Σάββατο, 3 Ιανουαρίου 2015

Μεταξύ μας με καφέ και με τσιγάρο (Νο 6)

Το εβδομαδιαίο χρονογράφημα του grpost
δια χειρός Πέμυς Γκανά


Παραμονή Πρωτοχρονιάς.


Έβγαλα άτσαλα τα ψηλοτάκουνα, σχεδόν τα κλώτσησα και κάθισα αναπαυτικά στον ολόλευκο καναπέ της Αθηνάς.
Με κοίταξε αγριεμένη μισοκλείνοντας τα μάτια...
-Βολεύτηκες; με ρώτησε...
-Όλα τέλεια, της απάντησα χαμογελώντας.
-Δεν έρχεσαι και απ την κουζίνα να βοηθήσεις;
-Μπα, καλεσμένη είμαι, της απάντησα.
Τεντώθηκα.
Απ το απόγευμα είχαμε μαζευτεί στης Αθηνάς...
Φίλοι όλοι απ τα μικράτα μας, συμφοιτητές οι περισσότεροι, όλοι μαζί σε γάμους και βαφτίσια, χαρές, ταξίδια, εκδρομές μα κι αποτυχίες και κλάματα, απολύσεις και χωρισμούς...
Τα παιδιά μας, συνεχίζοντας την παράδοση, είναι ήδη φίλοι και αποζητούν συνεχώς το ένα το άλλο.
Συναντιόμαστε συχνά και τρώμε μαζί, συζητάμε και ενίοτε τσακωνόμαστε.
Όμως, οι δεσμοί είναι ισχυροί, δοκιμασμένοι.
Δεν αργούμε να φιλιώσουμε.
Έτσι και απόψε παραμονή Πρωτοχρονιάς...
Το σπίτι στολισμένο, έτσι όμορφα μόνο η Αθηνά το καταφέρνει.
Ζεστό με θαλπωρή, γεμάτο ξύλινα μικρά χριστουγεννιάτικα παιχνίδια και γκι με καμπανάκια…
Κάποιοι ήδη παίζουν χαρτιά.
Για ν’ ακριβολογώ, νομίζουν ότι παίζουν, αφού κανένας δεν έχει ιδέα πως παίζονται…
Κάποιες φίλες έχουν αγκαλιά τα τάμπλετ με τη λατρεία που θ’ αγκάλιαζαν τον Τζώρτζ Κλούνεϊ, στην προ Αμαλίας εποχή. Ίσως και μετά…
Τα παιδιά –ω τι ευτυχία- είναι ήσυχα απορροφημένα από κάποιο επιτραπέζιο.
Εκτός του Δημήτρη που φλερτάρει ασυστόλως με την κόρη του Μορφέα.
Κοιτάζω το ρολόι.
Έντεκα είναι ακόμη.
-Αθηνά, της λέω, αν δεν αλλάξεις την μουσική άμεσα, θα κοιμηθώ και εγώ.
-Και που είσαι ξύπνια σάματι βοηθάς σε τίποτα; 
-Είμαι καλεσμένη, της ξαναθυμίζω.
Με αγριοκοιτάζει και φορτώνεται δίσκους και ποτήρια και τραβά στο δύσκολο και γεμάτο εμπόδια δρόμο της κουζίνας.
Τα βλέφαρα μου κλείνουν, οι φωνές μου ακούγονται σαν μουρμουρητά και με νανουρίζουν.
Θα κοιμόμουν αν δεν ένιωθα ένα απαλό χάδι στο μάγουλο.
Άνοιξα τα μάτια μου.
Μπροστά μου στεκόταν η Ίριδα.
Τεσσάρων ετών μπουμπουκοδιαβολάκι, φωτοτυπία της Αθηνάς, μ’ ολοστρόγγυλα πανέξυπνα μάτια και πυκνά σκούρα μαλλιά κομμένα σε μακριές αφέλειες, με δυο μακριές κοτσίδες που τις κουνά χαριτωμένα σε κάθε ευκαιρία.
-Πέμυ, τι θα σου φέρει ο Άγιος Βασίλης; με ρωτά.
Μένω ασάλευτη.
-Εμ, νομίζω πως ο Άγιος Βασίλης θα φέρει δώρα στα παιδάκια απόψε.
-Όχι θα φέρει και στους μεγάλους.
Κούνησα το κεφάλι μου προβληματισμένη.
-Δεν το ήξερα, ομολόγησα.
-Του έστειλες γράμμα;
-....Όχι(;).
-Προλαβαίνεις, μου λέει και φεύγει τρέχοντας για να επιστρέψει σε δυο δευτερόλεπτα κρατώντας χαρτί και μολύβι.
Μου το δίνει χαρούμενη, βάζει τα χέρια στην μέση της.
-Γράψε μου λέει...
«Είναι στα σίγουρα κόρη της Αθηνούλας», συλλογίζομαι «τέτοια επιμονή»…
-Εγώ του ζήτησα Λαλαλούπσι, μου λέει με καμάρι. Μπορείς να το ζητήσεις και εσύ...Ήσουν καλό κορίτσι φέτος;
Την κοιτάζω ασάλευτη...
Ήμουν;
Φεύγει και μένω να κοιτάζω τους φίλους μου...
Ήμουν άραγε;
Θυμήθηκα όλες τις φορές που κουρασμένη έβαλα άδικα τις φωνές στα αγόρια και τον Νίκο και μετά το μετάνιωσα.
Τις φορές που δυσανασχέτησα δίχως λόγο, τις κλήσεις που είδα και δεν τις απάντησα, την απροθυμία μου, τους φόβους και τις ανασφάλειες, τις πόρτες που πεισματικά έκλεισα.
Ήμουν καλύτερος άνθρωπος από πέρυσι; 
Χαμογέλασα, μάλλον όχι...
Έσκυψα στο χαρτί της Ίριδας και έγραψα μια λέξη μόνο...
Δίπλωσα το χαρτάκι και το έβαλα στην μικρή τσέπη του τζιν μου...
Εκεί φυλώ ότι είναι πολύτιμο, αφού στις μεγάλες βάζω τσιμπιδάκια, κοκαλάκια και λεφτά…
Σηκώθηκα απ τον καναπέ και ξυπόλυτη πήγα στην κουζίνα της φίλης μου.
Την αγκάλιασα.
-Τι ζήτησες απ τον Άγιο Βασίλη;
Χαμογέλασε..
-Ίριδα, μουρμούρησε, μαρτυριάρα...
-Τι ζήτησες; την ξαναρώτησα.
Κοίταξε έξω από το παράθυρο...
-Υγεία, ακούστηκε συγκινημένη. Εσύ; με ρώτησε.
-....Συμπόνια...ψέλλισα.
Γελάσαμε και οι δυο προσπαθώντας να κρύψουμε τα δάκρυα μας..
Αγκαλιαστήκαμε.
Σφιχτά.
-Είσαι κοντή, καλύτερα να ζητούσες 10 πόντους ύψος, είπε κοροϊδεύτηκα.
- Σιγά βρε… Σλεναρίκοβα…Φοράς τακούνια και εγώ είμαι ξυπόλητη.
-Σ αγαπώ πολύ....μου είπε.
-Και εγώ, της αποκρίθηκα.
Πήγαμε στο σαλόνι...
Τα παιδιά κοιμισμένα και όλοι οι φίλοι στα παράθυρα...
-Δεν το πιστεύω χιονίζει...αναφώνησε η Μαίρη.
Μείναμε να κοιτάζουμε το χιόνι και ξαφνικά αρχίσαμε να χοροπηδάμε χαρούμενοι γελώντας δυνατά.
Τραπεζάκια αναποδογύρισαν και ποτήρια έπεσαν στα ξύλινα πατώματα, τα χαλιά βράχηκαν με κόκκινο κρασί μα δεν νοιάστηκε κανείς.
-2015, guys, 2015!!!! φώναξε ο Νίκος.
Στράφηκε στο μέρος μου.
-Το πιστεύεις;....2015!!!!
Του χαμογέλασα....
Αγκαλιαστήκαμε όλοι μαζί δίνοντας και εισπράττοντας ευχές.
Και σας το ορκίζομαι....
Άκουσα τα καμπανάκια του Ρούντολφ, κοίταξα ξαφνιασμένη πίσω μου και φευγαλέα τον είδα, ασπρομάλλη με γενειάδα και μικρά στρογγυλά γυαλάκια να χαμογελά...
Ξύπνησε ο Δημήτρης...
-Ήρθε ο Άγιος Βασίλης, με ρώτησε...
-Ήρθε μωρό μου, του είπα, ήρθε.
Και τον σήκωσα ψηλά πνίγοντας τον στα φιλιά.
-Ζήτω, πάμε σπίτι μας να δω το δώρο μου, το ρομπότ μου!

Καλή χρονιά να έχουμε...κρατήστε το παιδί μέσα σας και πιστέψτε.
Πιστέψτε και ότι ζητήσετε στα σίγουρα θα γίνει...
Ξημέρωσε ήδη η πρώτη μέρα του νέου έτους!!!!

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου