Δευτέρα, 8 Οκτωβρίου 2012

Μετά το χάος ποιος;


Γράφει
ο Θανάσης Διαμαντόπουλος

Θα δημιουργηθεί νέος Ράλλης;
Η ερώτηση δεν αναφέρεται στον Γεώργιο Ράλλη, τον τελευταίο ίσως πρωθυπουργό που προσπάθησε – κάνοντας βέβαια κάποιες σπονδές στο, απόλυτα κυρίαρχο στην εποχή του, κλίμα λαϊκισμού και δημαγωγίας – να κρατήσει την ελληνική κοινωνία σε επαφή με την πραγματικότητα.
Αναφέρεται στον εξάκις πρωθυπουργό παππού του, Δημήτριο Ράλλη.
Αυτός, ασφαλώς, δεν ανήκει στους ογκόλιθους του εθνικού δημόσιου βίου και δεν άφησε ιστορικό αποτύπωμα εφάμιλλο αυτού του Ελευθέριου Βενιζέλου ή του Χαρίλαου Τρικούπη. Ενδεχομένως μάλιστα, από αυτή τη σκοπιά, δεν θα μπορούσε να
 συγκριθεί ούτε με τον Αλ. Κουμουνδούρο ή τον Γεώργιο Θεοτόκη. (Άλλωστε ο εγγονός Ράλλης επέλεξε να βιογραφήσει τον άλλο παππού του, Γ. Θεοτόκη). Ωστόσο…
Ο «καπετάν ένας», όπως αποκαλείτο, είχε μια ιδιαιτερότητα: ήταν ο μόνος, ίσως, πολιτικός που διαχρονικά όχι απλά δεν απέφευγε τα δύσκολα, αλλά ελκόταν από αυτά!
Ήταν ο ηγέτης που προσπαθούσε πάντα να αποτρέψει ή, τουλάχιστον, να διαχειριστεί τις εθνικές συμφορές προς ελαχιστοποίηση των συνεπειών τους.

Πράγματι…
Την επομένη της επαίσχυντης ήττας του 1897, όπου οδήγησε ο άκρατος εθνικιστικός παροξυσμός της εποχής εκείνης (για τη δημιουργία του οποίου, είναι αλήθεια, ανεύθυνος δεν ήταν ούτε ο ίδιος, αφού από τους κορυφαίους πολιτειακούς παράγοντες μόνον ο βασιλιάς Γεώργιος επικοινωνούσε τότε με τη λογική), ο Δημ. Ράλλης ανέλαβε πρωθυπουργός σε μια προσπάθεια διπλωματικού περιορισμού των συνεπειών της στρατιωτικής κατάρρευσης.
Το καλοκαίρι του 1909 επίσης, όταν καταφανώς επέκειτο η έξοδος των ενστόλων από τους στρατώνες και η αγνώστων ακόμη συνεπειών ανάμειξή τους στην πολιτική, πάλι αυτός, επανερχόμενος στην πρωθυπουργία, προσπάθησε να αποκαταστήσει τη λειτουργικότητα του κοινοβουλευτισμού.
Τέλος, ξανά πρωθυπουργός την επαύριον της καταστροφικής λαϊκής ετυμηγορίας του 1920, η οποία επέπρωτο να στρέψει εναντίον μας τους νικητές του πολέμου, επιχείρησε να πείσει τους υπόλοιπους αντιβενιζελικούς ότι μόνον η ανάθεση της διπλωματικής εκπροσώπησης της χώρας στον ηττημένο Βενιζέλο θα μπορούσε να αποσοβήσει τα επερχόμενα δεινά.
Τον ανέτρεψαν, όμως, οι ίδιοι οι υπουργοί του, πρωτοστατούντος του υιού του, Ιωάννη Ράλλη (μετέπειτα κατοχικού κυβερνήτη)…

Γιατί, όμως, ανακαλώ στη μνήμη όλα αυτά;
Διότι, στην περίπτωση που το σημερινό πολιτικό κατεστημένο δεν μπορέσει να αποτρέψει την οικονομική κατάρρευση, στην περίπτωση, επομένως, που η συγκυβέρνηση των τριών καταγραφεί ως πράξη πολιτικής σωφροσύνης η οποία ήρθε αργά - ή είχε, εντός και εκτός συνόρων, πολύ ασθενή πολιτική στήριξη και πολύ ισχυρή υπονόμευση για να μπορεί να είναι λυσιτελής -, τότε το αστικό πολιτικό σύστημα θα χρειαζόταν έναν νέο Δ. Ράλλη πρόθυμο να αναδεχθεί τη διαχείριση της συμφοράς.
Εξίσου ανιδιοτελή, ίσως λίγο περισσότερο ικανό.
Διαφορετικά, η ευθύνη της διακυβέρνησης θα περάσει αβίαστα στα χέρια του ηγέτη της χαζοχαρούμενης ή αυτοϋπηρετούμενης Αριστεράς, για τον οποίο καταφανώς ισχύει η φράση του Τσόρτσιλ «συμπυκνώνει μια τεράστια ποσότητα λέξεων σε μια ελάχιστη ποσότητα σκέψεων».
(Τότε, όμως, η συμφορά θα γινόταν Κόλαση του Δάντη: «Lasciate ogni speranza, o voi qui entrate» = «Αφήστε κάθε ελπίδα, ω εισερχόμενοι», προειδοποιούσε ο αναγεννησιακός ποιητής)…         

Αυτή τη στιγμή, ωστόσο, ο τόπος δεν φαίνεται να διαθέτει άφθαρτη πολιτική εφεδρεία κατάλληλη να χρησιμοποιηθεί για τη διαχείριση των συντριμμιών.
Από όσους επιχείρησαν να κάνουν ή να ψελλίσουν κάτι στο πρόσφατο παρελθόν, ο Σημίτης είναι πια ηλικιακά μεγάλος, αλλά και φθαρμένος από επιλογές στενών συνεργατών που δεν απεδείχθησαν πολύ εντιμότεροι από τους αντίστοιχους του προκατόχου του στην ηγεσία του ΠΑΣΟΚ.
Ο Καραμανλής δύσκολα θα μπορούσε να συζητηθεί, ακόμη και αν πρωτοκλασάτοι υπουργοί του δεν είχαν βρεθεί στο μάτι του κυκλώνα.
Ο Γιαννίτσης μάλλον δεν διαθέτει επαρκές πολιτικό εκτόπισμα.
Στον Παπαδήμο ίσως λείπει η απαραίτητη μαχητικότητα.
Στον δε ρηξικέλευθο Αλ. Παπαδόπουλο καταλογίζονται «ναπολεόντεια σύνδρομα» και ανεπάρκεια στο διεθνές περιβάλλον.
Τούτων δοθέντων, όσοι εκ των γνωμοδιαμορφωτών αισθάνονται να συνδέονται με τον τόπο οφείλουν - σαν εξιλέωση, έστω, για τις αμαρτίες τους - να προβάλουν «εικονοπλαστικά» κάποιους πολιτικούς με προοπτικές επάρκειας για διαχείριση μιας ενδεχόμενης καταστροφής.
Με την απέθαντη ελπίδα, βέβαια, ότι τελικά αυτοί δεν θα χρειαστούν…


Ο Θανάσης Διαμαντόπουλος είναι καθηγητής Πολιτικών Θεσμών και Συγκριτικής Πολιτικής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου