέους

Γράφει
ο Παναγιώτης Γεννηματάς


Όσο αντιπολιτευτικά κι αν θέλει κάποιος να το δει, είναι πολύ δύσκολο να αρνηθεί ότι η εμφανής προσέγγιση του ΣΥΡΙΖΑ στην διακυβέρνηση έχει ασκήσει από αρκετό καιρό καταλυτική επίδραση στη ζύμωση των απόψεων για την υπέρβαση του προβλήματος των χρεών στην Ευρωζώνη. Η μικρή, αδύναμη και υπερχρεωμένη Ελλάδα, για την Ευρώπη διαχρονικός από γεννησιμιού της πονοκέφαλος, γίνεται για μια ακόμη φορά αντικείμενο και αφορμή αναζωπύρωσης ενός
διευρυμένου διαλόγου για μια πιο εύκαμπτη αντιμετώπιση των ευρωπαϊκών χρεών.
Μπορεί, όπως ισχυρίζονται πολλοί, η Ευρωζώνη να είναι σήμερα πολύ καλλίτερα προπαρασκευασμένη για την αντιμετώπιση μιας κρίσης υποτροπής της χρέωσης σε ένα μέλος της απ’ ότι ήταν το 2010. Μπορεί όντως να έχουν ωριμάσει στους κόλπους της απόψεις και μηχανισμοί για την ασφαλέστερη απορρόφηση των κραδασμών από ένα και πάλι πιθανολογούμενο ελληνικό GREXIT, σε σχέση πάντα με το 2010.
Αλλά και το ελληνικό χρέος είναι σήμερα πολλαπλάσιο, όπως επίσης πολλαπλάσιο είναι και το χρέος της Ιταλίας και της Γαλλίας. Επιπλέον η ύφεση έχει από καιρό εγκατασταθεί στην οικονομία της Ευρωζώνης χωρίς να προβλέπεται ότι σε ορατό χρόνο θα αποχωρήσει. Υπό τους όρους αυτούς είναι σαφές ότι και από τις δύο πλευρές του διαπραγματευτικού τραπεζιού οι παληκαρισμοί δεν έχουν και τόσα πολλά περιθώρια επιτυχίας.
Η ελληνική οικονομία και το δημόσιο χρέος της θα ξαναγίνουν λοιπόν αντικείμενο πειραματικής χρηματοπιστωτικής μηχανικής (financial engineering). Kαι κατά τους σοβαρότερους οικονομικούς αναλυτές το ζήτημα δεν είναι και τόσο δύσκολο να καταλήξει σε ευρύτερα αποδεκτή ρύθμιση. Χωρίς μάλιστα να χρειαστεί κινδυνεύσουν οι μάσκες και τα εκατέρωθεν προσχήματα. Το ζήτημα όμως δεν εξαντλείται εκεί. Ίσα-ίσα, εκεί είναι το σημείο που αρχίζει.
Όλοι όσοι τον τελευταίο χρόνο αναδύθηκαν ξαφνικά ως οι γενναιόδωροι συνήγοροι μιας περαιτέρω αναδιάρθρωσης του ελληνικού χρέους (όπως αυτό διογκώθηκε από το 2011 και μετά χάρη στις πανικόβλητες γενναιοδωρίες των μνημονίων), μετακινούν ταυτόχρονα τον φωτισμό, από τις τεχνικές δυσχέρειες και τις «επαχθείς» συνέπειες μιας πιθανής μερικής διαγραφής επί των υπολοίπων ευρωπαίων φορολογουμένων στην αναγκαιότητα εντατικοποίησης των προσαρμοστικών μεταρρυθμίσεων που πρέπει απαραίτητα να συνοδεύουν τη νέα αναδιάρθρωση των χρεών.
Το εν λόγω πακέτο των σχετικών μεταρρυθμίσεων είναι από το 2010 δεδομένο. Στην πραγματικότητα η δέσμη των συγκεκριμένων υποχρεώσεων είναι, τόσο για την Ελλάδα όσο και για τα άλλα από τότε υποψήφια μέλη της ΟΝΕ, στο μεγαλύτερο μέρος της δεδομένη ήδη από το 1992. Αν οι προβλέψεις του αρχικού εκείνου προγράμματος σύγκλισης είχαν συστηματικότερα από το 1992 υλοποιηθεί, το πιθανότερο είναι ότι η Ελλάδα δεν θα ευρίσκονταν σήμερα σε τόσο δεινή χρηματοπιστωτική θέση. Τουλάχιστον σε ότι αφορά την ελλειμματικότητα της δημοσιονομικής διαχείρισης και το ονομαστικό μέγεθος του χρέους. Η συστηματικότερη κατανομή της ατζέντας του λεγόμενου «εκσυγχρονισμού» σε μακρύτερη χρονική διάρκεια θα είχε υποτίθεται ενισχύσει προσαρμοστικά την ανταγωνιστικότητα και θα είχε εγκαταστήσει αποτελεσματικότερους διαχειριστικούς μηχανισμούς.
Με την ίδια και πάλι λογική, από το 2010 μέχρι σήμερα, διάστημα κατά το οποίο η Ελλάδα έχει εξαναγκαστεί από τους δανειστές σε αυστηρά αστυνομευόμενη δημοσιονομική πειθαρχία, το μεγαλύτερο μέρος των «επιτακτικά» αναγκαίων μεταρρυθμίσεων που συνοδεύουν την έκτακτη πιστωτική στήριξη από μέρους των δανειστών, εμφανώς συνεχίζει να καρκινοβατεί.
Όλοι όσοι ιδεολογικά δεν ανήκουμε στην «αριστερά», ως πρώτον υπαίτιο των σχετικών και, κατά την άποψή μας, ζημιογόνων καθυστερήσεων συνηθίζουμε να αιτιόμαστε τις κυβερνήσεις των κομμάτων που διαχειρίστηκαν την ευρωπαϊκή προσαρμογή από το 1992 μέχρι και το 2014. Αναμφισβήτητα οι πολιτικές ευθύνες τους είναι σοβαρές. Η σωρευτική όμως επίκληση των συγκεκριμένων ευθυνών έχει συσκοτίσει την πραγματική φύση των εκκρεμών μεταρρυθμίσεων. Η φύση τους, που η αριστερά συνηθίζει να τη στιγματίζει ως «αντιλαϊκή», είναι άραγε και διασφαλισμένα «αναπτυξιακή»;
Ξέρω ότι με τις διερωτήσεις αυτές ανοίγω ένα τεράστιο πολιτικό ζήτημα που δεν μπορεί να εξαντληθεί σε μιαν επιφυλλίδα. Ένα ζήτημα όμως που, είτε η αναδιάρθρωση ευοδωθεί ανώδυνα είτε όχι, θα συνεχίσει να μένει ανοιχτό επί πολύ. Γιατί σε τελευταία ανάλυση υπερβαίνει τα όρια της ελληνικής οικονομίας και της ελληνικής «νοσηρής» ιδιαιτερότητας, υπερβαίνει ακόμη και τα όρια της Ευρωζώνης καθ’ εαυτής και επεκτείνεται στη φύση και στην ουσία της ίδιας της Πολιτικής. Σε τοπικό, περιφερειακό αλλά και παγκόσμιο μάλιστα επίπεδο.
Χωρίς περιστροφές και περιττές επεξηγήσεις, η φύση των συγκεκριμένων μεταρρυθμίσεων που πιστεύεται ότι θα βελτιώσουν την ανταγωνιστικότητα των ασθενέστερων οικονομιών της Ευρωζώνης, θέτουν επί τραπέζης το κατά πολλούς σπουδαιότερο ερώτημα, ποιο είναι τέλος πάντων το υποκείμενο της σημερινής πολιτικής: Είναι οι λαοί και τα κράτη που «δημοκρατικά» διαχειρίζονται τις τύχες και τις αξίες τους ή μια νεοφασίζουσα χρηματοπιστωτική δικτατορία που ρυθμίζει αυθαίρετα τους κανόνες του διεθνούς οικονομικού ανταγωνισμού; Παραμένουν τα κράτη-έθνη και οι περιφερειακές ενώσεις τους οι κυρίαρχοι ρυθμιστές του παιγνιδιού ή έχουν εκχωρήσει τις ρυθμιστικές ευθύνες τους στις εξ αυτού και λεγόμενες «ελεύθερες» αγορές του κεφαλαίου;

Αλλά θα συνεχίσουμε μετά τις εκλογές. Γιατί το ζήτημα αυτό προφανώς τις υπερβαίνει…

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου