Σάββατο, 31 Ιανουαρίου 2015

Μεταξύ μας με καφέ και με τσιγάρο (Νο 10)

Το εβδομαδιαίο χρονογράφημα του grpost
δια χειρός Πέμυς Γκανά


26 Ιανουαρίου του σωτήριου έτους 2015...


Ξημέρωσε η μέρα κανονικά...
Κανονικότατα για την ακρίβεια...
Χάραξε ακριβώς από την ανατολή.
Τα πουλιά κελάηδησαν ως συνήθως.
Ο ενοχλητικός κόκορας του γείτονα μας ξύπνησε από τις πέντε το πρωί, όπως πάντα.
Οι άνθρωποι πήγαν στις δουλειές τους- όσοι δηλαδή
έχουν ακόμα δουλειά.
Ο φούρνος της γειτονιάς άνοιξε και τα παιδάκια πήγαν σχολείο...
Όλα δείχνανε και ήταν βεβαίως, φυσιολογικά...
Στο super market, εκεί που ακούς τις εγκυρότερες πολιτικές αναλύσεις, ο κόσμος ήταν λιγοστός και το stock του χαρτιού τουαλέτας ήταν το προσδοκώμενο, σε πείσμα της Σοφίας.
Κανένας κίνδυνος.
Όχι ότι είχα κάποια ανησυχία αλλά είπαμε, ο φόβος φυλάει τα έρημα...
Καθώς επέστρεφα πίσω στο σπίτι έπεσα επάνω στην κυρία Ευθαλία...
Είμαστε ακόμα γειτονιά.
Γνωριζόμαστε λίγο πολύ όλοι.
Και αν συμβεί κάτι σύσσωμη η γειτονιά τρέχει να βοηθήσει.
Με την κυρά Ευταλία βεβαίως, αρχηγό.
Την κυρία Ευθαλία που ξέρει που πας-και κυρίως γιατί πας- τι ώρα γυρνάς, με ποιόν μιλάς στην γειτονιά και με ποιους όχι.
Και αναλόγως μεταφέρει σχόλια και ειδήσεις...
Άλλες πραγματικές μα συνήθως πασπαλισμένες με μπόλικη υπερβολή, και άλλες...ελέγχονται.
Είναι η ομάδα «Δίας» της περιοχής, ο φύλακας άγγελος της γειτονιάς, καθώς το σπίτι της σε «στρατηγικό» σημείο, της δίνει εύκολα πρόσβαση στις κινήσεις μας...
Κάθε φορά που αργώ να γυρίσω σπίτι και λίγο πριν μπω στην είσοδο της πολυκατοικίας ρίχνω μια κλεφτή ματιά στα δεξιά μου.
Το παλιό διώροφο της πάντα σκοτεινό, με μόνο το καντήλι-φαντάζομαι -να τρεμοπαίζει στο δωμάτιο της.
Με βλέπει που κοιτώ και αφήνει απότομα την κουρτίνα, την φαντάζομαι με τις νυχτικιές και ένα ζακετάκι πρόχειρα ριγμένο στους ώμους, να προσπαθεί να διακρίνει αν μιλώ στο κινητό, ή αν έχω ξεχάσει πάλι τα κλειδιά μου.

-Καλημέρα, της είπα...
Βλοσυρή με κοίταξε.
Είχε κατέβει στο μικροσκοπικό κηπάκο της φορώντας μια κόκκινη μπορντό ξεθωριασμένη βελούδινη ρόμπα...
Άυπνη φαινόταν.
-Και που είδες εσύ την καλή μέρα; με ρώτησε...
Ξαφνιάστηκα!
-Δεν ανεβαίνεις στο σπίτι να τα πούμε; να σου ψήσω και έναν καφέ;
Με τράβηξε από το μανίκι...
Ούτε λόγος να αρνηθώ...
-Πέρασε μέσα, μου είπε και με τράβηξε στο εσωτερικό του σπιτιού της.
Δεν είχα ξαναμπεί...
Σκρίνια και κομότες γεμάτα μπιμπελό ακουμπισμένα πάνω σε σκονισμένα σεμεδάκια, πλάι σε περίτεχνες κορνίζες με φωτογραφίες του τέως και της Βασιλικής οικογένειας που πόζαραν χαμογελαστοί, μ ένα σωρό κουτσούβελα και σκυλιά τριγύρω τους...
«Η Βασιλική οικογένεια σας εύχεται καλές γιορτές».
«Η Βασιλική οικογένεια σας εύχεται υγεία και ευτυχές το νέο έτος 1999»...
Χαμογελώ...
-Αχ, από τότε που τους διώξανε πάμε ακυβέρνητοι, κατά διαόλου πάμε...Αν η χώρα δεν έχει πατέρα, κεφαλή... τι να στα λέω τα ξέρεις, μάνα είσαι...λέει και ξεσκονίζει με την άκρη της ρόμπας της την βασιλική φωτογραφία.
-Κάτσε μου λέει και μου δείχνει μια ξύλινη καρέκλα στην τραπεζαρία της.
Φέρνει βουτήματα-αυτά τα καταπληκτικά με μαρμελάδα και σοκολάτα που τρατάρουν οι θείες- και τα αφήνει δίπλα στον καφέ μου πάνω στο πλαστικό τραπεζομάντιλο.
Φέρνει και δυο κομμάτια μπαγιάτικο κέικ κι αρχίζει να μου ψιθυρίζει συνωμοτικά, λες κι είναι ο πρόεδρος Πάνος: 
-Σε φώναξα γιατί είσαι λογικό κορίτσι και ακούς αυτά που σου λεν οι μεγαλύτεροι... Στραβοκαταπίνω την μπουκιά... «ωχ» σκέφτομαι.
-Όπως ξέρεις παιδί μου, ήρθαν οι κομμουνισταί... μου λέει λυπημένη, έτοιμη να βάλει τα κλάματα...
Κουνά το κεφάλι της με θεατρινίστικη άνεση.  Σίγουρα έχει εντρυφήσει στις ταινίες της Αλίκης.
Πίνω μονορούφι το μισό καφέ...καθώς εκείνη σταυρώνει τα χέρια της και μου λέει με στόμφο:
-Πάει, θα έρθουν οι αντίχριστοι να πάρουνε τα σπίτια των νοικοκυραίων....
-Καλά, δεν είναι ακριβώς έτσι κυρία Ευθαλία...
-Έτσι, έτσι ακριβώς, με διακόπτει εκνευρισμένη. Είχαμε πάει με το φιλόπτωχο στην μονή του Αγίου Φανουρίου -μεγάλη η χάρη του- και μας μίλησε ο ηγούμενος....φωτισμένος άνθρωπος.
Αντιλαμβάνομαι την κακοτοπιά και πίνω τον υπόλοιπο καφέ μου, έτοιμη να ψελλίσω δικαιολογίες για να την κάνω μ’ ελαφρά πηδηματάκια....
Φευ!
Μου παίρνει το φλιτζάνι και το γυρνά ανάποδα, το σταυρώνει με το δεξί της χέρι και φτύνει τρεις φορές.
Μένω με το στόμα ανοιχτό.
Μου χαμογελά και μου κλείνει πονηρά το μάτι.
-Ξέρω ένα φλιτζάνι εγώ, όχι να το παινευτώ, μα τίποτα δεν μου γλιτώνει εμένα...
-Δεν τα πιστεύω αυτά κυρία Ευθαλία.
Θυμώνει.
-Τις παραδόσεις μας;
-Ε, δεν το λέμε παράδοση αυτό, τολμώ να ψελίσω…
-Τι λες παιδί μου τώρα; Μήπως είσαι από εκείνους;
-Από ποιους;
-Απ’ τους άθεους...
-Μπα, όχι κυρία Ευθαλία...
-Και γιατί δεν σε βλέπουμε τότε στην εκκλησία;
-Εμ, τις Κυριακές πάμε εκδρομές, τα παιδάκια, ξέρετε τώρα...να παίξουν, να χαρούν τη φύση…
Με κοιτά με ματιά διερευνητική, σαν τον επιθεωρητή Κλουζώ.
Είναι φανερό.
Δεν την πείθω.
Κουνά με απογοήτευση το κεφάλι και μου γυρνά την πλάτη...
Η σωτηρία έφτασε με την εμφάνιση του κυρίου Σωτήρη, του άνδρα της, παλιού επιθεωρητή στην εκπαίδευση.
Ευγενέστατος, ντυμένος πάντα με γιλέκο και γραβάτα.
Κι από επάνω μια ξεθωριασμένη παλιομοδίτικη ζακέτα.
Φορά ένα ζευγάρι γυαλιά με χοντρούς φακούς που κρύβουν το πρόσωπό του και κάνουν τα μάτια του να μοιάζουν κουμπότρυπες βρεφικής φορμίτσας.
-Έλα άσε το κορίτσι... της είπε τρυφερά κάνοντας μου ταυτόχρονα νόημα να φύγω.
Μου άνοιξε την πόρτα...
-Ξέρεις κουβαλά βιώματα από τον εμφύλιο...
-Τον εμφύλιο...μουρμούρισα και εγώ...
-Ναι παιδί μου, παλιά τραύματα.
Μου έκλεισε πονηρά το μάτι...
-Σύντροφος και εγώ, μου λέει.
-Ορίστε;
-Άντε παιδί μου στο καλό, και μου χαρίζει ένα τεράστιο χαμόγελο...
Βγήκα έξω κι ανέπνευσα τον ίδιο αέρα που ανέπνεα και χθες.
Όλα ήταν όπως τα γνώριζα...
Κανένας μετεωρίτης δεν χτύπησε την γη.
Δυο αυτοκίνητα παραβιάζοντας το stop φρέναραν λίγο πριν τρακάρουν..
Ακούστηκαν τα ίδια γαλλικά.
Έφτασα στο σπίτι και άνοιξα με το κλειδί μου.
Γέλασα.
Οι κομμουνισταί δεν φτάσανε στο σπίτι μου...
Μπορώ να κοιμάμαι ήσυχη.
Όλα είναι ήρεμα...
Προς το παρόν!



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου