Σάββατο, 16 Ιουνίου 2012

Η Κουμουνδούρου και η Δούρου

Γράφει ο Νίκος Γ. Σακελλαρόπουλος

Ο παρανοϊκός Ζιζεκ κρατούσε μια σημαία του ΣΥΡΙΖΑ κι έτρεχε πανηγυρίζοντας την εκλογική του νίκη, γύρω από ένα σουβλατζίδικο στο Σύνταγμα.
Από πίσω του ο Φωτόπουλος της ΓΕΝΟΠ αλάλαζε «ο αγώνας τώρα δικαιώνεται»!
Κοντά τους ο Λαφαζάνης.
Έπαιζε μ’ έναν συνδικαλιστή.
Στριφογύριζε μια δραχμή στον αέρα και ρωτούσε: «κορώνα ή γράμματα»; Όποιος έλεγε
 «γράμματα» ήταν ο νικητής και κέρδιζε τη δραχμή.
Νικητής ήταν πάντα ο Λαφαζάνης, αφού ποτέ δεν έλεγε «κορώνα».
Άλλωστε ποτέ δεν είχε αγαστές σχέσεις με την κορώνα, εκτός κι αν ήταν μπύρα.

Κι ο άλλος, ο γίγαντας. Ο Στρατούλης! Έτρεχε κι αυτός. Κι από πίσω του ένας ράφτης που προσπαθούσε να του κάνει πρόβα στο υπουργικό κοστούμι.
Ήταν κι ένας άλλος που του έλεγε ότι τώρα που θα γίνει υπουργός Εργασίας, εκτός από το επίδομα έγκαιρης προσέλευσης στην εργασία, οφείλουν να βγάλουν κι επίδομα έγκαιρης αποχώρησης.

Κι η φίλη μου η Ρένα.
Φορούσε το αγαπημένο της πορτοκαλί σακάκι κι είχε σκύψει στο αυτί του μεγάλου ηγέτη Αλέξη και κάτι του ψιθύριζε. Έστησα αυτί. Του ζητούσε ρουσφέτι!
«Σύντροφε τώρα που λαός δικιαώθηκε, πρέπει να δικαιωθώ κι εγώ».
«Και πως θα γίνει αυτό;» τη ρώτησε ο ελπιδοφόρος καβαλάρης του ελληνισμού.
«Θα μετονομάσουμε την Κουμουνδούρου».
 «Σε τι;».
«Σκέτο Δούρου», απάντησε με την απαράμιλλη ταπεινοφροσύνη που τη διακρίνει  η χαριτόβρυτος νέα υφυπουργός Εξωτερικών.

Ήταν κι άλλοι πολλοί.
Πρώτος και καλύτερος ο Κίμων Κουλούρης.
Είχε πάντα την ίδια βαμμένη βλεφαρίδα, σήμα κατατεθέν από παλιά ηρωικά χρόνια.
Τραγουδούσε: Μου ξανάρχονται ένα ένα χρόνια δοξασμένα…».

Ήταν κι ο Αλέξης εκεί. Ο Μητρόπουλος!
Τηλεφωνούσε στον Αυτιά να του ζητήσει να αυτοπροσκληθεί για να καταθέσει στο πανελλήνιο τη νέα πλατφόρμα κοινωνικού διαλόγου που ο Ανδρέας την είχε ονομάσει συμβόλαιο με το λαό.

Κι ο Ανδρέας Κολλάς. Σταμάτησε ένα λεωφορείο και κατέβασε τον οδηγό.
Κράτησα την ανάσα μου. Θα επακολουθήσουν τα γνωστά;
Αλλά, ω του θαύματος, δεν τον ξεβράκωσε. Αγκαλιάστηκαν, φιλήθηκαν σταυρωτά κι άρχισαν να κρεμάνε στα παράθυρα σημαίες του ΣΥΡΙΖΑ.
«Κάποιος πρέπει να τους μιλήσει για το Ρεξόνα», μονολόγησε μια λαθρομετανάστρια που ήταν δίπλα τους, αλλά δεν είπε περισσότερα αφού τώρα θα της φέρουν και τα άλλα δεκαπέντε μέλη της οικογένειάς της.

Κι ο Αντώνης, ο Χιώτης, ο Κοτσακάς.
Είχε μαζί του ένα κλουβί που μέσα ήταν ένα πουλάκι.
Που και που έβαζε με τρυφερότητα το χέρι του μέσα στο κλουβί και χάιδευε με τρυφερότητα το πουλάκι. Άκη το φώναζε.

Κι ο Γιώργαρος ο Ρυτόπουλος!
Φώναζε και αυτός μαζί με κάτι άλλους: «ΓΣΕΕ των εργατών κι όχι νόθων και δοτών».
Κάποιος του είπε ότι αυτό είναι από άλλη παράσταση και κατέβασε μούτρα.

Κι ο Δημήρης ο Πιπεργιάς, ο παλιός της ΓΕΝΟΠ.
Χάιδευε τα γένια του για να βγει όμορφος στις φωτογραφίες. Ένιωσα να συμπάσχω στο αληθινά δύσκολο εγχείρημά του.

Ξάφνου εμφανίζεται κι ο μεγάλος ηγέτης που από εδώ και στο εξής θα είναι το φόβητρο του καπιταλισμού, των αγορών και τα διεθνούς τρομοκρατίας των τραπεζών.
Είχε τη γνωστή μαγκιά.
Έσερνε το ένα πόδι στην κάτω πλατεία ενώ το άλλο είχε φτάσει στην πάνω.
Φαινόταν να έχει πνιγεί από το νέκταρ της βότκας.
Ο Ζίζεκ κρατώντας ένα σουβλάκι έτρεξε προς το μέρος του.
Ο μεγάλος ηγέτης Αλέξης, σχημάτισε με τον δείκτη και παράμεσο του αριστερού του χεριού το σχήμα της νίκης.
«Θα νίκησε η Πανάθα», πετάχτηκε ένας περαστικός, αλλά μαζεύτηκε όταν τον αγριοκοίταξαν κάποιοι μουσάτοι της «Ρόζας».

Νομίζω ότι κάπου εκεί κοντά πήρε το μάτι μου και τον Καμμένο αγκαλιά με τον Γιάννη Μανώλη και τον Τέρενς Κουίκ, αλλά δεν είμαι σίγουρος.
Ξύπνησα κάθιδρος.
Τρελαμένος.
Ουφ! Εφιάλτης ήταν! Τέλειωσε….
Τουλάχιστον στον ύπνο μου…

1 σχόλιο: