Πέμπτη, 10 Μαΐου 2012

Σκέψεις για τη μεγάλη ήττα της κεντροδεξιάς και το αύριο

Γράφει 
ο Νίκος Γ. Σακελλαρόπουλος


Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η Κεντροδεξιά (μαζί με το ΠαΣοΚ και το ΚΚΕ) συμπεριλαμβάνεται στους μεγάλους χαμένους των εκλογών της 6ης Μαΐου.
Η Νέα Δημοκρατία, με την επιλογή Αντώνη Σαμαρά σε πολιτικές «ήξεις αφίξεις», αλλά και με την επιμονή του στη διεξαγωγή εκλογών για τη δική του και μόνο πρωθυπουργοποίηση, έφτασε στο σημείο να μοιάζει με θλιβερή απομίμηση του κραταιού κόμματος που ίδρυσε ο Κωνσταντίνος Καραμανλής.
Ο Σαμαράς κατάφερε να
 κόψει σε πέντε κομμάτια την παλιά κεντροδεξιά και τα αποτελέσματα είναι άκρως απογοητευτικά.

Ταυτοχρόνως, όμως, οφείλουμε να τοποθετήσουμε στους χαμένους της εκλογικής αναμέτρησης και τις δυνάμεις που εκφράζουν τη φιλελεύθερη λογική και έχουν ως κυρίαρχες αρχές εκείνες της ανοικτής κοινωνίας και ελεύθερης αγοράς, ενάντια σε κάθε μορφή κρατικού παρεμβατισμού και πελατειακών – συντεχνιακών δομών.
Οι αιτίες της μη κοινοβουλευτικής εκπροσώπησης αυτών των δυνάμεων, ασφαλώς και πρέπει να αναζητηθούν κυρίως στην έλλειψη πρόθεσης συνεννόησης (αρχομανία τη χαρακτηρίζουν κάποιοι). Μετά τις εκλογές είχαμε και την μη αναμενόμενη ανακολουθία θέσεων.
Επί παραδείγματι, η «Δημιουργία Ξανά», εξέφρασε την άποψη ότι στον ιδιωτικό τομέα όποιος αποτυγχάνει φεύγει.
Κι όντως έτσι είναι.
Τώρα που απέτυχε να μπει στη Βουλή και ταυτοχρόνως «πήρε» μαζί της και τις άλλες δυνάμεις, μήπως πρέπει κάποιος να φύγει;
Το ίδιο, θα μπορούσε να πει κάποιος και για τον Στέφανο Μάνο, έστω και σε μικρότερο επιμερισμό της ευθύνης, το ίδιο και για την Ντόρα Μπακογιάννη, της οποίας άλλωστε το κόμμα είναι σαφώς προσωποπαγές και περιλαμβάνει αρκετές παλαιοκομματικού χαρακτήρα πολιτικές φιγούρες.

Και, τελικά, ποιος θα χρεωθεί το γεγονός ότι οι φιλελεύθερες δυνάμεις δεν εκπροσωπούνται στη Βουλή, όπου με όσα συμβαίνουν σήμερα θα μπορούσαν να είχαν δώσει τέλος στην περιπέτεια της ακυβερνησίας;

Μήπως, λοιπόν, πρέπει να γίνει μια σοβαρή ενδοσκόπηση, ειλικρινής διάλογος και ουσιαστική αυτοκριτική;

Η ύπαρξη σταθερότητας και προοπτικής του τόπου, είναι βέβαιο ότι εξαρτάται από τις δυνάμεις της λογικής και του πολιτικού ρεαλισμού.
Κάτι που ήταν μια σταθερή δικλείδα ασφαλείας για τον τόπο, μέσω της κεντροδεξιάς, πριν αυτή επιχειρήσει να γίνει κατ’ εικόνα και ομοίωση του ΠαΣοΚ και πριν την ανέλκυση των μετρίων σε ανώτατα αξιώματά της.  
Συνεπώς, είναι σαφές ότι η επανασυγκόληση της είναι μια αναγκαία προοπτική.

Δεν μπορεί, όμως, να γίνει υπό τα κούφια κελεύσματα του ανεπαρκέστατου Αντώνη Σαμαρά, ούτε με τις κραυγές των λαϊκίστικων στοιχείων της, που ασφαλώς και δεν αντιπροσωπεύουν τη μεγάλη μερίδα πολιτών που ασπάζονται τις θέσεις της.
Ούτε με προσωποπαγή κομματίδια ελιτίστικου προσανατολισμού, που δεν μπορούν να βρουν υποψηφίους πέραν κάποιων αστικών κέντρων.

Μια απολύτως έντιμη πολιτική πράξη απέναντι στην παράταξη και την Ελλάδα, είναι η αποχώρηση των σημερινών ηγεσιών και η προβολή μιας προσωπικότητας με κύρος και όραμα.
Μιας προσωπικότητας που θα ξέρει τι λέει, που θα ζει στην εποχή του, που θα είναι σφοδρός πολέμιος του λαϊκισμού, υπέρμαχος της ευρωπαϊκής προοπτικής και των μεταρρυθμίσεων που θα δημιουργήσουν τις προϋποθέσεις για την περιβόητη ανάπτυξη και πάνω απ’ όλα άνθρωπος που έχει πολιτικά και κοινωνικά ένσημα.
Οι περισσότεροι από εμάς θα αναρωτηθούν ή θα επιχειρήσουν να σκεφτούν ποια είναι αυτή η προσωπικότητα.
Ουδείς, φυσικά, μπορεί να απαντήσει.
Και ίσως να μην είναι αυτό το ζητούμενο τούτη την ώρα.
Θα μπορούσε, επί παραδείγματι,να είναι ένα πρόσωπο μεταβατικό.

Περισσότερη, όμως, σημασία έχει η ζύμωση.
Η διαπίστωση ότι πλέον η κεντροδεξιά δεν μπορεί να πορεύεται με τις λογικές συνιστωσών της Αριστεράς και αποκομμένη από τα σύγχρονα ευρωπαϊκά ρεύματα.
Ούτε μπορεί να επιθυμεί να ομοιάσει στο ΠαΣοΚ άλλων εποχών και να κυβερνήσει όπως αυτό, όπως επιχειρήθηκε.
Δεν μπορεί να εμφανίζεται πότε συνοδοιπόρος της Αλέκας Παπαρήγα και πότε του Τσίπρα, μόνο και μόνο για να στηρίζει συντεχνίες και συνδικαλιστές του δημοσίου και τους αρνητές κάθε μεταρρυθμιστικής προσπάθειας, είτε βρισκόμαστε εντός είτε εκτός Μνημονίου.
Δεν μπορεί να συντάσσεται μόνο φραστικά με τις αναγκαίες μεταρρυθμίσεις και στην πράξη να στηρίζει τον φίλο Θύμιο ή άλλους δυνάστες της κοινωνίας.
Δεν μπορεί να μυρίζει μούχλα και να αποτάσσεται τον ριζοσπαστισμό.
Δεν μπορεί να αναδεικνύει πρόσωπα με μέτριες πολιτικές δυνατότητες.
Δεν μπορεί να μην είναι πρωτοπόρος στην επιχείρηση αναδιάταξης του παραγωγικού μοντέλου της χώρας.
Δεν μπορεί να είναι απούσα από την αναγκαία συνταγματική αναθεώρηση, ακόμη και από τη συζήτηση για την ενδεχόμενη αλλαγή του πολιτεύματος σε Προεδρική Δημοκρατία.
Δεν μπορεί να μένει απαθής στο υφιστάμενο καθεστώς της ανομίας, μη τυχόν και υπάρξει πολιτικό κόστος.
Δεν μπορεί να εφαρμόζει ή να αποδέχεται τις λογής λογής φορολογικές επιδρομές που την αποξενώνουν από τις κοιτίδες του φιλελευθερισμού.
Δεν μπορεί να πορεύεται χωρίς πυξίδα.

Είναι παράλογο, δεν το χωράει ο νους σοβαρού ανθρώπου, ότι μετά από τόσο μεγάλη κρίση –οικονομική, κοινωνική, πολιτική – δεν μπορεί να προκύψει το νέο και το σύγχρονο.
Είναι άκρως επικίνδυνο για τον τόπο, να συνεχίζει παρακμάζουσα και παραπαίουσα η κεντροδεξιά, όταν είναι παγκοίνως δεκτό ότι είναι η παράταξη που έλαβε όλες τις μεγάλες εθνικής σημασίας αποφάσεις που καθόρισαν την μέχρι τώρα πορεία του τόπου.
Κι όποιος δεν το σκέφτεται επειδή τον νοιάζει το μαγαζάκι του, η καρέκλα ή οι προσωπικές φιλοδοξίες του, ασφαλώς δεν μπορεί να προσφέρει στην πιθανότητα να σταματήσει ο κατακερματισμός της.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου