Πέμπτη, 28 Απριλίου 2016

Οι τράπεζες κατά τον ΣΥΡΙΖΑ

Από τη Θεσσαλονίκη
γράφει
ο Μιχάλης Δεμερτζής

Η πρόσφατη επίσκεψη του Πάπα στη Λέσβο ξύπνησε αναμνήσεις από την προηγούμενη φορά που τον είδαμε στη χώρα μας, τον Σεπτέμβριο του 2014, όταν και τότε συνάντησε τον Α. Τσίπρα, πριν ακόμα ο τελευταίος γίνει πρωθυπουργός.
Το επιμύθιο της συνάντησης ήταν το πόσο «αδιανόητο (είναι) να σώζονται οι τράπεζες και όχι οι άνθρωποι».
Από τότε, κύλησε πολύ νερό στο αυλάκι και, αν κάτι μάθαμε, είναι πως πραγματικά ο αρχηγός του ΣυΡιζΑ δεν έχει ιδιαίτερη έγνοια για το τραπεζικό σύστημα, δηλαδή για την ιδιωτική οικονομία, δηλαδή για τα άτομα που ζουν στο
ευρύτερο παγκοσμιοποιημένο σύστημα, δηλαδή για τους ανθρώπους γενικά (που υποτίθεται ότι προτιμά να σώσει).
Έχει τους λόγους του όμως.
Τουλάχιστον σε αυτό το κομμάτι, είχε τη λαϊκή εντολή.
Πολιτεύτηκε επιτυχώς κατηγορώντας ξένους και τράπεζες.
Το γοητευτικότερο δε από τα συνθήματά του ήταν το «κανένα σπίτι στα χέρια τραπεζίτη».
Δυστυχώς όμως, η περίπτωση στην οποία διάλεξε να κρατήσει τον λόγο του, είναι και η πλέον επιζήμια για τον τόπο.
Η ιδέα να αφεθούν οι τράπεζες στη τύχη τους είναι διαχρονικά δημοφιλής, αλλά χαρακτηρίζεται από μία αβάσταχτη για την αγορά επιλεκτικότητα.
Πιο συγκεκριμένα, όταν η κυβερνώσα άποψη για την οικονομία έχει αποκλειστικά δημοσιονομική βάση- σε μία περίοδο αποκλεισμού μας από τις αγορές- και παράλληλα ενισχύεται η προστασία στους οφειλέτες των τραπεζών, τότε δεν αφήνονται οι τράπεζες στην τύχη τους, αλλά καταπολεμώνται από το κράτος.
Αυτό που αφήνεται στη τύχη του είναι η πραγματική οικονομία.

Παρόλα αυτά, η κρατικίστικη λογική του ΣυΡιζΑ επικράτησε τρις και, επιπλέον, ενισχύθηκε, όταν ο Ισλανδός πρόεδρος δήλωνε στις κάμερες ότι η χώρα του αντιμετώπισε επιτυχώς τη κρίση, επειδή άφησε τις τράπεζες να χρεοκοπήσουν.
Εντούτοις, στην Ισλανδία, πρώτον, οι τράπεζες ήταν το βασικό πρόβλημα, δεύτερον, το καθεστώς υπό το οποίο χρεοκόπησαν ήταν απείρως πιο ελεύθερο οικονομικά από το δικό μας και τρίτον, η συγκεκριμένη χώρα έχει ανεξάρτητη νομισματική πολιτική.
Εδώ, ο ασθενής ήταν και είναι το κράτος και όχι οι τράπεζες.

Στην αρχή της κρίσης, το ελληνικό τραπεζικό σύστημα ήταν από τα ανθεκτικότερα διεθνώς, χάρη στο συντηρητισμό που επέδειξε τη διετία 2008-2009.
Χρειάστηκε σοβαρή προσήλωση στο στόχο απαξίωσής του από τη κυβέρνηση Συριζανέλ, ώστε να φτάσουν να αρκούν μόνο 8,1 δις για την ανακεφαλαιοποίησή του σε ποσοστό 77% (περίπου με το ίδιο ποσό, τον Απρίλιο του 2014, καλύφθηκε το 27%).
 Στη χώρα λοιπόν που τα αυτονόητα δεν είναι καθόλου αυτονόητα, η θέση που υποστηρίζει ότι η εμπιστοσύνη στο τραπεζικό σύστημα αντικατοπτρίζει τη προοπτική εξόδου μας από τη κρίση, είναι μόνο για τους τεχνοκράτες.
Και, κατά την κρατούσα άποψη, αυτοί είναι κακοί, γιατί ασχολούνται με αριθμούς και όχι με ανθρώπους και οι περισσότεροι, σε αντίθεση με τους πεντακάθαρους πολιτικούς μας, μηχανεύονται μέσα σε ανήλια γραφεία τρόπους να βγάλουν κέρδος από τη συμφορά μας.
Μετά από έξι χρόνια ύφεσης, η λογική επιτάσσει να αλλάξουμε την οπτική μας για την οικονομία και η αλήθεια είναι πως όποιος  Έλληνας πολιτικός επιμένει να αγνοεί ή, ακόμα χειρότερα, να δαιμονοποιεί τις τράπεζες, είναι είτε άσχετος με τον σύγχρονο κόσμο είτε λαϊκιστής ολκής.
Παρά ταύτα, η κυβέρνηση επιμένει να ασχολείται με την εικόνα της.
Μέχρι πρότινος απαγόρευε τη πώληση «κόκκινων» δανείων προς μη τραπεζικά ιδρύματα, κατόπιν υποτίθεται ότι συμφώνησε στο συγκεκριμένο κομμάτι με το κουαρτέτο και τη στιγμή που γράφονται αυτές οι γραμμές, ολόκληρη η αξιολόγηση βρίσκεται στον αέρα.
Επειδή όμως η πραγματικότητα είναι πεισματάρικο πράγμα, με τις τράπεζες «στεγνές» και την αγορά «στεγνότερη», πρέπει κάπως να υπάρξει μια υποτυπώδης ρευστότητα.
Αν δεν κλείσει σύντομα η αξιολόγηση, εννοείται συμπεριλαμβάνουσα και την άρση της εν λόγω απαγόρευσης, τί μένει;
Όσο κι αν δεν θέλουμε καν να σκεφτόμαστε το κούρεμα καταθέσεων σαν επόμενο βήμα, υποπτευόμαστε ότι μία τέτοια επιλογή μπορεί να είναι ελκυστική για τους ιδεολόγους του ΣυΡιζΑ.
Τα Capital Control δεν φάνηκε να τους πτοούν άλλωστε.
Όλο αυτό το κυβερνητικό σκεπτικό περί αγοράς δεν θα σήμαινε απαραίτητα καταστροφή, αν οι Συριζανέλ τουλάχιστον επενέβαιναν παραγωγικά στο προνομιακό για αυτούς πεδίο άσκησης πολιτικής- στο κράτος.

Ωστόσο, το αντίθετο συμβαίνει.
Όταν δεν διορίζουν, χαϊδεύουν την πολιτική τους πελατεία, πολλές φορές με ρυθμίσεις που μπορούν να στείλουν αδιάβαστους εώς και σατυρικούς συγγραφείς.
Τελευταίο παράδειγμα, η νομιμοποίηση της «κοπάνας» των δημόσιων υπαλλήλων εν όψει Πάσχα.
Βέβαια, όλα αυτά μικρή σημασία έχουν, αφού ο πλέον σοβαρός πολιτικός άνδρας, Πάνος Καμμένος, δήλωσε ότι βγαίνουμε από τα μνημόνια την 1ητου Μαΐου, οπότε και θα συνεχίσουμε να ζούμε ανενόχλητοι τον μακάριο κρατισμό μας.
Δεν μας διευκρίνισε όμως... Πότε ακριβώς;
Τη Κυριακή, πρώτη του μήνα, ή τη Τρίτη που θα εορταστεί φέτος η Πρωτομαγιά;
Μη βιαστούμε και τον πούμε ξημέρωμα Δευτέρας λαϊκιστή τον άνθρωπο.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου