Δευτέρα 28 Μαΐου 2012

Πώς ψηφίζουμε σε ώρα κρίσης;

Γράφει
ο Νίκος Κ. Αλιβιζάτος 

Αφιερώνεται στη μνήμη του Περικλή Πάγκαλου (1942-2002)

Πόσο αλλάζει η πολιτική συμπεριφορά μας σε ώρα κρίσης; Ψηφίζουμε όπως παλιά;
Αντιδρούμε το ίδιο μπροστά στα τεκταινόμενα;
Ζήσαμε τριάντα τόσα χρόνια αμεριμνησίας.
Είχαμε λησμονήσει τι σημαίνει ύφεση. Με την ψευδαίσθηση της διαρκούς ανάπτυξης, είχαμε
 ξεχάσει ότι, όταν ο ουρανός σκοτεινιάζει, η ζωή μας μοιραία επηρεάζεται.
Γεγονότα όπως οι σημαντικές περικοπές σε μισθούς και συντάξεις, η εκτεταμένη ανεργία και τα συνακόλουθα δράματα -οικογενειακά, επαγγελματικά και άλλα- επιδρούν δίχως άλλο και στο πώς ψηφίζουμε.
Παρ’ όλα αυτά, έχει παρατηρηθεί ότι όσο η κρίση παραμένει μόνο οικονομική και κοινωνική, η ψήφος μας δεν επηρεάζεται καθοριστικά. Δεν ανατρέπεται ο εκλογικός χάρτης της χώρας.
Αυτό συμβαίνει όταν η κρίση θεριεύει και ξεπερνά το κοινωνικό και το οικονομικό πεδίο.
Όταν μεταλλάσσεται, όπως σήμερα, σε πολιτική. Στις περιπτώσεις αυτές, ο εκλογικός χάρτης μπορεί να τιναχθεί κυριολεκτικά στον αέρα.
Νέα υποκείμενα κάνουν την εμφάνισή τους, ενώ η δύναμη των παλαιών κομμάτων συρρικνώνεται δραματικά.
Και αυτό σε έκταση που ούτε οι καλύτεροι επαγγελματίες του χώρου μπορούν να προβλέψουν.
Από αυτή την άποψη, οι εκλογές της 6ης Μαΐου δεν θα διδάσκονται μόνο ως ένα αξιοπρόσεκτο περιστατικό της πολιτικής μας ιστορίας, αλλά ως case study για το πώς το πολιτικό σύστημα μιας «ώριμης» πολιτικά χώρας μπορεί να καταρρεύσει σαν τραπουλόχαρτο, όχι με επαναστάσεις και κινήματα, αλλά μέσω εκλογών.

Η πρώτη λοιπόν επίπτωση μιας κρίσης που είναι και πολιτική -είναι δηλαδή και κρίση νομιμοποίησης- είναι ότι χιλιάδες, αν όχι εκατομμύρια εκλογέων ψηφίζουμε -έστω και για λίγο- διαφορετικά απ’ ό,τι ψηφίζαμε μια ολόκληρη ζωή.
Σε έναν πρώτο χρόνο, με την ψήφο μας θέλουμε να αποδοκιμάσουμε όσους απέτυχαν.
Η ψήφος αυτή, όταν το παλαιό καθεστώς καταρρέει συνολικά, οδηγεί στον κατακερματισμό.
Διότι, σε αυτή τη φάση, θέλουμε κυρίως να τιμωρήσουμε, αδιαφορώντας για το ποιος τελικά θα μας κυβερνήσει.
Ακολουθεί αναπόφευκτα το στάδιο της σκλήρυνσης του πολιτικού λόγου, ο οποίος, όταν -όπως ελπίζω- δεν οδηγεί σε πράξεις βίας (όπως συνέβαινε άλλοτε στην πολιτική μας ιστορία), μεταλλάσσει την ψήφο από άρνηση σε θέση.
Ταυτόχρονα, πάντως, οι επιλογές του εκλογέα περιορίζονται και η ψήφος του καθίσταται όλο και πιο διλημματική. Στο δεύτερο αυτό στάδιο, οι πολίτες συντάσσονται μοιραία σε δύο εν τέλει «παρατάξεις».
Με άλλα λόγια, όσο η κρίση παρατείνεται, τόσο λιγοστεύουν οι αποχρώσεις και επιβάλλεται η λογική της πόλωσης.
Ψηφίζουμε με μεγάλη εσωτερική ένταση, λες και η έκβαση των εκλογών εξαρτάται από μας τους ίδιους, τους οικείους και τους φίλους μας.
Η βαθμιαία αυτή επικράτηση της διλημματικής λογικής στην εκλογική μας συμπεριφορά σε ώρα κρίσης, επηρεάζει ευθέως και τη δράση μας ως ενεργών πολιτών.
Συμμετέχουμε ενώ άλλοτε απείχαμε, στρατευόμαστε εκεί που προηγουμένως αδιαφορούσαμε, τσακωνόμαστε εκεί που άλλοτε κάναμε πλάκα.
Την ίδια ώρα, με την ανάδειξη δύο τελικά αντίπαλων παρατάξεων, που συσπειρώνουν τα εκατέρωθεν κόμματα, ομάδες και κινήσεις, ο κατακερματισμός περιορίζεται.
Όσο η διλημματική λογική επικρατεί, τόσο κάθε «στρατόπεδο» τείνει να περιλάβει στους κόλπους του ομάδες που ήταν άλλοτε διακριτές, αλλά που τώρα μοιραία συγκλίνουν. Διότι, όπως διδάσκει η Ιστορία, ελάχιστες είναι οι δυνάμεις που μπορούν να επιβιώσουν, αρνούμενες να απαντήσουν με ένα «ναι» ή με ένα «όχι» σε αυτό που γίνεται κάθε φορά αντιληπτό ως το μείζον διακύβευμα.
Οι δυνάμεις αυτές -είτε πρόκειται για άτομα είτε για ομάδες- μπορεί να είναι μικρές, μπορεί όμως να παίξουν έναν εξαιρετικά καίριο ρόλο την ώρα της κρίσης.
Γιατί τελικά είναι πολύ πιθανό να εξαρτηθεί από αυτές, ποια θα είναι η έκβαση της μεγάλης αναμέτρησης: συγκρουσιακή ή συναινετική, καταστροφική ή δημιουργική;
Γιατί συμβαίνει αυτό;
Διότι η συνδρομή των δυνάμεων αυτών είναι συνήθως απαραίτητη για τον σχηματισμό βιώσιμης κυβέρνησης, τόσο από τη μια όσο και από την άλλη παράταξη.
Το ειδικό βάρος τους μπορεί έτσι να αποδειχθεί αντιστρόφως ανάλογο προς το μέγεθός τους.
Σε αυτό ακριβώς το σημείο θέλω να σταθώ, για να κλείσω με μια παραίνεση.
Για λόγους που δεν είναι της στιγμής να θιγούν, ο νεότερος πολιτικός μας βίος χαρακτηρίζεται από τον συγκρουσιακό τρόπο αντιπαράθεσης.
Από παλιά, το κοινοβουλευτικό σύστημα, που τόσο πρώιμα υιοθετήσαμε, ήταν πλειοψηφικό.
Η απλή αναλογική σπανίως εφαρμόσθηκε, με πενιχρά πάντοτε αποτελέσματα, και οι κυβερνήσεις συνεργασίας ήταν η εξαίρεση. Αρκεί να θυμίσει κανείς το 1926-1928, το 1936, το 1950-52 και, τέλος, το 1989-90.
Θα έλεγα μάλιστα ότι, κανονικά, για τον ενημερωμένο Έλληνα πολίτη, οι κυβερνήσεις συνασπισμού ήταν συνώνυμο μάλλον της συναλλαγής παρά της συναίνεσης. Εξ ου και η απαξίωσή τους στο συλλογικό υποσυνείδητο του λαού μας.

Σήμερα, με τη διάλυση που προκάλεσε η κρίση, μόνο με κυβερνήσεις συνεργασίας φαίνεται πως μπορεί να κυβερνηθεί η χώρα.
Θέλω να είμαι σαφής: δεν υποστηρίζω ότι από το μοντέλο της σύγκρουσης περάσαμε ως διά μαγείας στο μοντέλο της συναίνεσης. Προσωπικά πιστεύω ότι η εναλλαγή μονοκομματικών πλειοψηφιών στην κυβέρνηση, δηλαδή ο λεγόμενος «δικομματισμός», είναι τόσο βαθιά ριζωμένος στις πολιτικές μας παραδόσεις, ώστε αργά ή γρήγορα θα επανέλθουμε στην πεπατημένη.
Έως τότε, εν τούτοις, για να αποτραπεί η καταστροφή, οι κυβερνήσεις συνεργασίας είναι αναπόφευκτες. Για 2-3 χρόνια.
Στον σχηματισμό τους, είτε από τη μια μεριά του πολιτικού φάσματος είτε από την άλλη, η σημασία των δυνάμεων της μετριοπάθειας μπορεί να είναι μεγάλη.
Η συμβολή τους, το 1944-46 απέτρεψε τον εμφύλιο πόλεμο στη Γαλλία και την Ιταλία.
Αντιθέτως, σε μας, η αδυναμία τους επέσπευσε την καταστροφή.
Η παραίνεση, ως εκ τούτου, είναι αυτονόητη: ο ενεργός πολίτης, ας ξεχωρίσει τα πρωτεύοντα από τα δευτερεύοντα και ας κάνει την επιλογή του με βάση τα πρώτα και όχι τα δεύτερα.
Αν για τα βασικά είναι φυσικό να μην υπαναχωρεί από τις θεμελιώδεις θέσεις του, για τα επουσιώδη θα ήταν ανώριμο να μένει ταμπουρωμένος σε ιδεολογήματα άλλων εποχών.
Γι’ αυτά, ας μην παρασύρεται από το συναίσθημα.
Ας αναζητεί επίμονα κοινούς τόπους.
Και αυτό, χωρίς να υπονομεύει τις πιθανότητες να ξαναβρεθεί πολύ σύντομα κοντά σε αυτούς με τους οποίους σήμερα πιστεύει ότι όλα τον χωρίζουν.

* Ο  Νίκος  Κ. Αλιβιζάτος είναι καθηγητής του Συνταγματικού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου