Κυριακή, 25 Μαρτίου 2012

«Σταυριανού δάσκαλε… Σταυριανού»!

Ήταν δέκα το πρωί.
Το ραντεβού ήταν κλεισμένο στη γούβα του Βάβουλα, σχεδόν στο κέντρο του Πειραιά.
Στην τότε Βασιλέως Κωνσταντίνου, νυν Ηρώων Πολυτεχνείου, έξω από το σημερινό Τζάμπο.
Το θυμάμαι σαν τώρα.
Φορούσα γκρι παντελόνι, άσπρο πουκάμισο με σαξ γραβάτα που είχε κεντημένο το «ΛΕΣ» -τουτέστιν Λύκειον Ελληνισμός Σταυριανού- και μπλε σκούρο σακάκι.
Ρε Άντα, κάπου την έχω ακόμη εκείνη τη γραβάτα.
Προηγουμένως, είχαμε περάσει από τη Φρεαττύδα με τον Βασίλη Πάλιο και τον Χρήστο Βλάχο, όπου μας περίμενε η Έλλη να μας παραδώσει τη σημαία.
Από εκεί ποδαράτο, με τον δάσκαλο Δημήτρη Σταυρόπουλο για
 το προκαθορισμένο σημείο συνάντησης.
Παραταχθήκαμε!
Περήφανοι και αγωνιούντες.
25η Μαρτίου, παρέλαση, ΣΤ΄ Δημοτικού.
Θυμάμαι την σβουριχτή σφαλιάρα του δασκάλου.
«Πέτα τη τσίχλα, ανάγωγε»!
Τα εμβατήρια δονούσαν την ατμόσφαιρα κι έκαναν το φρόνημα να φτάνει ψηλά και να συναντά τον ηλιόλουστο πειραϊκό ουρανό.
«Περνάει ο στρατός της Ελλάδος φρουρός…»!
«Η Ελλάδα ποτέ δεν πεθαίνει, δεν τη σκιάζει φοβέρα καμιά…»!
Πίσω μας, με τα μπορντώ κουστούμια, οι μεγάλοι ανταγωνιστές.
Τα παιδιά από τον «Πλάτωνα», του Παπαϊωάννου.
Πιο πίσω της Θειακάκη, του Αλεξόπουλου, του Μπουρούνη.
Μπροστά μας όλα τα δημόσια σχολεία.
«Εν δυο, εν δυο», μας έλεγε ο Σταυρόπουλος.
Ξεκινήσαμε.
Καμαρωτοί!
Λεβεντόμαγκες!
Εμείς θα είμαστε οι καλύτεροι.
Και στην παρέλαση, όπως σε όλα τα άλλα.
«Εν δυο, εν δυο…».
Λαός δεξιά κι αριστερά του δρόμου.
Χιλιάδες Πειραιώτες στη γιορτή.
Με σημαιάκια! Φορώντας τα καλά τους!
Με εκατοντάδες πιτσιρίκια ντυμένα τσολιάδες και Αμαλίες!

Στην εξέδρα των επισήμων.
Κεφαλή αριστερά.
Σκυλίτσης δήμαρχος!
Κι οι άλλοι επίσημοι.
Πιο εκεί η Αντωνία!
Με μάτι σπινθηροβόλο, που σου έκοβε την ανάσα.
Το σχολείο της!
Τα παιδιά της!
Τα καμάρια της!
«Πάμε», δίνει το σύνθημα ο Σταυρόπουλος.
Και μια ιαχή φεύγει από τα στόματά μας, σκεπάζει τα εμβατήρια και δονεί την ατμόσφαιρα..
«Σταυριανού»!
Δεν είμαι σίγουρος, αλλά κάτι σαν δάκρυ είδα φευγαλέα να κυλάει στα μάγουλα της Αντωνίας…
Πιο κάτω, μπροστά από τον «Απαλίδη» που πουλούσε υαλικά, ο πατέρας μου, η μάνα μου, ο αδελφός μου ο Μένιος, η γιαγιά μου, η θεία Βιβή, ο θείος Αντώνης, ο Στρατής….
Χειροκροτήματα!
 «Η Ελλάδα, ποτέ δεν πεθαίνει….δεν τη σκιάζει φοβέρα καμιά…».
Τερψιθέα. Φιλελλήνων. Βρυώνη, στροφή αριστερά στην Αφεντούλη και τέρμα…

Νάσου μπροστά μου κι ο κυρ Λεωνίδας, ο Ανδιανόπουλος, ένας εκ των πέντε θρύλων!
Πάω κοντά του.
Όπως πάντα όταν τον έβλεπα.
«Ολυμπίκ ντε κουρελέ», του λέω.
«Παναθηναϊκάρα», του ξαναλέω.
Τρώω τη σφαλιάρα μου πριν προλάβω να πω την κατάληξη.
«Α ρε κερατά, πως βγήκες εσύ έτσι»;
Χρόνια και χρόνια γινόταν το ίδιο με τον κυρ Λεωνίδα.

«Μπράβο»! καταπληκτικοί, φωνάζει ο Σταυρόπουλος.
«Κύριε, κύριε, να φύγουμε»;
«Ήσυχα και στα σπίτια σας. Είμαστε Σταυριανού εμείς»…
«Ότι πεις κύριε. Αλίμονο»!
Κι ύστερα;
Ύστερα, βουρ στη Φρεαττύδα.
Ήταν η Μάτα, η Ευτυχία, η Χριστιάννα, ο Σούλης, ο Χρήστος, ο Βασίλης…
Ο Δημήτρης; Δεν θυμάμαι! Η μνήμη κιοτεύει πια….
Πέρασαν και σαράντα χρόνια!
Παγωτό!
Το πρώτο παγωτό του καλοκαιριού.
Από το παγωτατζίδικο του Γιώργου του Μάρα, στη συμβολή Φρεαττύδος και Μητρώου, μπροστά από την πιάτσα των ταξί.
Μετά;
Να πάμε πίσω τη σημαία.
Κι η Έλλη να μας γεμίζει μπράβο και γλυκά.
Κι ύστερα;
Από κάτω! Τερψιχόρη!
Με τα κουστούμια πεταμένα στην άμμο για να φανούν τα καινούργια μπανιερά, που μετέπειτα τα είπαμε μαγιό.
Κι η πρώτη βουτιά της χρονιάς….
Σε μια θάλασσα δική μας, πειραιώτικη, μάγκικη, γλυκιά καθ’ ότι το έλεγε κι ένας πιτσιρικάς που είχε εμφανιστεί και τραγουδούσε. Τον έλεγαν Πάριο.
«Η θάλασσα του Πειραιά, απ’ όλες είναι πιο γλυκιά…».
Μετά ήταν η σειρά του μπακαλιάρου και της σκορδαλιάς.
«Μη φας σκορδαλιά και δεν μπορείς να φιλήσεις το κορίτσι…», έλεγε η γιαγιά Θοδώρα.
«Τώρα ρε γιαγιά; Τη φίλησα στη θάλασσα…».

Νάμαστε καλά ρε παιδιά.
Να θυμόμαστε και να τα ξαναζούμε.
Έστω κι αν οι θύμησες είναι λίγο κακιασμένες πουτάνες που μας κάνουν να βουρκώνουμε…
«Σταυριανού…», δάσκαλε, «Σταυριανού»…
 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου