Πέμπτη 13 Σεπτεμβρίου 2012

Τα πράγματα με το όνομά τους

Γράφει
ο Στέφανος Κασιμάτης

Για ποιον λόγο πρέπει οι «πανεπιστημιακοί», όπως έχουμε συνηθίσει τα τελευταία χρόνια να λέμε εκείνους που κάποτε λέγαμε «καθηγητές πανεπιστημίου», να είναι εντεταγμένοι στα ειδικά μισθολόγια - αναρωτηθήκατε ποτέ;
Το ερώτημα, κατά τη γνώμη μου, περιέχει την απάντησή του:
Επειδή είναι καθηγητές πανεπιστημίου. Επειδή η θέση τους είναι στην
 κορυφή (ή κάπου εκεί κοντά, τέλος πάντων) στην κοινωνική πυραμίδα.
Επειδή αυτοί εκπαιδεύουν το επιστημονικό δυναμικό του τόπου και, τη στελέχωση της κοινωνικής ελίτ. Τόσο απλά!
Και όμως, τίποτε από αυτά τα σχεδόν αυτονόητα η κ. Ευγενία Μπουρνόβα (συνδικαλίστρια πανεπιστημιακός) δεν τόλμησε να αρθρώσει, όταν το ερώτημα της ετέθη από δημοσιογράφο σε ραδιοφωνική συνέντευξη.
Κάλυψε την αμηχανία της αιτούμενη την προσήλωση της συζήτησης στο θέμα: «Μα αυτό ισχύει από παλιά, δεν το συζητούμε τώρα», ήταν το μόνο που είχε να πει επί του συγκεκριμένου.
Επειτα, συνέχισε με ανθηρές περικοκλάδες για τη «γνώση», για την αδικία που διαπράττεται όταν «χτυπάμε τα πανεπιστήμια» και όλα αυτά μουσκεμένα με δάκρυα συμπόνιας για «τα παιδάκια που υπέφεραν» για μια θέση στα ΑΕΙ και -υποθέτω- θα υποφέρουν ακόμη περισσότερο αν μάθουν ότι η άσπλαχνη τρόικα πιέζει να μειωθούν ακόμη περισσότερο οι μισθοί των καθηγητών τους.

Όχι, κανονικά δεν θα έπρεπε να μειωθούν οι αμοιβές των καθηγητών -αν, δηλαδή, είχαμε κανονικά πανεπιστήμια και κανονικούς καθηγητές.
Δεν έχουμε όμως· και, γι’ αυτό, η κ. Μπουρνόβα ήλθε σε δύσκολη θέση εξαιτίας της φιλαληθείας της, όπως θέλω να πιστεύω. Διότι πώς να ισχυρισθεί ότι τα πανεπιστήμια διαμορφώνουν την ελίτ της κοινωνίας, όταν τα ίδια -όπως λ.χ. το Καποδιστριακό στην ιστοσελίδα του- επαίρονται ότι αποποιούνται αυτό τον ρόλο προς χάρη μιας «δημοκρατικής» παιδείας;
Ποιο κύρος να επικαλεσθεί ο καθηγητής και πώς να αξιώσει τις αποδοχές που αντιστοιχούν στη θέση του, όταν η θεσμοθέτηση του «εκδημοκρατισμού», μαζί με δεκαετίες συναλλαγής με πολιτικές νεολαίες και συλλόγους υπαλλήλων, έχουν εξομοιώσει το προσωπικό των πανεπιστημίων στο επίπεδο των χύδην «πανεπιστημιακών»;
Ενδεχομένως, δε, η κ. Μπουρνόβα να δυσκολεύτηκε ακόμη περισσότερο, λόγω του υψηλού αισθήματος ευθύνης που ασφαλώς τη διακρίνει και το οποίο δεν θα αμφέβαλα ότι την έκανε να νιώσει κατά τι υπεύθυνη προσωπικώς, ως συνδικαλίστρια, για τη θλιβερή κατάσταση των πανεπιστημίων - αντιληπτή πλέον με μια ματιά στην αθλιότητα των εγκαταστάσεων και στις διεθνείς κατατάξεις.
Χρειαζόταν εξαιρετική γενναιότητα -και δεν μπορούμε να την απαιτήσουμε από κανέναν- ώστε η κ. Μπουρνόβα να πει ευθέως ότι οι πανεπιστημιακοί πρέπει να ανήκουν στα ειδικά μισθολόγια, επειδή απλούστατα αυτό τους συμφέρει οικονομικά.
Μια τέτοια θέση θα προκαλούσε μάλλον τον θυμό άλλων θιγόμενων κλάδων του Δημοσίου, θα ήταν όμως ειλικρινής, σαφής και σύμφωνη με τη λογική της ισχύος.
Αλλά να προασπίζεσαι το καθεστώς της ισοπέδωσης και, συγχρόνως, να αντιστέκεσαι στις συνέπειές της (τις οριζόντιες περικοπές), είναι αντίφαση που δεν υποστηρίζεται εύκολα, εξ ου και η καταφυγή της στην καλλιέπεια της αερολογίας.

Ανάλογη είναι και η αντίφαση των φαρμακοποιών που συνεχίσουν να μην χορηγούν φάρμακα με πίστωση στους ασφαλισμένους του ΕΟΠΥΥ.
Οι άνθρωποι αυτοί έχουν κατ’ αρχήν δίκιο: το Δημόσιο τους οφείλει λεφτά και δεν τους τα δίνει. Όταν όμως το υπουργείο απειλεί ότι θα επιτρέψει τη διάθεση φαρμακευτικών προϊόντων από τα σούπερ μάρκετ (τους απειλεί ότι θα ανοίξει την αγορά, με άλλα λόγια...), ο σύλλογός τους εκδίδει μια καταγέλαστη ανακοίνωση ότι «θα πρέπει να γίνει κατανοητό από όλους πως η ιατροφαρμακευτική περίθαλψη δεν διατίθεται προς πώληση. Είναι ένα ύψιστο αγαθό που δεν μπορεί και δεν πρέπει να αποτελέσει πεδίο έντονων και ακραίων αντιπαραθέσεων».
Με συγχωρείτε, αλλά τι πάει να πει «δεν διατίθεται προς πώληση»;
Αν πιστεύουν σοβαρά αυτές τις μπαρούφες, τότε γιατί αρνούνται να δίνουν φάρμακα στους ασφαλισμένους του ΕΟΠΥΥ και γιατί τους πονάει όταν το κράτος δεν τους πληρώνει;

Η συνδικαλιστική ρητορική στις δύο ανωτέρω περιπτώσεις, πανεπιστημιακών και φαρμακοποιών, αποκαλύπτει την προσπάθεια αποφυγής της πραγματικότητας και τίποτε περισσότερο.
Από το ΚΚΕ, που ζει μονίμως στον δικό του κόσμο, μια τέτοια στάση θα ήταν η αναμενόμενη. (Μόλις προχθές, λ.χ., διέκοψαν τη λειτουργία του τηλεοπτικού σταθμού τους, ισχυριζόμενοι ότι τα πενιχρά διαφημιστικά έσοδά του ήταν αποτέλεσμα «της συνολικότερης επίθεσης εναντίον του ΚΚΕ, που εντείνεται και θα εντείνεται όσο οξύνεται η ταξική πάλη» - τρία πουλάκια κάθονται, με άλλα λόγια...)
Αλλά από τους πανεπιστημιακούς και τους φαρμακοποιούς είναι απογοητευτική, διότι ανήκουν στην επιστημονική ελίτ της χώρας - πώς αλλιώς να το πω;
Στη φάση της κρίσης που διανύουμε, καθώς καταρρέει η οργάνωση του κόσμου στον οποίο μάθαμε να ζούμε, ενός κόσμου ανορθολογικού, καμωμένου από τη συσσώρευση προνομίων και παραχωρήσεων σε ομάδες ειδικών συμφερόντων, κάθε ευνοημένη επαγγελματική ομάδα (περιλαμβάνω και τους δημοσιογράφους εδώ, που προασπίζονται το αγγελιόσημο) αγωνίζεται να περισώσει ό,τι μπορεί από τη βολή της, εξ ου και η περίσσεια της μπουρδολογίας.
Θέλω να πιστεύω ότι δεν έχουμε τρελαθεί γενικότερα, έχουν την ευθύνη λειτουργίας του θεσμού που εξασφαλίζει αξιοκρατικά και αντικειμενικά εντελώς· ότι ο παραλογισμός που κυριαρχεί στον δημόσιο διάλογο είναι έκφραση της απελπισίας που γεννά η συναίσθηση της ματαιότητας του αγώνα να συντηρήσουμε τον κόσμο όπως τον ξέραμε.
Αν έχω δίκιο σε αυτό, τότε δικαιούμαι να ελπίζω ότι κάποια στιγμή θα δούμε το πρόβλημα όπως είναι και θα πούμε τα πράγματα με το όνομά τους.
Αυτό είναι προϋπόθεση για τη συνεννόηση και χωρίς ειλικρινή συνεννόηση σωτηρία δεν μπορεί να υπάρξει.


Πηγή: Καθημερινή










Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου