Πέμπτη, 6 Σεπτεμβρίου 2012

Οι δύο δρόμοι

Γράφει
ο Στάθης Ν. Καλύβας*

Κεντρική θέση στην ιστορία της μεταπολίτευσης κατέχει ο τρόπος με τον οποίο αναπτύχθηκε η σχέση κράτους και κοινωνίας.
Πρόκειται για μια σχέση που βασίστηκε στο συνδυασμό τριών στοιχείων: στην ενθάρρυνση της λεηλασίας του δημόσιου πλούτου, στην απρόσκοπτη παρεμπόδιση της εφαρμογής των νόμων και στην προσδοκία της απλόχερης παροχής δημοσίων υπηρεσιών και αγαθών.
Για να περιγράψουν τη σχέση αυτή εύληπτα και συνοπτικά, οι ιστορικοί του μέλλοντος ίσως χρησιμοποιήσουν τον όρο
 «κράτος α λα καρτ».
Η λειτουργία της κρατικής εξουσίας υπήρξε «α λα καρτ» γιατί καθόριζε τις υποχρεώσεις και τα δικαιώματα των πολιτών όχι με γενικούς κανόνες, αλλά με κριτήριο τις ιδιαίτερες απαιτήσεις και διαθέσεις τους.
Οι πολίτες με τη σειρά τους απαιτούσαν συνεχώς παρεμβάσεις από το κράτος, μολονότι υπονόμευαν με τις πράξεις τους τη δυνατότητά του να παρεμβαίνει αποτελεσματικά.
Η απαίτηση αυτή είχε, μάλιστα, τον χαρακτήρα του αυτονόητου και η τεράστια αντίφαση που εμπεριείχε δεν γινόταν καν αντιληπτή.
Σύνθημα της φιλοσοφίας αυτής, μια κραυγή: «Πού είναι το κράτος;»

Τα τρία αυτά στοιχεία είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένα μεταξύ τους.
Η λεηλασία του κρατικού πλούτου δομήθηκε πάνω σε μια σιωπηρή τριμερή συμφωνία: ανθρώπων απ’ όλα ανεξαιρέτως τα κοινωνικά στρώματα, πολιτικών κομμάτων και ΜΜΕ.
Μόνο έτσι μπορεί να ερμηνευθεί ο απίστευτος αριθμός των πλαστών συντάξεων και η ευκολία με την οποία οργανώθηκε η απάτη.
Βέβαια, η δυναμική διεκδίκηση γενικών δικαιωμάτων και ειδικών προνομίων αποτελεί εγγενές στοιχείο της πολιτικής και όχι ελληνική ιδιαιτερότητα.
Σύμφωνα με τον γνωστό αφορισμό του Harold Lasswell, «πολιτική είναι το ποιος παίρνει τι, πότε και πώς».
Ομως, στις οργανωμένες κοινωνίες, η διεκδίκηση αυτή γίνεται μέσα στο πλαίσιο θεσμοθετημένων κανόνων, με αυστηρές κυρώσεις για όσους επιχειρούν την παράκαμψή τους.
Στην Ελλάδα, αντίθετα, η παρεμπόδιση της εφαρμογής των νόμων έλαβε μορφή κυρίαρχης ιδεολογίας, βρίσκοντας στήριξη σε μια αριστερόστροφη αντίληψη που ερμήνευε την οποιαδήποτε διεκδίκηση ως επαναστατική πράξη.
Πρόκειται για μιαν αντίληψη που καλλιεργήθηκε αρχικά στα φοιτητικά αμφιθέατρα, για να γίνει σιγά σιγά κομμάτι της εθνικής συνείδησης χάρη στην ακάματη δραστηριότητα κρατικοδίαιτων διανοουμένων, καλλιτεχνών και δημοσιογράφων.
Πάνω εκεί βρήκε πάτημα για να αναπτυχθεί και η προσδοκία πως ταυτόχρονα με τη λεηλασία του κρατικού πλούτου και την καταπάτηση των νόμων, το κράτος όφειλε να παρέχει σε όλους άφθονα αγαθά και μάλιστα ευρωπαϊκού επιπέδου.
 Ετσι λοιπόν, ο φοροδιαφεύγων πολίτης απαιτούσε (και από ένα σημείο και μετά απέκτησε) ευρωπαϊκούς αυτοκινητόδρομους, αξιοπρεπείς δημόσιες συγκοινωνίες και δωρεάν φάρμακα και νοσοκομεία.
Ο άνθρωπος που έχτιζε το αυθαίρετό του σε δασική έκταση είχε την απαίτηση να τον προστατεύει το κράτος από τις πυρκαγιές και να τον αποζημιώνει αν αποτύγχανε.
Ο αγρότης που ευημερούσε χάρη στη φθηνή εργασία των λαθρομεταναστών και η αστική οικογένεια που εναπέθετε την ανατροφή των παιδιών της και τη φροντίδα των ηλικιωμένων της σε ανασφάλιστους μετανάστες απαιτούσαν από το κράτος να λύσει το πρόβλημα της λαθρομετανάστευσης.
Τα σχετικά παραδείγματα δεν έχουν τέλος. Η Κερατέα και η Υδρα ήταν απλώς η κορυφή ενός τεράστιου παγόβουνου.
Απέναντι στον καταιγισμό των διεκδικήσεων, το κράτος ανταποκρινόταν κουτσά-στραβά μεν, αλλά ανταποκρινόταν: οι ασθενείς θεραπεύονταν, τα σκουπίδια συλλέγονταν, τα εγκλήματα εξιχνιάζονταν, οι υποδομές κατασκευάζονταν.
Ετσι, η Ελλάδα έγινε η σπάνια εκείνη χώρα που κατάφερνε να συνδυάζει μια τριτοκοσμικού επιπέδου κοινωνική συμπεριφορά με μια ευρωπαϊκού επιπέδου διαβίωση.
Η αντίφαση ήταν εξόφθαλμη κι όμως, περνούσε απαρατήρητη.
Αλλά η πραγματικότητα είναι αδυσώπητη.
Οπως ήταν φυσικό, το οικοδόμημα αυτό κατέρρευσε.
Το κράτος α λα καρτ μπορεί να εξέπνευσε, αλλά οι αντιλήψεις και οι προσδοκίες της κοινωνίας δεν έχουν εναρμονιστεί ακόμη με τη νέα πραγματικότητα.
Η ψευδαίσθηση πως οι πρακτικές αυτές μπορούν με κάποιον τρόπο να συνεχιστούν ακόμη ακούν στο όνομα ΣΥΡΙΖΑ.
Αργά ή γρήγορα, πάντως, θα έρθει η ώρα που θα καταρρεύσει και αυτή.
Εκείνο που παραμένει ακόμη ασαφές είναι ο τρόπος με τον οποίο θα πραγματοποιηθεί η αναπόφευκτη διόρθωση και η κατεύθυνση που θα λάβει.

Δύο δρόμοι ανοίγονται μπροστά μας.
Ο πρώτος είναι ο ευρωπαϊκός.
Αν η χώρα καταφέρει να κρατηθεί στον ευρωπαϊκό πυρήνα, τότε ο συνδυασμός πιέσεων και κινήτρων θα συμβάλει στον μετασχηματισμό των σχέσεων κράτους - κοινωνίας, περιορίζοντας τα φαινόμενα λεηλασίας και παραβατικότητας.
Οπως είναι φυσικό, ο μετασχηματισμός αυτός θα απαιτήσει πολύ χρόνο και θα παραμείνει ατελής. Αλλά θα πραγματοποιηθεί, γιατί η χώρα δεν θα μπορέσει να επιβιώσει μέσα στο νέο καθεστώς αυστηρού δημοσιονομικού ελέγχου δίχως ουσιαστικές αλλαγές.
Ο δεύτερος είναι ο τριτοκοσμικός δρόμος.
Η λεηλασία και η παραβατικότητα θα γνωρίσουν τεράστια ανάπτυξη, χάνοντας όμως τον γενικευμένο και δημοκρατικό χαρακτήρα που είχαν έως τώρα.
Παράλληλα, τα δημόσια αγαθά θα ιδιωτικοποιηθούν προς όφελος των πιο ισχυρών και πιο βίαιων.
Ο μετασχηματισμός των αντιεξουσιαστών σε πληρωμένους δολοφόνους και των ακροδεξιών σε παρόχους προστασίας και οργανωτές πογκρόμ είναι μια μικρή μόνο προεπισκόπηση της πραγματικότητας που περιμένει τη χώρα αν ακολουθήσει τον δεύτερο δρόμο.
Η επιλογή είναι σαφής και η ευθύνη γι’ αυτήν δεν βαραίνει κανέναν άλλο πέρα από εμάς.

* Ο Στάθης Ν. Καλύβας είναι καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο Yale.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου