Τρίτη, 18 Σεπτεμβρίου 2012

Και οι ανεπαρκείς εκπαιδευτικοί κ. υπουργέ;

Γράφει
ο Χαρίδημος Κ. Τσούκας

Το σκέφτεσαι και μελαγχολείς: αν κάποιος διορίστηκε στη δημόσια εκπαίδευση από το 1982 και μετά, κανείς μέχρι σήμερα δεν τον έλεγξε επαγγελματικά: πώς κάνει τη δουλειά του, πόσο καλά την κάνει ή τι συνέπειες έχει αν την κάνει καλά ή άσχημα.
Αν μιλήσετε με διευθυντές σχολείων, θα ακούσετε ιστορίες
για μερικούς ανεπαρκείς εκπαιδευτικούς, τους οποίους δεν ξέρουν τι να τους κάνουν…
Πόσοι και ποιοι είναι αυτοί;
Κανείς δεν ξέρει επισήμως, αν και κάθε διευθυντής γνωρίζει ποιοι κάνουν καλή δουλειά και ποιοι όχι. Αλλά αυτή η γνώση είναι άτυπη και, το κυριότερο, άχρηστη, αφού ένας διευθυντής δεν μπορεί να κάνει τίποτα για έναν εκπαιδευτικό που αποδείχθηκε ανίκανος, αδιάφορος ή ασυνείδητος.
Ακόμα κι όταν κληθεί να αξιολογήσει ένα νεοδιόριστο στον δεύτερο χρόνο, η κρατούσα αντίληψη είναι ότι πρέπει οπωσδήποτε να μονιμοποιηθεί.
Η επίδοση ενός εκπαιδευτικού στην Ελλάδα, τα τελευταία τριάντα χρόνια (!), επαφίεται στην επαγγελματική του συνείδηση και μόνον.
Η κοινή αίσθηση λέει ότι αυτό δεν αρκεί.
Και η πλέον εκλεπτυσμένη συνείδηση, αν αποσυνδεθεί επί μακρόν από τις συνέπειες των πράξεων που καθοδηγεί, ατονεί, γίνεται εσωστρεφής και αυτοαναφορική.

Καιρός για ριζικές αλλαγές, λοιπόν.
Ο υπουργός Παιδείας κ. Αρβανιτόπουλος ανακοίνωσε ότι θα υπάρξει «αξιολόγηση δομών, διαδικασιών [και] στελεχικού δυναμικού» στην εκπαίδευση. Θαυμάσια. Ποια λογική θα διαπερνά το σύστημα αξιολόγησης που οραματίζεται; «Οι καλοί θα προχωρούν, οι μέτριοι θα μένουν στάσιμοι […]», είπε σε συνέντευξή του στην «Καθημερινή» (26/8/12).
Ενδιαφέρων, ως προς τις αποσιωπήσεις του, ισχυρισμός!
Στο ανθρωπολογικό σύμπαν του κ. υπουργού Παιδείας δεν υπάρχουν «κακοί» εκπαιδευτικοί.
Η εκπαιδευτική κοινότητα απαρτίζεται μόνο από «καλούς» και «μέτριους»!
«Η πολιτεία διασφαλίζει ότι ο εκπαιδευτικός είναι επαρκής για τη διδασκαλία του στην τάξη κατά την είσοδό του στην εκπαίδευση», δήλωσε ο υπουργός. «Από εκεί και πέρα, κάποιος είτε βελτιώνεται είτε παραμένει στάσιμος».
Προσέξτε το φενακιστικό σχήμα του κ. Αρβανιτόπουλου: έχοντας ορίσει από την αρχή ότι οι εκπαιδευτικοί που μπαίνουν στην τάξη είναι ήδη «επαρκείς», δύο εκβάσεις της αξιολόγησης είναι λογικά δυνατές: είτε οι αξιολογούμενοι θα παραμείνουν «επαρκείς», είτε θα εντοπίζονται «οι όποιες αδυναμίες τους [και θα τους παρέχονται] κίνητρα να βελτιωθούν».
Στο αρβανιτοπούλειο σύμπαν άλλη λογική δυνατότητα αποκλείεται, όπως αποκλείεται στο σύμπαν της κομμουνιστικής ιδεοληψίας η εκμετάλλευση του ανθρώπου από άνθρωπο στον σοσιαλισμό ή, στο σύμπαν της νεοφιλελεύθερης ορθοδοξίας, οι αγορές να μην αυτο-ρυθμίζονται!
Ενα τέτοιο λογικό σχήμα είναι «κλειστό», δηλαδή μη διαπερατό από την εμπειρία, αφού έχει ήδη προδιαγράψει τα αποτελέσματα του συλλογισμού.
Η εμπειρία, όμως, αναδεικνύει διαρκώς θέματα που ξεφεύγουν και από τον καλύτερο σχεδιασμό ή τις παραδοχές μας. Δεν μπορούμε να τα αγνοούμε.

Καμία πολιτεία δεν μπορεί να διασφαλίσει μια για πάντα ότι οι εκπαιδευτικοί είναι «επαρκείς».
Οσοι διορίζονται, κρίνονται αρχικά «επαρκείς» με βάση κάποια «μοριοδότηση» ή τις επιδόσεις τους στις εξετάσεις του ΑΣΕΠ, όχι στην εκπαιδευτική πρακτική.
Η επίδοση είναι ένα δυναμικό γεγονός, μεταβάλλεται στον χρόνο.
Κάποιος που κρίθηκε «επαρκής» λόγω μορίων ή επίδοσης σε γραπτές εξετάσεις, ίσως αποδειχθεί ανεπαρκής σε μια ζωντανή τάξη. Κάποιος που ξεκίνησε με καλές προϋποθέσεις, ίσως χάσει το ενδιαφέρον του αργότερα. Κάποιος που πληρούσε τα τυπικά κριτήρια, ίσως αποδειχθεί ότι δεν διέθετε την κατάλληλη προσωπικότητα για το επάγγελμα που επέλεξε.
Τα ενδεχόμενα είναι πολλά, η ζωή εκπλήσσει.

Λέει ο υπουργός Παιδείας: «Η αξιολόγηση δεν απολύει, δεν τιμωρεί, δεν είναι πειθαρχικός έλεγχος». Ναι, ο σκοπός της αξιολόγησης δεν είναι τιμωρητικός, αλλά διαγνωστικός.
Τα αποτελέσματα της αξιολόγησης, όμως, έχουν συνέπειες (το παραδέχθηκε και ο κ. Αρβανιτόπουλος, συνδέοντας την αξιολόγηση με το βαθμολόγιο), μια από τις οποίες ενδέχεται να είναι η τιμωρία.
Αν η αξιολόγηση ενός εκπαιδευτικού δείχνει ότι η επίδοσή του είναι συστηματικά κάτω του μετρίου, δεν θα έπρεπε να είναι δυνατή η απόλυσή του;
Γιατί να επωμίζεται το κοινωνικό σύνολο τις συνέπειες κάποιου που έκανε λάθος σταδιοδρομική επιλογή;
Γιατί να υποβαθμίζεται ένα δημόσιο αγαθό εξαιτίας της ανεπάρκειας του παρόχου του;
Θα θέλατε να διδάσκει το παιδί σας ένας κακός δάσκαλος;
Ποιος σοβαρός εργοδότης θα ήθελε να απασχολεί κάποιον που δεν προσθέτει αξία στον οργανισμό;

Ο κ. Αρβανιτόπουλος αντλεί τα σοφιστικά επιχειρήματά του από δύο βαθιά μοτίβα της μεταπολιτευτικής Ελλάδας.
Πρώτον, την εξασθένηση της έννοιας των συνεπειών που επιφέρει η «αποτυχία» και η υπέρβαση «ορίων» στη δημόσια και ιδιωτική σφαίρα. Το νήμα της ατιμωρησίας είναι αυτό που συνδέει τη συμπεριφορά κακομαθημένων καταληψιών σχολείων, την πτώση της ποιότητας των δημόσιων αγαθών, την ανοχή της μετριότητας, τη διαφθορά, και τη συντεχνιακή απέχθεια στα πειθαρχικά.
Και δεύτερον, την ποιότητα των δημόσιων αγαθών κατέληξαν να την ορίζουν προνομιακά οι συντεχνίες του δημόσιου τομέα, οι οποίες, φυσικά, ταυτίζουν το δημόσιο συμφέρον με την υπεράσπιση των στενών συμφερόντων τους.
Οι σωστοί επαγγελματίες όχι μόνο δεν φοβούνται την αξιολόγηση («αιτία πολέμου» τη χαρακτήρισε η ΔΟΕ!), αλλά την επιζητούν.
Γνωρίζουν ότι το επάγγελμά τους διέπεται από συλλογικές αξίες, τις οποίες υλοποιούν με βάση τα ισχύοντα κάθε φορά «κριτήρια αριστείας».
Ο σωστός επαγγελματίας, ακριβώς επειδή είναι περήφανος για τη δουλειά του, θέλει να την προστατεύσει, θέτοντας τον εαυτό του στην κρίση των ομοτέχνων του. Επιζητεί την αξιολόγηση επειδή υπηρετεί αξίες.
Ακατάληπτες, δυστυχώς, οι έννοιες αυτές από πολιτικάντηδες και συνδικαλιστές.
Εξ ου και το δράμα μας…

Ο Χαρίδημος Κ. Τσούκας είναι καθηγητής στα Πανεπιστήμια Κύπρου και Warwick.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου