Παρασκευή, 7 Σεπτεμβρίου 2012

Τα «κεκτημένα» ως όπιο των πολλών

Γράφει
ο Στέφανος Κασιμάτης

Υποτίθεται ότι διημείφθη μεταξύ ενός Ιρλανδού πρωθυπουργού και του Τσώρτσιλ, αλλά δεν παίρνω όρκο, διότι έχω δει να αποδίδεται και σε άλλους: «Πώς είναι η κατάσταση στη χώρα σας;» «Σοβαρή, αλλά όχι απελπιστική». «Είστε τυχερός, γιατί σε εμάς είναι απελπιστική χωρίς να είναι σοβαρή».
Σε αυτή την κατηγορία, του απελπιστικού που στερείται σοβαρότητος, πρέπει να εντάξουμε τον καβγά του ΠΑΣΟΚ με τον ΣΥΡΙΖΑ, σχετικά με την κυριότητα της «3ης Σεπτέμβρη».
Ποιος δικαιούται να οργανώνει πολιτική
 εκδήλωση στη συγκεκριμένη ημερομηνία;
Αν δεν κάνω λάθος, ως προς την πολιτική έκφραση και την πολιτική δράση παραμένουμε ακόμη μια ελεύθερη χώρα. Είναι ίσως περίεργο για ένα κόμμα που ανέδειξε την πολιτική ως βασικό τομέα της οικονομικής δραστηριότητας του τόπου, αλλά η αγορά των πολιτικών συμβολισμών διέφυγε από τη ρυθμιστική μανία των κυβερνήσεων του ΠΑΣΟΚ.
 Συνεπώς, στις 3 Σεπτεμβρίου όποιος θέλει και όπου θέλει μπορεί να κάνει οιουδήποτε περιεχομένου πολιτική εκδήλωση του καπνίσει. Εναπόκειται, δε, σε όσους έχουν τη διάθεση να ασχοληθούν μαζί του να τον κρίνουν.
Το ξαναλέω, αλλά είναι επειδή μου έχει κάνει μεγάλη εντύπωση: Παραδόξως, στον χώρο αυτόν ο ανταγωνισμός είναι ακόμη ελεύθερος.
Παρ’ όλα αυτά, στην ιδέα του ΣΥΡΙΖΑ να οργανώσει εκδήλωση με σαφή αναφορά στο ιστορικό παρελθόν του κόμματος που ίδρυσε ο Ανδρέας Παπανδρέου -ιδέα που εμφανώς εκφράζει μια εριστική διάθεση-, το ΠΑΣΟΚ αντέδρασε με την υστερία που προσιδιάζει μάλλον στο ΚΚΕ, όποτε αυτό θεωρεί ότι κάποιος σφετερίζεται τα σύμβολα και την παράδοσή του.
«Σοβαρό ατόπημα» χαρακτήρισε την πρωτοβουλία η εκπρόσωπος του ΠΑΣΟΚ Φώφη Γεννηματά. Πράγματι, με βάση την ιδεολογία που το ΠΑΣΟΚ κατόρθωσε να επιβάλει μέσα σε τριάντα χρόνια ως τη σύγχρονη ελληνική κοσμοθεωρία, ο ανταγωνισμός είναι -το λιγότερο- ατόπημα.
Είναι, επίσης, ευτυχές ότι μια τέτοια θέση θα τη διατύπωνε δημοσίως η κυρία Φώφη, η οποία οφείλει τα πάντα στο όνομα που κληρονόμησε. (Σπανίως συναντάμε τέτοια θαυμαστή αρμονία μορφής και περιεχομένου. Καλλιτέχνις για μία ακόμη φορά απεδείχθη η συγκυρία...)

Για το ΠΑΣΟΚ, που κινείται ακόμη με τον αέρα του μεγάλου κόμματος, η 3η Σεπτεμβρίου (ή «Σεμτεμβρίου», σύμφωνα με την προφορά που τείνει να επικρατήσει...) είναι «κεκτημένο».
Αυτό είναι ίσως η βασικότερη έννοια στην αντίληψη του σύγχρονου Ελληνα για τη ζωή και σε αυτήν οφείλει την ξεφτίλα και τον διεθνή διασυρμό του.
«Κεκτημένο» σημαίνει, για τους περισσότερους, ένα ωφέλημα το οποίο υφίσταται αμετακίνητο, αμετάβλητο και απαράλλακτο εις τους αιώνας των αιώνων, αμήν.
Η αντίληψη περί «κεκτημένων», που εκφράζεται με την πλέον απροκάλυπτη χυδαιότητα από τις συντεχνίες των ΔΕΚΟ και του δημοσίου τομέα, διαμορφώνει τη νοοτροπία μας και καθορίζει τη στάση μας έναντι της κρίσης.
Είναι αυτό ακριβώς που οι ξένοι αδυνατούν να συλλάβουν.
Αναφερόμενος σε ξένους, δεν το λέω ως αφηρημένη έννοια.
Έχω κατά νουν τις περιπτώσεις πραγματικών ανθρώπων, που τους γνωρίζω. Φίλων της χώρας μας, οι οποίοι ζουν όλο τον χρόνο για τις είκοσι μέρες που θα περάσουν εδώ το καλοκαίρι και οι οποίοι ονειρεύονται κάποτε να αποκτήσουν ένα σπίτι στην Ελλάδα για να περνούν περισσότερο χρόνο εδώ. Μιλώντας με τέτοιους ανθρώπους, διαπιστώνω ότι πίσω από τον δισταγμό της αμηχανίας που τους προκαλεί η αντίδραση των (θορυβωδέστερων) Ελλήνων στην κρίση βρίσκεται η αδυναμία τους να συλλάβουν την ιερότητα που έχει η έννοια του «κεκτημένου», κυρίως για τους βολεμένους. Εκείνους, δηλαδή, που η μισθολογική εξέλιξή τους, οι απολαβές τους από το κράτος προνοίας, το εφάπαξ και η σύνταξή τους, η ευμάρειά τους, εθεωρούντο μέχρι πρότινος δεδομένα: πράγματα ανεξάρτητα από τους μεταβλητούς παράγοντες της πραγματικότητας, ανεξάρτητα από την απόδοσή τους.

Η προσήλωση στα «κεκτημένα» είναι μια μορφή άρνησης της πραγματικότητας, την οποία δύσκολα αντιλαμβάνεται όποιος δεν έχει εξοικειωθεί με τον πολιτισμό της πασοκαρίας.
Φαντασθείτε, ας πούμε, κάποιον ο οποίος χάνει τη δουλειά του και μένει χωρίς μισθό ή άλλους πόρους. Ωστόσο, εξακολουθεί να προσπαθεί να βάλει μπροστά το αυτοκίνητό του, που έχει μείνει από βενζίνη, συνεχίζει να πηγαίνει στην καφετέρια και να παραγγέλνει καφέ, επειδή όλα αυτά τα θεωρεί «κεκτημένα». Και το χειρότερο; Στήνει κι από πάνω καβγά με την πραγματικότητα και όποιον την αντιπροσωπεύει, π.χ. το αυτοκίνητο που δεν παίρνει μπροστά, τον καφετζή που αρνείται να τον σερβίρει κ.λπ.
Πώς ένας έξυπνος λαός (ο εξυπνότερος κ.λπ. - τα ξέρετε αυτά, βαριέμαι να τα επαναλαμβάνω...) μπορεί να εμμένει σε μια τέτοια μορφή ακραίας βλακείας είναι ανεξιχνίαστο για τους αμύητους στα μυστήρια της «καλύτερης δημοκρατίας που είχαμε ποτέ», όπως συνηθίζαμε να λέμε για την εποχή που τελείωσε.
Για τη στάση αυτή, όμως, δεν ευθύνεται μόνον ένας κόσμος που διαπαιδαγωγήθηκε πολιτικά επί μία τριακονταετία -με μόνη εξαίρεση την τριετία Μητσοτάκη- μέσα σε ένα πλαίσιο πολιτικού διαλόγου από το οποίο η οικονομία είχε πλήρως αποκλεισθεί. (Οικονομία σήμαινε «τι θα μας δώσεις» και ποτέ «πού θα τα βρεις για να μας τα δώσεις».)
Πίσω από την κουταμάρα των πολλών κρύβεται η πονηρία των λίγων.
Τη βλακώδη εμμονή στα «κεκτημένα» καλλιεργούν επιμελώς οι Φωτόπουλοι με τις ευνοημένες συντεχνίες, καθώς και ένας μέρος του πολιτικού κόσμου, με πρώτο βιολί τον ΣΥΡΙΖΑ και από πίσω τους λαϊκιστές όλων των κομμάτων.
Όλοι αυτοί συντηρούν σκοπίμως το είδος της βλακείας που επιμένει να θεωρεί ότι η πραγματικότητα μπορεί να είναι στατική και επιμένει να αγνοεί την ανάγκη της επιβίωσης.
Το κάνουν με υστεροβουλία: Αγωνίζονται για τον εαυτούλη τους και τα προνόμιά τους· και, παρά τα ιδεολογικά προσχήματά τους, δεν διαφέρουν από τους φοροφυγάδες, που εξαπατούν όλους μας και ύστερα έχουν και το θράσος από πάνω να φωνάζουν: «Πού είναι το κράτος;».

Πηγή: Καθημερινή



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου